Καλή η έξοδος για φαγητό ή ποτό, όμως άλλη χάρη έχει το «ραντεβού για πάστα». Διαθέτει λίγη από την αίγλη της παλιάς Αθήνας, τότε που τα ραντεβού δίνονταν στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς και μπορούσες να συναντήσεις από ερωτευμένα ζευγάρια μέχρι οικογένειες με μικρά παιδιά και συνταξιούχους να μαλώνουν για την πολιτική επικαιρότητα. Τα περισσότερα πλέον έχουν κλείσει. Για δεκατίες ήταν άλλες οι απαιτήσεις της διασκέδασης. Μόνο που τώρα τελευταία κάτι έχει αλλάξει. Ένας βίντατζ άνεμος διαπερνάει τα πάντα και αναβιώνουν συνήθειες που είχαμε για καιρό ξεχάσει. Αυτή με την έξοδο για γλυκό είναι από τις αγαπημένες μας.

Αν και έχουν ανοίξει καινούργια ζαχαροπλαστεία με τραπεζάκια, επιλέξαμε για τώρα να ασχοληθούμε με όσα είναι ιστορικά. Εκείνα που στο παρελθόν είχαν φιλοξενήσει όλη την καλή Αθήνα, τις διασημότητες της εκάστοτε εποχής και τα πάντα έχουν μείνει σχεδόν ίδια και απαράλλαχτα. Εκτός από τον καφέ, γιατί φρένο εσπρέσο θα βρούμε πλέον και στο καφενείο του πιο απομακρυσμένου χωριού. Παγωτό Σικάγο και πάστα ποντικάκι όμως, όχι.
Désiré: Στα σεπαρέ για τούρτα Saint Honoré
Λίγα ζαχαροπλαστεία στην Αθήνα καταφέρνουν να διατηρήσουν την αστική κομψότητα του Désiré στο Κολωνάκι. Με την κλασική ξύλινη επένδυση και τα χαρακτηριστικά σεπαρέ του, πίσω από τα οποία έδωσαν τα πρώτα τους ραντεβού αμέτρητα ζευγάρια τις περασμένες δεκαετίες, εξακολουθεί να αποπνέει κάτι από την ατμόσφαιρα των 60s.
Η ιστορία του είναι γνωστή. Δημιουργήθηκε από Έλληνες ζαχαροπλάστες της Αιγύπτου, οι οποίοι διατηρούσαν κατάστημα στην Αλεξάνδρεια με γλυκά επηρεασμένα από την γαλλική ζαχαροπλαστική. Όταν εκδιώχτηκαν από την Αίγυπτο, από το καθεστώς του Νάσερ, άνοιξαν τη νέα επιχείρησή τους στο Κολωνάκι.
Το 1995 αποφάσισαν να αποσυρθούν. Αρνήθηκαν όμως πεισματικά να πουλήσουν το κατάστημα, τον κόπο και το έργο της ζωής τους, ως οτιδήποτε άλλο εκτός από ζαχαροπλαστείο. Η επιλογή τους να εμπιστευτούν τους Γιάννη και Αντώνη Σταθόπουλο για να συνεχίσουν την παράδοση που δημιούργησαν τους δικαίωσε μια και τα δύο αδέρφια διατήρησαν, με ελάχιστες παρεμβάσεις, την αίγλη του χώρου, αλλά και πολλά από τα ίδια γλυκά.
Όπως την εμβληματική πλέον τούρτα Saint Honoré, που έχει ως βάση της φύλλο σφολιάτας, σαν αυτό του μιλφέιγ, κρέμα ζαχαροπλαστικής, από πάνω σαντιγί και γύρω-γύρω καραμελωμένα σουδάκια. Εξίσου διάσημο είναι το προφιτερόλ τους, με μια ανάλαφρη σοκολάτα που δεν σε «λιγώνει», και η κλασική σοκολατίνα με το γλασαρισμένο κερασάκι στην κορυφή, μια από τις καλύτερες της πόλης. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η ζάχαρη, η οποία έχει μειωθεί σημαντικά, ώστε τα γλυκά να ταιριάζουν στις σύγχρονες διατροφικές συνήθειες. Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε στο Κολωνάκι, καθίστε στα σεπαρέ του Désiré και πιάστε κουβέντα με τους ανθρώπους γύρω σας. Το πιο πιθανό είναι να μάθετε πώς εκεί γνώρισαν την ή τον σύζυγό τους.
Βάρσος Κηφισιά: Για τσουρέκι, γαλακτομπούρεκο ή παγωτό στην αυλή
«Θα περάσω αύριο να πάρω τις μαρέγκες για το γλυκό, όπως είπαμε», φωνάζει φεύγοντας από το κατάστημα μια κυρία κρατώντας στο ένα χέρι δύο σακούλες γεμάτες τσουρέκια, κρέμες και γαλακτομπούρεκο και στο άλλο μια τυρόπιτα για να φαγωθεί στην διαδρομή. Μια γνώριμη σκηνή για τον Βάρσο, ενδεικτική για το πώς λειτουργούσαν τα ζαχαροπλαστεία παλιά, όταν αποτελούσαν καθημερινή στάση για ψώνια. Λογικό, αφού η ιστορία του ξεκινά το 1892, την χρονιά που άνοιξε στην Κηφισιά το γαλακτοπωλείο του σε ηλικία 16 ετών, ο Βασίλης Βάρσος από την Καστριώτισσα Φωκίδας.
Το 1922, η επιχείρηση μεταφέρθηκε στο κέντρο της Κηφισιάς, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα, στα χέρια της 4ης γενιάς. Στα σχεδόν 140 έτη λειτουργίας του έζησε όλα τα ιστορικά γεγονότα του περασμένου αιώνα. Στην Κατοχή έχτισε το όνομά του προμηθεύοντας στους Κηφισιώτες αγνό «απείραχτο» γάλα και όχι τις νερωμένες εκδοχές που πουλούσαν άλλοι.
Ενώ το καλοκαίρι του 1965, κατά τη διάρκεια των «Ιουλιανών», μετατράπηκε σε άτυπο κυβερνητικό στρατηγείο με τους Μητσοτάκης και Παπασπύρου να χρησιμοποιούν τα τηλέφωνα της επιχείρησης για τις κρίσιμες διαβουλεύσεις τους, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Αυτά και άλλα πολλά έχουν διαδραματιστεί στα τραπέζια του «Βάρσου» τόσο σε αυτά του εσωτερικού χώρου όσο και σε εκείνα της αυλής. Αυτό όμως που μας αφορά κυρίως εμάς σήμερα είναι αν τα προϊόντα του έχουν την ίδια ποιότητα και γεύση με τότε. Το διαπιστώνουμε τρώγοντας το περίφημο γαλακτομπούρεκο, το οποίο από μόνο του είναι λόγος για να πας μέχρι την Κηφισιά, το μυρωδάτο τσουρέκι -ειδικά τώρα το Πάσχα είναι ό,τι πρέπει για τα βαφτιστήρια-, όλες τις κρέμες και τα γιαούρτια του και επίσης, τα παγωτά. Γενικά δύσκολα θα φύγεις απογοητευμένος από τον Βάρσο, αλλά εμείς προτείνουμε να μείνεις. Κατά προτίμηση στα τραπεζάκια της αυλής.
Χαρά: Παγωτό Σικάγο και εκμέκ με βουβαλίσιο καϊμάκι
Μπορεί η «Χαρά» να άνοιξε επίσημα τις πόρτες της το 1969, στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της ξεκινά 47 χρόνια νωρίτερα, το 1922, όταν η γιαγιά Αριστέα, ερχόμενη από την Πόλη μετά τον ξεριζωμό, έφερε μαζί της τις συνταγές της, τις οποίες έκρυψε καλά μέσα στο παπούτσι της για να μην χαθούν. Αυτές οι συνταγές έγιναν η μαγιά για να στήσει ο γιος της, Νίκος Παπουτσής, το δικό του μαγαζί δεκαετίες αργότερα, προσφέροντας στους Αθηναίους αυθεντικές πολίτικες γεύσεις. Μαζί με αυτές όμως, τους έμαθε και πως να ρίχνουν λίγο τους ρυθμούς τους. Να βρίσκουν τον χρόνο να καθίσουν στα τραπεζάκια έξω ή στο εσωτερικό, απολαμβάνοντας το γλυκό τους χωρίς βιασύνη. Κάτι που εξακολουθούν να κάνουν μέχρι σήμερα. Ακόμη και το σερβίρισμα παραμένει ίδιο, μια ιεροτελεστία με πορσελάνινα πιάτα και ανοξείδωτα σκαφάκια.
Εκτός των άλλων όμως στο ρετρό αυτό ζαχαροπλαστείο της Κυψέλης θα έρθετε και για το παγωτό. Κυρίως για αυτό. Θα δοκιμάσετε το θρυλικό Σικάγο που είναι το απόλυτο σήμα κατατεθέν του καταστήματος, αλλά και εκμέκ με βουβαλίσιο καϊμάκι. Βασικά, υπάρχουν πάνω από 30 διαφορετικές γεύσεις για να επιλέξει κανείς, αλλά αυτές είναι οι απαραίτητες. Μετά προχωράμε στις επόμενες.
Αλέα: η γλυκιά στάση μέσα στη μέρα
Σοκολατένιο παντεσπάνι στη βάση, κρέμα σοκολάτας, γκανάς, φράουλες. Επαναλαμβάνουμε. Για χρόνια ήταν το αγαπημένο μου γλυκό. Αυτό που δοκίμασα κάποια στιγμή στην Αλέα στο Νέο Ψυχικό και μετά μπορούσα να βρω μόνο κατόπιν παραγγελίας. Αν και μικρό -και χαριτωμένο-, υπάρχει ξεχωριστή δωμάτιο με καθίσματα μέσα, αλλά κυρίως στην αυλή. Το εντυπωσιακό στον χώρο είναι ότι, ενώ το μαγαζί βρίσκεται πάνω στην Κηφισίας, είναι η διαρύθμισή του τέτοια -ίσως και λόγω των δέντρων-, που ενώ είσαι έξω, δεν ακούς πολύ θόρυβο. Είναι το ιδανικό σημείο για μια στάση μέσα στη μέρα να πιεις τον καφέ σου και να φας, εκτός από τα γλυκά, κις λορέν και άλλες πίτες. Ωραίες γεύσεις, αλλά οφείλουμε να ομολογήσουμε, τσουχτερές οι τιμές.
