Μαρινέλλα: Η ιστορία ζωής ενός μύθου

Οι σταθμοί μιας πλούσιας ζωής. Από τη Θεσσαλονίκη του '38 μέχρι την απόλυτη καταξίωση. Οι δυσκολίες, οι έρωτες, οι τολμηρές επιλογές. Ένα ύστατο αντίο στην υπέρτατη Μαρινέλλα.

Μαρινέλλα: Η ιστορία ζωής ενός μύθου

Κατεβάζει το μικρόφωνο. Μια μεγάλη αγκαλιά σχηματίζουν τα χέρια της. Γέρνει ασυναίσθητα το κεφάλι της ελαφρά προς τα πίσω. Κλείνει τα μάτια. Η μουσική σταματά. Η Μαρινέλλα τραγουδά έχοντας μπροστά της μια θάλασσα ανθρώπων.

Στο άκουσμα της καθάριας φωνής της, αποσπάσματα από τις δικές τους ζωές έρχονται και ακουμπούν επάνω της. Και είναι εκείνη η γνώριμη «τσαλκάντζα» του καρπού της, εκείνη η αγέρωχα επαναστατική κίνηση του χεριού της που ανυψώνει ψυχές και αισθήματα.

Είναι η Μαρινέλλα της σκηνής. Η ερμηνεύτρια με τις θρυλικές ιδιότητες που τίποτα δεν ζήτησε από τη ζωή, την οποία και αφιέρωσε στο «να κάνω ευτυχισμένους ανθρώπους γύρω μου».

Η Μαρινέλλα «έφυγε» σε ηλικία 87 ετών, η ζωή της υπήρξε ένας οδηγός προς την αιωνιότητα, ο μονόδρομος ενός μύθου. Κι ας μην ένιωσε ποτέ εκείνη έτσι.

«Για ποιο μέγεθος μου μιλάς;», συνήθιζε να απαντά, ενώ όλοι εμείς βυθιζόμασταν στην επί σκηνής ιερουργία της.

«Θυμάμαι πως, όταν κατάλαβα ότι έπρεπε να χειροκροτήσω, έψαχνα να βρω τις παλάμες μου», γράφει ο Γιάννης Ξανθούλης στη βιογραφία της με τίτλο «Οι Νύχτες που έγιναν μεσημέρια».

Μια φράση που χτυπάει μέσα σου, αν έστω και μια φορά είχες την τύχη να ακούσεις (και να δεις) τη Μαρινέλλα από κοντά. Είχε το χάρισμα να καθηλώνει, να ταξιδεύει, να συγκινεί, να τέρπει.

Η Μαρινέλλα της Θεσσαλονίκης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938. Ήταν το στερνοπούλι μιας εξαμελούς οικογένειας που ζούσε σε ένα ημιυπόγειο επί της Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Χρόνια δύσκολα και ευτυχισμένα. Πριν εγκατασταθούν στη Θεσσαλονίκη, οι γονείς της ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Κατάγονταν από τον Πόντο.

Ο πατέρας της, ο Γιώργος, δούλευε σε φούρνο και η Δόμνα, η μάνα της, έκανε μεροκάματα για να τα φέρουν βόλτα. Η Μαρινέλλα μεγάλωσε την εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στερήθηκε πολλά.

Τα παιδικά της χρόνια ήταν φτωχικά αλλά περιτυλιγμένα από αγάπη και αξίες, όπως αυτή της προσφοράς. Θυμάται την κατσαρόλα με το λιγοστό φαγητό και τον πατέρα της να λέει στη μάνα της να γεμίσει ένα ακόμα πιάτο, μήπως και κάποιος που έχει ανάγκη περάσει από το σπίτι τους.

«Πάρα πάρα πολλές δυσκολίες. Αν νομίζεις ότι όλα είναι καλώς καμωμένα, είσαι γελασμένος. Δεν είναι έτσι. Έχω πεινάσει, όπως ξέρεις, πολύ στη ζωή μου, αλλά αυτό δεν μ’ έκανε να μην πω:

“Αύριο θα ‘ρθει μια άλλη μέρα κι αυτή θα είναι καλύτερη”. (…) Δεν είχαμε να φάμε και λέγαμε: “Εντάξει, μια χαρά. Ψωμί και ζάχαρη”. Κυριολεκτώ σ’ αυτό που λέω», είχε πει η Μαρινέλλα στο Down Town Κύπρου, μιλώντας για τα παιδικά χρόνια της.

Η Κυριακή Παπαδόπουλου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ήταν από παιδί με φλέβα καλλιτεχνική. Ο προοδευτικός πατέρας της κατάλαβε από πολύ νωρίς ότι το μικρό της οικογένειας θα γίνει καλλιτέχνης.

«Ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος μου θαυμαστής. Δεν θα ξεχάσω όταν, σε μικρή ηλικία, με ανέβαζε πάνω στο τραπέζι για να του τραγουδήσω», θα εξομολογηθεί η ίδια σε συνέντευξη στον Γιάννη Πανταζόπουλο και τη Lifo.

Ήταν τεσσάρων ετών όταν συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», στην οποία τραγούδησε τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ. Λίγα χρόνια αργότερα θα διαφήμιζε τα καταστήματα ενδυμάτων «ΜΕΛΚΑ» της Θεσσαλονίκης.

Λίγο πριν ενηλικιωθεί, η Μαρινέλλα με την ευχή των γονιών της, εντάσσεται ως ηθοποιός στον θίασο της Μαίρης Λωράνς. Εκεί θα συναντήσει για πρώτη φορά τον Κώστα Βουτσά, τη Μάρθα Καραγιάννη, τη Σόνια Δήμου και τον Γιάννη Τζαννετάκο.

Ένα βράδυ στον Παλαμά Καρδίτσας η τραγουδίστρια του θιάσου αρρωσταίνει και είναι αδύνατο να εμφανιστεί. Είναι η Μαρινέλλα που την αντικαθιστά. Ξέρει άλλωστε όλα τα τραγούδια της παράστασης.

Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής. Η

Μαρινέλλα έγινε η βασική τραγουδίστρια του θιάσου.

Όταν η Κυριακή έγινε Μαρινέλλα στο «Πανόραμα»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 η Μαρινέλλα θα πιάσει δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Πανόραμα» στη Νέα Ελβετία, πίσω από το γήπεδο του Άρη.

Εδώ θα διαδραματιστεί ίσως η πιο καθοριστική σκηνή της καριέρας της. Στο «Πανόραμα» του 1956 θα γνώριζε τον τραγουδοποιό Τόλη Χάρμα ο οποίος και της έδωσε το καλλιτεχνικό της όνομα.

«Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο», θα της πει. «Και πώς πρέπει να το κάνω;», θα απαντήσει εκείνη.

«Μαρινέλλα», ακούγεται να λέει ο Χαρμάς, εμπνεόμενος από το ομώνυμο τραγούδι του. Το κουβάρι του μύθου της Μαρινέλλας αρχίζει να ξετυλίγεται.

Μία ακόμα γνωριμία-«σταθμός»: ο μπουζουξής Στέλιος Ζαφειρίου. Δούλευε εκείνη την εποχή στο «Πανόραμα» και ήταν ο άνθρωπος που τη γνώρισε στον Στέλιο Καζαντζίδη.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο Καζαντζίδης πήγε να συναντήσει τον Ζαφειρίου. Μπαίνοντας στο «Πανόραμα» άκουσε μία γυναικεία φωνή να ερμηνεύει το «Το πιο πικρό ψωμί» του Μητσάκη, ένα τραγούδι που είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα εκείνος.

Στέλιος Καζαντζίδης και Μαρινέλλα.

Ημέρες μετά την πρώτη χειραψία, ο Καζαντζίδης θα της ζητήσει να γίνει το σεκόντο του. Η Μαρινέλλα θα δεχτεί. Η πρώτη κοινή τους εμφάνιση θα γίνει στο παραθαλάσσιο κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης.

Πολλά χρόνια αργότερα, η Μαρινέλλα θα πει ότι ο Καζαντζίδης ήταν για εκείνη μεγάλος, αν όχι ο μεγαλύτερος, δάσκαλος.

Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με επιτυχία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση.

Για την αγορά της Αυστραλίας, η Μαρινέλλα ηχογράφησε σόλο δυο πολύ σπάνια τραγούδια, το «Θέλω απόψε κρουαζιέρα» του Αθανάσιου Μπουρλιάσκου και το «Μια πεντάμορφη τσιγγάνα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, σε στίχους Ηλία Εσδρά. Τον ίδιο χρόνο, ακολούθησε μια σειρά συναυλιών στην Κωνσταντινούπολη.

Στέλιος Καζαντζίδης, Μίκης Θεοδωράκης, Μαρινέλλα, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Το 1960, η Μαρινέλλα και ο Καζαντζίδης, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο (συνολικά συμμετείχαν μαζί σε 10 ελληνικές ταινίες), στην κωμική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη, «Η κυρία Δήμαρχος», ερμηνεύοντας μαζί τα τραγούδια «Για ‘μας ποτέ μη ξημερώσει» και «Ζιγκουάλα», ενώ η Μαρινέλλα ερμήνευσε σόλο το τραγούδι του Αργύρη Κουνάδη «Αλλάξανε τα πράγματα».

Το καθοριστικό 1966

Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, παντρεύτηκαν στις 7 Μαΐου του 1964 με κουμπάρο τον Στέλιο Πελαγίδη, τότε σύζυγο της Πόλυς Πάνου.

Ο γάμος τους έγινε υπό άκρα μυστικότητα, μιας και οι θαυμαστές τους ήταν διατεθειμένοι να κατασκηνώσουν έξω από την εκκλησία για να τους δουν.

Παντρεύτηκαν τελικά στην Αγία Βαρβάρα στο Χαλάνδρι στις 6.30 μ.μ.. Παράνυμφοι ήταν ένα άλλο εμβληματικό δίδυμο της εποχής, ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα.

Στις αρχές του ’65, ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει τις εμφανίσεις του. Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του ’66. Η Μαρινέλλα μιλώντας για τη σχέση τους στον Τάσο Κουτσοθανάση, είχε αναφέρει: «Να εργάζεσαι δίπλα σε έναν “κολοσσό” δεν είναι εύκολο.

Στην αρχή με δυσκόλεψε και νόμισα πως δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα. Σιγά σιγά, όμως, κατάφερα να σταθώ στα δικά μου πόδια. Αν κατόρθωσα να πείσω το κοινό ότι αξίζω μόνη μου, είναι ένα γεγονός που με κάνει ευτυχισμένη».

Σε άλλη συνέντευξη, είχε εξομολογηθεί: «Το ότι επιβίωσα σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο οφείλεται ίσως στο ότι από πολύ μικρή ήμουν με τον Στέλιο Καζαντζίδη και είχα πάντα την προστασία και τη φροντίδα του».

Η Μαρινέλλα είναι πια μόνη της, με μία φλόγα μέσα της να σιγοκαίει για σόλο καριέρα. «Έπαιξε πολύ ρόλο το ’66, αυτή η αλλαγή που έγινε στην ιδιωτική μου ζωή», παραδέχεται η ίδια στον Γιώργο Παπαστεφάνου.

Με τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Και συνεχίζει: «Επειδή έπαψα να είμαι πια τότε το σεκόντο του Καζαντζίδη, έπρεπε και εγώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Και να δουλέψω μόνη μου και η εξέλιξη είναι αυτή που ξέρετε όλοι.

Μην κοιτάς που ήμουν ακίνητη αν θέλεις σε αυτή τη σκηνή. Και τότε νομίζω ότι είχα μέσα μου αυτό το ταμπεραμέντο.

Και όταν τραγουδούσα στην καρέκλα, σηκωνόμουν όταν επρόκειτο να τραγουδήσω μόνη μου και κουνιόμουν και είχα μια κίνηση. Νομίζω από τότε το είχα μέσα μου αυτό το πράγμα για να κάνω κάτι μόνη μου, δεν ξέρω».

Ο Γιάννης Ξανθούλης στην εκπομπή «Στούντιο 4» είχε μιλήσει για την περίοδο που ακολούθησε τον (δια)χωρισμό του ζευγαριού, αλλά και για το «βουνό» που είχε να ανέβει η Μαρινέλλα.

«Η Μαρινέλλα γίνεται Μαρινέλλα μετά το ’67. Μετά το ’66, όταν χώρισαν πια, ήταν στον άσσο και μάλιστα συντηρούσε και τους γονείς της. Δεν είχε χρήματα.

Ήταν δύο άνθρωποι αλλά μία τσέπη, όχι δύο. Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει, τα λεφτά της τα πήρε. Της είπε “θα σου δώσω τα λεφτά όταν χωρίσουμε και βγει το διαζύγιο”. Της τα έδωσε αλλά υπήρχε μια ψυχρότητα και λόγια ψυχρά.

Τότε ο κόσμος την αντιμετώπισε φριχτά. Γιατί ο κόσμος ήταν με τον Καζαντζίδη. Δηλαδή πήγαινε να τραγουδήσει και άκουγε: “άει μωρή, που έκανες το παλικάρι μας να κλάψει και να στεναχωρηθεί”.

Γιατί αυτός τραγουδούσε όλα αυτά τα τραγούδια και ο κόσμος καταλάβαινε ότι έβγαζε τον πόνο του για έναν μεγάλο έρωτα που δεν ευοδώθηκε και το μυαλό του ήταν στη Μαρινέλλα».

Η συνάντηση με τον Γιώργο Κατσαρό

«Μετά από αρκετό καιρό βρίσκομαι μια μέρα στη Σταδίου και βλέπω τη Μαρινέλλα. Με αγκαλιάζει και κλαίγοντας μου λέει: “Έφυγα από τον Στέλιο”. Δεν είχε τίποτα. Ούτε λεφτά να πάει στο σπίτι της», θα θυμηθεί ο Γιώργος Κατσαρός στην ίδια εκπομπή.

«Την παίρνω στη Ρωσία μαζί, κάνει μεγάλη επιτυχία. Ήμασταν καλεσμένοι παντού επισήμως, ως εκπρόσωποι της Ελλάδας. Όταν γυρίσαμε από τη Ρωσία την παίρνω μαζί μου και στο θέατρο ως σολίστ, μόνη της. Και την παίρνω και μαζί μου, το μεγάλο ξεκίνημα ήταν η “Νεράιδα”. Ένα πρόγραμμα καταπληκτικό».

Ο Γιώργος Κατσαρός, ύστερα από τουρνέ 45 ημερών μαζί της σε τέσσερις πόλεις της Ρωσίας, της πρότεινε να εμφανιστεί στο παραμυθόδραμα του Κώστα Χατζηχρήστου «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι» στο θέατρο «Παρκ».

Με τον Γιώργο Κατσαρό.

Τραγούδησε το «Απόψε χάνω μια ψυχή», σε στίχους Πυθαγόρα. Αυτή η εμφάνιση της Μαρινέλλας ήταν η πρώτη σόλο εμφάνισή της μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας, ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε το 1968. Του το είχε ζητήσει η ίδια να το πει, στο στούντιο ΕΡΑ, αφού είχε προηγηθεί η άρνηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη να το τραγουδήσει στην ταινία «Το κορίτσι του λούνα παρκ» του Κώστα Καραγιάννη.

Ο Ζαμπέτας έχει περιγράψει εκείνη τη σκηνή. «…Έρχεται η Μαρινέλλα και μου λέει στ’ αυτί “Μανίτσα να το πω εγώ αυτό το τραγούδι;” Κι εγώ της λέω “ό,τι γουστάρει η Κίτσα” – έτσι τη λέγαμε χρόνια, με το χαϊδευτικό της.

Πάω σπίτι, δεν περνάει πολλή ώρα, χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει “Τελειώσαμε”. Μου βάζει να τ’ ακούσω και ακούω και παγώνω. “Μπράβο ρε Μαρινέλλα, μπράβο”. Πώς το ‘χε τραγουδήσει έτσι, πόσο γλυκά το είπε, τι ψυχούλα που έβαλε».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1969, κυκλοφόρησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο 33′ στροφών με τον τίτλο «Σταλιά – Σταλιά», μια συλλογή από τραγούδια που είχαν ήδη χαράξει πορεία στις 45′ στροφές.

Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε στην «Παλιά Αθήνα» της Πλάκας, δίπλα στους Δημήτρη Μητροπάνο, Κλειώ Δενάρδου και Σόφη Ζαννίνου.

Η «όρθια επανάσταση»

Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της, την έκανε να ξεχωρίσει. Χρησιμοποιούσε μεγάλες ορχήστρες με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής.

Πρόσεχε τον ήχο, έβαλε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, έφτιαξε τα καμαρίνια και επέβαλε όχι μόνο την Κυριακή να είναι ρεπό, αλλά και οι μουσικοί της να πληρώνονται εκείνο το ρεπό.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Stork της Φιλλελήνων ή στην παραλία, συνυπάρχει ο -ανερχόμενος τότε- Γιώργος Νταλάρας με επιμελητή προγράμματος τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Είναι η εποχή της Μαρινέλλας», όπως τη χαρακτήρισε ο Νταλάρας σε συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου.

Γιώργος Νταλάρας και Μαρινέλλα.

Η Μαρινέλλα σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, στο ΒΗΜΑ και στη Μυρτώ Λοβέρδου, είχε αναφερθεί στο λαϊκό τραγούδι, στην Πλάκα και στην προσωπική της επανάσταση «να σηκωθεί».

«Υπήρχε όμως ένας διαχωρισμός: Το λαϊκό τραγούδι και το ευρωπαϊκό τραγούδι. Στην Πλάκα ούτε αρχοντορεμπέτικα δεν έμπαιναν, εκεί ήταν μόνο τα μοντέρνα. Τα άλλα ήταν στα λαϊκά.

Όταν άρχισε να εισβάλλει το λαϊκό τραγούδι και σε αυτά τα μαγαζιά, άρχισε να αλλάζει και το ντύσιμο. Έκανα εγώ την αρχή στα λαϊκά, σηκώθηκα πάνω».

Άρχισε λοιπόν να μπαίνει το μπουζούκι σιγά σιγά στην Πλάκα αλλά και το μοντέρνο μπήκε στα λαϊκά μαγαζιά. Μετά, όταν έκανα τα σόου στην πίστα, έφερα στα λαϊκά μαγαζιά της εποχής στοιχεία από τις μοντέρνες τραγουδίστριες. Ντύθηκα, έβαλα φορέματα, έβαλα παντελόνια, αδιανόητα πράγματα.

Η Μαρινέλλα με τον Θανάση Πολυκανδριώτη στο BBC, 1971.

Επειδή εγώ ξεκίνησα από το θέατρο, το θεώρησα φυσικό να σηκωθώ. Δεν μπορούσα να κάθομαι στην καρέκλα. Και κάθησα δέκα χρόνια! Σπουδαίο σχολείο αυτό. Μετά όμως πήρα στοιχεία που ήξερα από το θέατρο, πήρα καινούργια στοιχεία από τα ταξίδια μου στο εξωτερικό, αγόρασα ωραία φορέματα.

Εδώ δεν είχαν ιδέα από όλα αυτά. Πάντα κάποιος κάνει μια αρχή και οι άλλοι το θεωρούν επανάσταση. Μου άρεσε πολύ αυτό. Δεν μου το είπε κανείς. Μόνη μου το έκανα. Ηθελα να ξεκολλήσω, να σηκωθώ από την καρέκλα».

O Φρανκ Σινάτρα, βλέποντας τη Μαρινέλλα θα πει εκστασιασμένος: «Αν αυτή η γυναίκα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτή όλος ο κόσμος».

Μια ανύπαντρη μητέρα

Η δεκαετία του ’70 είναι για τη Μαρινέλλα μια δεκαετία πολλών και συνεχών αλλαγών. Μια δεκαετία διαρκούς αναπροσαρμογής, πάντα υπό τα άγρυπνα φώτα της δημοσιότητας.

Η καριέρα της Μαρινέλλας καλπάζει με τις επιτυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη. Στην αντίπερα όχθη, η προσωπική ζωή της ακολουθεί ανάλογη πορεία (έστω και με χρονικό περιορισμό).

Η Μαρινέλλα και ο Τόλης Βοσκόπουλος γνωρίστηκαν το 1973, όμως η χρονιά αυτή επιφύλασσε για τη Μαρινέλλα κάτι πολύ μεγαλύτερο. Η γέννησης της κόρη της, τον Ιούλιο του 1973, ήταν το μεγαλύτερο δώρο της ζωής της.

Τόλης Βοσκόπουλος και Μαρινέλλα.

Είχε προηγηθεί η σχέση με τον πατέρα της κόρης της, Φρέντυ Σερπιέρη, όμως παρά τη δική του επιθυμία να παντρευτούν, η Μαρινέλλα προτίμησε να μείνουν δύο καλοί φίλοι, κάτι που τήρησαν μέχρι να φύγει πρώτος από τη ζωή.

Η κόρη της, Τζωρτζίνα, ήταν η ζωή της και ήθελε πολύ κουράγιο εκείνη την εποχή να εμφανιστεί ως ανύπαντρη μητέρα. Τα κακεντρεχή σχόλια δεν έλειψαν, όμως η Μαρινέλλα δεν υπήρξε ποτέ μια γυναίκα που φοβήθηκε για τις επιλογές της. «Ρίσκαρα στη ζωή μου», λέει. Και το ρίσκο αυτό καθοδηγείτο από το ένστικτό της.

Στη συνέντευξη στο ΒΗΜΑ είχε αναφερθεί στην εγκυμοσύνη και την επιλογή της να μεγαλώσει εκτός γάμου την κόρη της. «Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ.

Ηξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα “αυτή είμαι”. Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε.

Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “σαν δεν ντρέπεται”. Ηθελε τόλμη».

Η σχέση με τον Τόλη Βοσκόπουλο

Τον ίδιο χρόνο που γεννήθηκε η Τζωρτζίνα παντρεύτηκε τον Τόλη Βοσκόπουλο. Προσωπικά. Ενστικτωδώς. Αντισυμβατικά.

«Στον δεύτερο γάμο μου με τον Βοσκόπουλο, είχαμε μόνο έξι καλεσμένους κι εμείς, το ζευγάρι, φορέσαμε μπλου τζιν. Εγώ ένα γιλέκο και φούστα μακριά και ο Τόλης τζιν παντελόνι.

Παντρευτήκαμε στο σπίτι μου στο Παγκράτι και ήμασταν: ο παπάς φυσικά πού ήρθε εκεί, οι κουμπάροι- μας πάντρεψε ο Γιώργος Κατσαρός με τη γυναίκα του- ήταν ο Φρέντυ Γερμανός με την κοπέλα του και η Λένα η Παμέλα που είχε τη Νεράιδα μαζί με τον άντρα της», είχε πει η Μαρινέλλα σε συνέντευξη στο youfly.com.

Φίλιππος Νικολάου, Μαρινέλλα, Τόλης Βοσκόπουλος.

«Ο Κατσαρός μόλις μάς είδε με τα τζιν, λέει: “Καλά βρε παιδιά, εμείς γιατί ντυθήκαμε κι εσείς είστε με τζιν; Έ, οι κουμπάροι είναι αλλιώς”, είπαμε. Μετά βέβαια, αλλάξαμε, βάλαμε ένα καλό ρούχο και πήγαμε στο κέντρο στη Νεράιδα που τραγουδούσε ο Τόλης».

Έμειναν μαζί οκτώ χρόνια, με τον Τόλη να δείχνει τεράστια αγάπη στην Τζωρτζίνα, κάτι που δεν αρνήθηκε ποτέ η Μαρινέλλα. Η δική τους σχέση τράβηξε περισσότερο απ’ ό,τι τελικά μπορούσε να αντέξει και έληξε άδοξα.

Στην απονομή χρυσού δίσκου στον τόλη Βοσκόπουλο, αγκαλιά με την κόρη της Μαρινέλλας, Τζωρτζίνα.

«Είχα μόνο σοβαρές σχέσεις που κρατούσαν χρόνια. Και όταν η Τζωρτζίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο -είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι- αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα.

Δεν ήθελα να δω πότε το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή», είχε εξομολογηθεί η Μαρινέλλα.

Κι ύστερα…

Δεν της χαρίστηκε τίποτα. Δούλεψε σκληρά για να ανέβει αλλά και να παραμείνει στην κορυφή. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε η Μαρινέλλα, θριάμβευσε.

«Η ανηφορική διαδρομή της Μαρινέλλας βρήκε στα τραγούδια μου πολλά ξέφωτα μα και αξεπέραστες κορυφές», είχε δηλώσει ο Μίμης Πλέσσας

Μιλούσε δύσκολα στους δημοσιογράφους, ίσως γιατί δεν ήθελε να αναφέρεται στο παρελθόν. Το σεβόταν, το τιμούσε, αλλά προτιμούσε να ζει το παρόν της με δύναμη και πάθος.

«Η Μαρινέλλα δεν είναι μια τραγουδίστρια καλή ή μέτρια, περίφημη ή σπουδαία. Είναι μια καλλιτέχνης δημιουργός.

Έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που λέμε “Μεγάλος στο είδος του”. Ένα από τα χαρακτηριστικά της Μαρινέλλας είναι το πάθος της, ο έρωτας για την δουλειά που κάνει.

Η ανεπανάληπτη προσπάθεια για να φτάσει όσο γίνεται πιο κοντά στην τελειότητα, αναδεικνύοντας τον στίχο, τη μελωδία, με χίλια δυο τεχνάσματα και παιχνίδια ηχητικά της φωνής της, με μια ανεπανάληπτη δεξιότητα στην κίνηση του σώματος και, με μια χωρίς προηγούμενο μέθεξη μυαλού και ψυχής.

Είναι μια πραγματικά ανεπανάληπτη καλλιτέχνιδα στο είδος της», δια στόματος Μάνου Κατράκη στο ένθετο της συλλογής «15 χρόνια Μαρινέλλα».

Δεν σκέφτηκε να σταματήσει. Άλλωστε η φωνή της δεν της είχε εγκαταλείψει λεπτό. Μία ακόμα συνειδητή επιλογή μιας τεράστιας ζωής. Η συναυλία στο Ηρώδειο το 2024 έμελλε να είναι η τελευταία παράστασή της.

«Είτε είναι εκατό οι θεατές, είτε χιλιάδες, τους βλέπω σαν ένα πρόσωπο που το κοιτάω στα μάτια και του λέω σ’ αγαπώ. Αυτό το εισπράττουν όλοι».

Το τραγούδι ήταν (η) αγάπη (της).

Πώς μπορεί κανείς άλλωστε να ξεχάσει τους τελευταίους στίχους που βγήκαν από το στόμα της. «Εγώ κι εσύ, Θεέ μου, μας έμαθες εσύ τόσο πολύ να αγαπάμε».

Η Μαρινέλλα σίγησε.

Κι ύστερα…

μα δεν υπάρχει ύστερα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version