Λίγες μορφές της ευρωπαϊκής τζαζ έχουν χαράξει τόσο ξεχωριστή πορεία τις τελευταίες τρεις δεκαετίες όσο ο νορβηγός τρομπετίστας και συνθέτης Nils Petter Molvær. Οσοι τον γνωρίζουν αλλά και όσοι θέλουν να τον μάθουν, θα έχουν την ευκαιρία να το κάνουν στο Half Note Jazz Club για 4 εμφανίσεις από την Παρασκευή 27 μέχρι και τη Δευτέρα 30 Μαρτίου.
Ως «κεντρική φωνή» στο κύμα της σκανδιναβικής τζαζ στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το έργο του Molvær υπερβαίνει τα μουσικά είδη, αντλώντας έμπνευση από ambient, electronica, dub, post-rock και παραδοσιακό τζαζ αυτοσχεδιασμό, για να σφυρηλατήσει έναν ήχο που είναι φυσικός, ακατέργαστος και ψηφιακά τροποποιημένος. Στον βαθμό που η δημιουργική μουσική φέρνει καινούργιες μουσικές ιδέες και εκφραστικά μέσα, ο Nils Petter Molvær, είναι από τους βασικούς εκφραστές της.
Γεννημένος στη Σούλα το 1960, ο Molvær έγινε γνωστός ως μέλος του Masqualero, του συγκροτήματος με συν-ηγητή τον Arild Andersen, το οποίο υπαινίχθηκε την ευρυχωρία στην έκφραση και την ρυθμική πολυπλοκότητα. Το έργο που τον καθόρισε ήταν το «Khmer» του 1997 (κυκλοφόρησε από την ECM). Κυκλοφορία-ορόσημο, συνδύασε τις μελαγχολικές ηλεκτρονικές υφές με ζωντανή τρομπέτα και σπασμένους ρυθμούς, κερδίζοντας την αναγνώριση των κριτικών πέρα από τους κύκλους της τζαζ και προαναγγέλλοντας τη ρευστότητα του είδους που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της σημερινής ορχηστρικής μουσικής. Παραμένει μια από τις πιο εμπορικά επιτυχημένες και επιδραστικές κυκλοφορίες της ECM, η οποία συχνά αναφέρεται ως ορόσημο για την εξέλιξη της τζαζ στην ψηφιακή εποχή.
Τις επόμενες δεκαετίες, ο Molvær δημιούργησε ένα σύνολο έργων που αντιστέκεται στην κατηγοριοποίηση. Άλμπουμ όπως τα «Solid Ether, «np3», «Baboon Moon» και «Buoyancy» διατηρούν μια γραμμή μελωδικής αυτοσυγκράτησης και ηχητικής περιέργειας, με γραμμές τρομπέτας που συχνά μοιάζουν περισσότερο με ψίθυρους ή προειδοποιήσεις. Έχει συνεργαστεί εκτενώς – με τους Bill Laswell, Moritz von Oswald, Sly & Robbie και Eivind Aarset – ωστόσο ο ήχος του είναι αναμφισβήτητα δικός του. Στις ζωντανές εμφανίσεις, έχει γίνει γνωστός για τις καθηλωτικές, συχνά κινηματογραφικές παραστάσεις όπου ο σχεδιασμός του ήχου παίζει εξίσου κρίσιμο ρόλο με τον αυτοσχεδιασμό.
Στο σύγχρονο ευρωπαϊκό τζαζ τοπίο, ο Molvær αποτελεί μια ήσυχη αλλά θεμελιώδη προσωπικότητα. Η επιρροή του είναι αισθητή στα ηχοτοπία νεότερων σκανδιναβών καλλιτεχνών με ατμοσφαιρικές επιρροές και στις φιλοδοξίες crossover συγκροτημάτων που συνδυάζουν την τζαζ με τη μουσική των κλαμπ και τον μινιμαλισμό. Αν και ποτέ δεν φλερτάρει με τα φώτα της δημοσιότητας, το έργο του Molvær συνεχίζει να έχει απήχηση, προσφέροντας έναν εναλλακτικό χάρτη για το πού μπορεί να ταξιδέψει η τζαζ – όχι προς τα πίσω μέσω του φόρου τιμής, αλλά προς τα εμπρός σε νέες μορφές, που εξακολουθούν να ξεδιπλώνονται.
Υπογράφοντας συμβόλαιο με την Edition Records του Dave Stapleton το 2025, ο Molvær ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο στην δημιουργία του. Η κυκλοφορία του «Khmer Live in Bergen», το 2025, επανεξετάζει το πιο εμβληματικό του έργο όχι ως νοσταλγία, αλλά ως ανανέωση. Σαν να διαμορφώνει το μέλλον αντί να επαναλαμβάνει το παρελθόν.
Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τη μουσική και ειδικά με την τζαζ;
Ο πατέρας μου ήταν μουσικός της τζαζ, οπότε ήρθα σε επαφή με τη μουσική από πολύ νωρίς. Μία από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι η Billie Holiday να τραγουδά το «Summertime» και ο Louis Armstrong. Αυτό ήταν σε δίσκο 78 στροφών, στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Ποιες ήταν/είναι οι επιρροές σας;
Αχ… αυτή είναι μια μεγάλη ερώτηση. Όταν ήμουν 6-7 ετών, ήταν ο Herb Alpert and the Tijuana Brass, αλλά αυτό κράτησε μόνο για λίγα χρόνια. Καθώς μεγάλωνα, άκουγα κάθε είδους μουσική, από heavy metal μέχρι Stan Getz, Joni Mitchell, Miles, Jon Hassell, Brian Eno, Led Zeppelin, Chet Baker. Στη δεκαετία του ’90, Berlin techno, Massive Attack, Portishead, Jeff Mills, Basement Jaxx κ.ά. Αυτή που εξακολουθεί να «λάμπει» είναι η Joni Mitchell. Φυσικά υπάρχουν και πολλοί σύγχρονοι μουσικοί που εκτιμώ. Για μένα, είτε η μουσική με αγγίζει είτε όχι. Τα είδη δεν έχουν καμία σημασία. Μου αρέσει επίσης μουσική από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Πώς θα περιγράφατε την προσωπική σας εξέλιξη ως καλλιτέχνης και τη μετάβαση σας στη δική σας φωνή;
Νομίζω ότι ήταν μια οργανική εξέλιξη και συνεχίζει να εξελίσσεται. Ελπίζω
Πώς θα περιγράφετε τη σχέση σας με την τρομπέτα;
Η τρομπέτα είναι, θα έλεγα, η φωνή μου. Θέλω να ακούγεται με τρόπο που με κάνει να νιώθω άνετα.
Τι θα ακούσουμε στην Αθήνα;
Ο ντράμερ μας είχε ένα ατύχημα και έσπασε το ισχίο του κατά τη διάρκεια της περιοδείας. Αυτή τη στιγμή είναι ακόμα στο νοσοκομείο στην Κολωνία της Γερμανίας. Οπότε η μουσική μας θα είναι προφανώς πιο ambient. Θα έρθουμε στην Αθήνα, θα κάνουμε soundcheck και μετά θα δούμε, αλλά λειτουργεί πολύ καλά και ως ντουέτο.
Ποια είναι η άποψή σας για την «είσοδο» της Τεχνητής Νοημοσύνης στη μουσική;
Η στάση μου απέναντι σε αυτό είναι εντελώς αρνητική. Είναι δυνατό να χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, σε EQ μέσω AI… αλλά η ίδια η μουσική πρέπει να δημιουργείται από ανθρώπους.
Πώς θα περιγράφατε τον ήχο σας;
Δεν ξέρω πραγματικά. Ίσως ζεστός και αέρινος… και κάποιες φορές, θα έλεγα, σκληρός.
Τα επόμενα σχέδιά σας;
Να επιστρέψω σπίτι και να ξεκουραστώ μετά από έναν μήνα στον δρόμο… και μετά να ξεκινήσω τη μίξη του νέου άλμπουμ που ηχογραφήσαμε. Έχω επίσης ολοκληρώσει ένα άλμπουμ που το ονομάζω «Be Quiet». Είναι 9 ντουέτα με μουσικούς από διαφορετικά είδη και πολιτισμούς.
Αγοράστε εισιτήριο για τις συναυλίες του Molvær στο InTickets.
