Διονύσης Γραμμένος: Από την Κέρκυρα στην London Philharmonic Orchestra

Λίγο πριν διευθύνει τη London Philharmonic Orchestra, ο μαέστρος Διονύσης Γραμμένος μιλά για τη ζωή του που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, την αξία και το νόημα της κλασικής μουσικής και θυμάται το ξαφνικό τηλεφώνημα που τον έστειλε στη σκηνή μέσα σε μόλις τριάντα λεπτά.

Διονύσης Γραμμένος: Από την Κέρκυρα στην London Philharmonic Orchestra

Υπάρχει μια αόρατη αλλά αδιαπέραστη ησυχία που μοιάζει να περιβάλλει σαν προστατευτικό κουκούλι τον Διονύση Γραμμένο. Μια ηρεμία σε απόλυτη αντιδιαστολή με τις θηριώδεις και πολύπλοκες παρτιτούρες που στροβιλίζονται αδιάκοπα μέσα στο κεφάλι του.

Ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν ετοιμάσει ξανά βαλίτσες για την επόμενη συναυλία του, παρατηρώ τις κινήσεις του. Δεν έχεις απέναντί σου έναν μαέστρο κυριευμένο από το άγχος της επικείμενης αναμέτρησης, αλλά έναν άνθρωπο που ήδη κατοικεί νοητά σε έναν άλλον, άυλο κόσμο. Είναι, όπως λέει και ο ίδιος, σαν να φοράει διαρκώς αόρατα ακουστικά.

Το σαββατοκύριακο που μας έρχεται, στις 14 και 15 Μαρτίου, ο Διονύσης Γραμμένος θα επιστρέψει στο γνώριμο για εκείνον αλλά πάντα απαιτητικό έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας, για να αναλάβει τα ηνία της ιστορικής London Philharmonic Orchestra (LPO).

Το πρόγραμμα μοιάζει με ένα ταξίδι σε μαγικούς, ανοιχτούς, ανεξερεύνητους ορίζοντες: από τη διονυσιακή ορμή στο «Πουλί της Φωτιάς» του Στραβίνσκι και τον αισθησιασμό του Ντεμπισί («Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου»), μέχρι την αξεπέραστη διαύγεια του 23ου Κοντσέρτου για πιάνο του Μότσαρτ, με συνοδοιπόρο τον νεαρό, βραβευμένο σολίστ Lukas Sternath.

Όμως για τον Έλληνα μαέστρο η αφετηρία αυτής της σπουδαίας μουσικής περιπέτειας –καθώς και το εναρκτήριο έργο της βραδιάς– δεν βρίσκεται στα σαλόνια της Βιέννης, ούτε στα ρωσικά παραμύθια. Αλλά σε ένα άγριο, ανεμοδαρμένο τοπίο του βορρά. Στις σκωτικές Εβρίδες. Σε αυτά τα τεράστια, σκουρόχρωμα βράχια στη Σπηλιά του Φίνγκαλ.

Όταν ο Φέλιξ Μέντελσον ταξίδεψε εκεί, το φυσικό αυτό θαύμα, φτιαγμένο από επιβλητικά μπλοκ πέτρας, δεν εντυπώθηκε απλώς στη μνήμη του. Μετατράπηκε σε μουσική.

© George Xigos

«Είναι εντυπωσιακό το πώς ο Μέντελσον μας μεταφέρει σήμερα, μέσα από τη μουσική του, την αίσθηση και την ατμόσφαιρα αυτού του μαγευτικού τοπίου, σχεδόν 200 χρόνια μετά την επίσκεψή του», παρατηρεί ο μαέστρος. Σκύβει πάνω από το τραπέζι και μέσα από το κινητό του, μου δείχνει εικόνες από το γεωλογικό μνημείο που γέννησε την περίφημη εισαγωγή που θα διευθύνει, την οποία ακολούθησε ιστορικά και η θρυλική «Σκωτική Συμφωνία» του.

Για τον Γραμμένο η μουσική δεν είναι απλώς μαύρες κουκκίδες τυπωμένες στο χαρτί. Είναι τοπία, βιώματα, ιστορίες, γεωγραφία, αδιάκοπη κίνηση και, κυρίως, ατελείωτες ερωτήσεις.

Control the Controllables

Με έναν τρόπο το παραπάνω το επιβεβαιώνει με τον πλέον βιωματικό τρόπο. Ο Διονύσης Γραμμένος ζει διαρκώς εν κινήσει. Ο χρόνος του μετριέται πια σε ηπείρους, αεροδρόμια, ακραίο συχνά jet lag και διαφορετικές ζώνες ώρας.

Μπορεί τη μία εβδομάδα να βρίσκεται στο Elbphilharmonie του Αμβούργου ή στο Concertgebouw του Άμστερνταμ, και λίγες μέρες αργότερα να μπαίνει σε ένα αεροπλάνο για ένα εξοντωτικό σωματικά ταξίδι προς τη Νέα Ζηλανδία. Ένα ταξίδι που η λέξη «μακρινό» δεν αρκεί καν για να το περιγράψει. Μιλάμε για 38 ώρες διαδρομής.

Πώς επιβιώνει κανείς σε αυτή τη συνθήκη χωρίς να απορρυθμιστεί πλήρως; Για τον Γραμμένο, το μυστικό κρύβεται σε μια απλή, σχεδόν στωική παραδοχή: «Το κλειδί είναι να μη σε απασχολεί το πότε φτάνεις. Μπαίνω στο αεροπλάνο, κάθομαι και λέω στον εαυτό μου “θα φτάσω, όταν φτάσω”.

Η αίσθηση του χρόνου είναι νοητική. Αυτή δημιουργεί την απόσταση στο μυαλό σου». Εκείνες τις ώρες πάνω από τα σύννεφα, οι συμφωνίες του Μάλερ μπαίνουν σε παύση και τη θέση τους παίρνουν δοκίμια από τα βιβλιοπωλεία των αεροδρομίων – μια μικρή, γήινη διαφυγή από τον κόσμο της κλασικής μουσικής.

© Olympia Krasagaki

Η στωικότητά του δεν εξαντλείται στις πολύωρες πτήσεις, αλλά αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της φιλοσοφίας του και στην τέχνη του. Είναι το δόγμα του control the controllables. «Οι Στωικοί λένε: τι είναι αυτό που μπορείς να ελέγξεις και τι βρίσκεται έξω από τη σφαίρα επιρροής σου; Η αφωσίωση και η δέσμευσή μου, η μελέτη, το πρόγραμμά μου, ο τρόπος που στέκομαι απέναντι στην ορχήστρα εξαρτώνται από μένα.

Το τι συμβαίνει έξω από μένα, δεν μπορώ να το επηρεάσω και, αντίστοιχα, δεν του επιτρέπω να με επηρεάσει. Μαθαίνεις να ανταποκρίνεσαι διαφορετικά στα ερεθίσματα. Είναι σαν να επαναπρογραμματίζεις τους νευρώνες σου. Το ερέθισμα που υπό άλλες συνθήκες θα σου προκαλούσε στρες, τώρα έρχεται, διαθλάται και φεύγει. Αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο ταξίδι ανακάλυψης και αφύπνισης», λέει.

Ένα ξαφνικό αλλά καθοριστικό τηλεφώνημα

Αυτή ακριβώς η εσωτερική «διάθλαση» του πανικού ήταν που τον έσωσε σε μια από τις πιο οριακές, κινηματογραφικές και σημαδιακές στιγμές της καριέρας του. Η σημερινή, ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης του Γραμμένου με τη London Philharmonic Orchestra δεν γεννήθηκε μέσα από μια συμβατική, προγραμματισμένη μετάκληση, αλλά χάρη σε ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα, το οποίο ο μαέστρος παρολίγον να μην απαντήσει.

Ήταν Φεβρουάριος του 2024. Παρασκευή απόγευμα στην Αθήνα. Ο Γραμμένος βρισκόταν στο γυμναστήριο. Είχε μόλις τελειώσει την προπόνησή του και κατευθυνόταν προς τα αποδυτήρια με σκοπό να χαλαρώσει για δεκαπέντε λεπτά στην πισίνα. Τότε το κινητό του άρχισε να χτυπά επίμονα. Κάποιος άγνωστος για εκείνον αριθμός από το εξωτερικό τον καλούσε ασταμάτητα.

© Benjamin Ealovega

Η πληροφορία που άκουσε ήταν καταιγιστική: «Είμαστε από το τάδε γραφείο. Είσαι στην Αθήνα; Κοίτα, είναι η London Philharmonic στο Μέγαρο και παίζουν την 4η Συμφωνία του Μπραμς. Έχουμε μια ακύρωση μαέστρου. Μπορείς να τη διευθύνεις;». Οι ακυρώσεις στη μουσική βιομηχανία είναι συχνές, συνήθως όμως αφήνουν ένα περιθώριο εβδομάδων ή έστω ημερών. «Η συναυλία ξεκινά σε 30 λεπτά», του εξήγησαν, παγώνοντας τον χρόνο. «Πες μας. Μπορείς να το κάνεις;».

Ήταν η ερώτηση που ο 36χρονος σήμερα μαέστρος περίμενε, υποσυνείδητα, σε όλη του τη ζωή. Η στιγμή της εμφάνισης μιας πρόκλησης που διαχωρίζει αυτούς που μπορούν από εκείνους που απλώς προετοιμάζονται αέναα. «Εντάξει, έρχομαι», απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Άρπαξε την τσάντα του, βγήκε τρέχοντας στον δρόμο, μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε, πέρασε από το σπίτι του για να πάρει το κοστούμι και την μπαγκέτα του, και έφτασε στο Μέγαρο.

«Μπήκα μέσα και ήταν όλοι παγωμένοι», ανακαλεί. «Τους έβλεπες, είχαν καταβληθεί από τεράστια πίεση. Το μόνο που τους είχα ζητήσει από το τηλέφωνο ήταν να μου έχουν μια παρτιτούρα έτοιμη και μια πετσέτα για να κάνω ένα γρήγορο ντους γιατί ερχόμουν από το γυμναστήριο», θυμάται με ένα αμυδρό μειδίαμα. Δεν πρόλαβε καν να ανοίξει τις νότες εκείνο το βράδυ. Ούτε να τις ξεφυλλίσει. Βγήκε κατευθείαν στη σκηνή.

Εκείνη η βραδιά, για την οποία οι μουσικοί της LPO μιλούν ακόμα, ήταν, όπως λέει, «συγκλονιστική, αξέχαστη». Ήταν το κομβικό σημείο που άνοιξε διάπλατα την πόρτα για τον μελλοντικό προγραμματισμό της ορχήστρας, φέρνοντάς τον στο σήμερα και στις επικείμενες συναυλίες του σε βρετανικό έδαφος.

© Benjamin Ealovega

Αλήθεια, όμως, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να διαχειριστεί ένα τέτοιο χάος και να βγει θριαμβευτής; «Είναι μια αίσθηση δύναμης αυτό. Το να ξέρεις ότι ο κόσμος γύρω σου μπορεί να καίγεται, αλλά εσύ μέσα σου, στον πυρήνα σου, να παραμένεις γαλήνιος», εξηγεί.

Δεν είναι κάτι που κατακτιέται σε μια νύχτα. Όταν βρίσκεσαι στη σκηνή από παιδί, μαθαίνεις να διαχωρίζεις τον εαυτό σου από τον έξω θόρυβο. «Αν αναλύσεις με τη λογική του μυαλού σου ότι κάτω βρίσκονται 50.000 θεατές, όπως για παράδειγμα στον Διαγωνισμό που συμμετείχα στη Βιέννη, ή ότι στο ίδιο πόντιουμ, όπως λόγου χάρη στο Carnegie Hall, έχουν σταθεί οι μεγαλύτεροι μαέστροι του 20ού αιώνα, από τον Μάλερ μέχρι τον Μητρόπουλο και τον Μπερνστάιν, μπορεί εύκολα να χάσεις το παιχνίδι. Οπότε μαθαίνεις ότι υπάρχει κάτι το οποίο βρίσκεται έξω από σένα: το βάρος της ιστορίας μιας αίθουσας, ή και μιας ορχήστρας».

Το παιδί-θαύμα με το κλαρινέτο

Η πορεία του Γραμμένου προς τα μεγάλα, ιστορικά πόντιουμ του κόσμου ξεκίνησε αθόρυβα, αλλά με τεράστια ορμή, από ένα νησί άρρηκτα συνυφασμένο με τη μουσική παράδοση. Ήταν 8 ετών στην Κέρκυρα όταν είδε την μπάντα της τοπικής φιλαρμονικής να περνά από μπροστά του. «Έβλεπα τα κλαρινέτα μπροστά, στην πρώτη σειρά της Φιλαρμονικής και έλεγα “μου αρέσει αυτό το όργανο”». Το πρώτο του κλαρινέτο το έχει κρατήσει μέχρι σήμερα, ένα μικρό κειμήλιο της αρχής που το ανοίγει μια στο τόσο για να θυμάται την αφετηρία.

Τότε, η ιδέα της διεύθυνσης ορχήστρας δεν υπήρχε ούτε ως υποψία στο παιδικό του μυαλό. Του άρεσε να δίνει ρεσιτάλ, να είναι σολίστ.

Η μεγάλη ρήξη ήρθε αργότερα, όταν ανακάλυψε τον αχανή ωκεανό του συμφωνικού ρεπερτορίου. Τις κολοσσιαίες συμφωνίες του Μάλερ, τα αρχιτεκτονήματα του Μπετόβεν, τις όπερες, τα έργα του Ντεμπισί. Ξαφνικά, το κλαρινέτο τού φάνηκε περιοριστικό, ένας καμβάς πολύ μικρός για τα χρώματα που ήθελε να αναμείξει.

«Το ρεπερτόριο αυτό κυριολεκτικά με ρούφηξε», εξομολογείται με πάθος. «Ήταν σαν να έλεγα στον εαυτό μου: “Ξέρεις κάτι; Έχουμε μία ευκαιρία μόνο να ζήσουμε. Θα ήθελα να έχω τον ύψιστο βαθμό εμπλοκής με αυτά τα έργα. Πώς θα το κάνω αυτό;”. Έπρεπε να γίνω μαέστρος. Δεν με ενδιέφερε η δόξα ή η αίσθηση της εξουσίας, αλλά η ζωτική ανάγκη να αποκτήσω μια βαθύτερη σχέση με τα έργα αυτά».

Στα 21 του χρόνια, διηύθυνε για πρώτη φορά την Ορχήστρα Δωματίου της Βιέννης. Ο τίτλος του «παιδιού θαύματος» τον συνόδευε ήδη από τα 18 του, όταν κατέκτησε το Χρυσό Μετάλιο στον Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό Νέων Σολίστ της ΕΒU στη Βιέννη, και αργότερα το κορυφαίο βραβείο ΕCHO Rising Star.

Σήμερα, στα 36 του χρόνια βλέπει εκείνη την πρώιμη, σχεδόν βίαιη έκθεση με κατασταλαγμένη ωριμότητα. «Όταν είσαι νέος και σου ζητάνε να παίξεις ως σολίστ με μια σημαντική ορχήστρα, δεν έχεις την πολυτέλεια να αρνηθείς. Μαθαίνεις κολυμπώντας στα πολύ βαθιά. Όλες αυτές οι εμπειρίες, οι καλές και οι λιγότερο καλές, γίνονται υλικό προς συνεχή αξιολόγηση», λέει.

© Olympia Krasagaki

Ανατρέχει μάλιστα και σε μια παλιότερη δήλωση του Σάιμον Ρατλ: «Η διεύθυνση ορχήστρας είναι ένα επάγγελμα που αφορά το δεύτερο μισό της ζωής σου. Αλλά για να το κάνεις τότε με επιτυχία, πρέπει να έχεις διευθύνει πάρα πολύ στο πρώτο μισό.

Περίμενα κι εγώ ότι όσο θα μεγαλώνω, θα γίνεται πιο εύκολη η διεύθυνση. Λάθος. Όσο μεγαλώνει ο κύκλος της γνώσης, τόσο μεγαλώνει και το άγνωστο γύρω του».

Η συλλογική ευφυΐα της ορχήστρας και η ανατομία μιας πρόβας

Συνεργαζόμενος με ορχήστρες παγκόσμιας κλάσης και ακτινοβολίας, ο μαέστρος καλείται να διαχειριστεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα 80 ή 90 δεξιοτεχνών μουσικών. Πρέπει να συντονίσει αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως «συλλογική ευφυΐα».

Ο Γραμμένος παρομοιάζει γλαφυρά τη λειτουργία μιας ορχήστρας με τον τρόπο που πετούν τα σμήνη των πουλιών στον ουρανό ή εκείνον που λειτουργούν τα μυρμήγκια όταν καλούνται να λύσουν ένα χωροταξικό πρόβλημα.

© Benjamin Ealovega

«Βλέπεις ένα σμήνος πουλιών στον ουρανό, που μέσα από τις αλλαγές της πορείας του, δημιουργεί διάφορους σχηματισμούς. Υπάρχει μεταξύ τους μια σύνδεση, μια επικοινωνία άρρητη. Με έναν παρόμοιο τρόπο λειτουργεί και μια ορχήστρα.

Και τη συλλογική αυτή ευφυΐα της ορχήστρας τη διαισθάνεσαι, ως μαέστρος, από τα πρώτα λεπτά μιας πρόβας: από το πώς ανταποκρίνονται σε σένα, πώς συνεργάζονται ως ομάδα, πόσο δεκτικοί είναι στο να μετατρέψουν την πληροφορία σου σε ήχο.

Η αληθινή πρόκληση δεν είναι απλώς να διαβάσεις τις νότες – οι νότες είναι ίδιες για όλους, τυπωμένες στο χαρτί. Η διαφοροποίηση έρχεται από τους εσωτερικούς συσχετισμούς».

Ο τρόπος που μελετά ο ίδιος είναι σχεδόν ψυχαναλυτικός. Διαβάζει μέχρι να έρθει η στιγμή της αποκάλυψης, το «α-χα!». Ρωτάει διαρκώς «γιατί;». «Γιατί ο συνθέτης βάζει αυτό το θέμα εδώ; Γιατί ξεκινάει μόνο με τα έγχορδα; Ρωτάς εσύ και απαντάς εσύ ο ίδιος. Και νομίζω ότι το σύνολο αυτών των απάντησεών σου, διαμορφώνει στην τελική τη δική σου ερμηνεία».

Τις μέρες πριν από τις συναυλίες ο Γραμμένος περιγράφει ότι περπατάει στον δρόμο και νιώθει τον ήχο στο στήθος του, στα χέρια του, να πάλλεται μέσα του.

Μπαίνοντας στην πρόβα, όμως, η προσέγγιση αλλάζει. Εκεί το μυαλό λειτουργεί διαφορετικά, γίνεται ψυχρά αναλυτικό. Πρέπει να διαχειριστεί τον χρόνο, να εντοπίσει τις αδυναμίες, να χτίσει γέφυρες, να αποφασίσει ποια σημεία θα «χτυπήσει» και ποια θα αφήσει στην ευφυΐα της ορχήστρας να τα λύσει μόνη της.

«Στην πρόβα, ό,τι και να γίνει, ο χρόνος γυρίζει πίσω. Στη συναυλία, πάει μόνο μπροστά».

© Mark Allan

Και εκεί, τη στιγμή της συναυλίας, τι είναι αυτό που ζητά τελικά, ωμά και απογυμνωμένα, μια ορχήστρα από τον μαέστρο της;

«Ξέρεις γιατί πιστεύω ότι σε προσκαλεί μια ορχήστρα; Αφαίρεσε τη φαντασία σου για τη μουσική ή τον τρόπο με τον οποίο θα δουλέψεις στην πρόβα. Ο λόγος που σε καλούν είναι γιατί προσφέρεις σε αυτούς μια μοναδική ενέργεια. Και καλείσαι την ενέργεια αυτή να τη μεταφέρεις στους μουσικούς και μετά, μέσα από αυτούς, στο κοινό».

Dionysis Grammenos leads the Greek Youth Symphony Orchestra in Brahms's Third Symphony

Σε αυτό το «κύκλωμα», ο μαέστρος πρέπει να ρυθμίσει τις αντιστάσεις. Να κάνει την ορχήστρα να νιώσει άνετα, να μειώσει τις άμυνες, αλλά ταυτόχρονα να ξέρει πόσο μπορεί να την πιέσει για να πάρει το βάθος που αναζητά, χωρίς να περάσει τη λεπτή, αόρατη κόκκινη γραμμή. Αν την περάσει, δύσκολα γυρίζει πίσω μετά».

Τα social media, ο Τιμοτέ Σαλαμέ και η παρακαταθήκη της ΕΛΣΟΝ

Ο Διονύσης Γραμμένος είναι ένας άνθρωπος που γαλουχήθηκε, ανδρώθηκε και ζει μέσα στον κόσμο της λεγόμενης κλασικής μουσικής. Αυτόν που μαζί με την όπερα και το μπαλέτο ο Τιμοτέ Σαλαμέ αποφάσισε να αποδομήσει σε πρόσφατο βίντεο όπου συνομιλούσε με τον Μάθιου Μακόναχι. Άραγε τι πιστεύει; Έχουν θέση αυτές οι τέχνες στις σύγχρονες κοινωνίες ή μήπως αφορούν λίγους και εκλεκτούς;

Η απάντησή του είναι ενδεικτική της καχυποψίας και της επιφύλαξης που τρέφει για τον εύκολο θόρυβο των social media. «Είναι σεβαστές οι γνώμες όλων, αλλά κάθε γνώμη έχει και την αντίστοιχη βαρύτητα. Το θεωρώ κάπως επικίνδυνο και αλαζονικό να εκφράζουν δημόσια όλοι γνώμη για όλα».

Παραπέμπει και στα δεδομένα, για να καταρρίψει τους ελαφρά τη καρδία αφορισμούς των κοινωνικών δικτύων. «Εγώ βλέπω αίθουσες γεμάτες. Βλέπω παραστάσεις να επαναλαμβάνονται και ανθρώπους να κάνουν ουρές για να βρουν εισιτήριο, όταν κάτι είναι ποιοτικό και έχει αξία. Το κοινό διψά για το αληθινό».

Τρανή απόδειξη αυτής της δίψας, ειδικά στις νεότερες γενιές, είναι η Ελληνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων (ΕΛΣΟΝ), το δικό του δημιούργημα, η δική του παρακαταθήκη – «My baby», όπως την αποκαλεί τρυφερά. Μια ορχήστρα που δεν υπάρχει απλώς, αλλά δημιουργεί συστηματικά και ακαταπόνητα.

Πρόσφατα έπαιξαν με τον Λεωνίδα Καβάκο, ταξίδεψαν στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, στο Άμστερνταμ, στο Λονδίνο, έπαιξαν δύο φορές στο Βερολίνο, και ετοιμάζουν τα πλάνα τους για την επόμενη διετία. Εξάγουν πολιτισμό και, κυρίως, εκπαιδεύουν το αύριο.

Από τον Ερμή στο «Shokunin»

Αυτή η προσήλωση στην ουσία αποτυπώνεται ιδανικά μέσα από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο Γραμμένος όταν μιλάει για την τέχνη του.

Arturo Márquez: Danzón No. 2 / Grammenos · GYSO

Στέκεται με δέος απέναντι στην ελληνική λέξη «ερμηνεία», υπογραμμίζοντας την τεράστια εννοιολογική της ανωτερότητα απέναντι στο αγγλικό και κάπως κενό περιεχομένου όρο interpretation.

«Η λέξη ερμηνεία προέρχεται από τον Ερμή. Εκείνον που έπαιρνε το μήνυμα από τους θεούς και το μετέφερε στους ανθρώπους. Και οι καλλιτέχνες, υπό μια έννοια, αγγελιοφόροι είναι: μεταφέρουν το μήνυμα του συνθέτη στο κοινό».

Την ίδια στιγμή, αντλεί πολύτιμη έμπνευση από μια τελείως διαφορετική κουλτούρα: την ιαπωνική φιλοσοφία του Shokunin. Πρόκειται για την απόλυτη, υπαρξιακή αφοσίωση σε μια τέχνη, είτε είσαι τεχνίτης, είτε σεφ που φτιάχνει σούσι, είτε μαέστρος.

«Είναι η αναζήτηση της τελειότητας, γνωρίζοντας εξαρχής ότι ο στόχος δεν είναι ποτέ να τη φτάσεις. Στόχος είναι να γίνεσαι κάθε ημέρα έστω κατά ένα χιλιοστό, καλύτερος. Να ξέρεις ότι υπάρχει ένας χώρος που δεν θα τον κατακτήσεις ποτέ, αλλά να παραμένεις απολύτως αφοσιωμένος και ουσιαστικά ταπεινός».

Για τον Γραμμένο η μελέτη ενός έργου, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα του, μοιάζει με το ξεκίνημα της κατάκτησης μιας απάτητης κορυφής.

«Βλέπω την απόσταση, αισθάνομαι το δέος και ξέρω ότι πρακτικά είναι αδύνατον να φτάσεις στην κορυφή του. Με τρομάζει η στιγμή που μπορεί να πιστέψω ότι κατάλαβα έναν συνθέτη και το έργο του. Αυτό θα σήμαινε πως είμαι σίγουρα σε λάθος μονοπάτι».

Η τέχνη του ανεπανάληπτου

Αυτό το διαρκές κυνηγητό του ανέφικτου, η κατασκευή συστημάτων ενέργειας με 80-90 διαφορετικούς ανθρώπους που ζουν και υπάρχουν μαζί για λίγες μέρες, η κορύφωση σε μία βραδιά και η διαδρομή για την επόμενη συναυλία, θα μπορούσε να εμπεριέχει τη ματαίωση.

Αλλά η απάντηση για τον μαέστρο βρίσκεται στην ίδια τη φύση της ζωντανής μουσικής. Μπορείς να πας σε μια γκαλερί και να δεις τον αγαπημένο σου πίνακα εκατό φορές. Ανάλογα με τη διάθεσή σου θα συνδεθείς διαφορετικά, αλλά ο πίνακας θα είναι εσαεί ο ίδιος. Η μουσική, όμως, είναι φτιαγμένη από χρόνο, ανάσα και θνητότητα.

«Το έργο που παρουσιάζουμε σε μια συναυλία, θα ξαναγεννηθεί εκείνη τη στιγμή για μία και μόνο φορά για ένα συγκεκριμένο κοινό. Είναι κάτι αυθόρμητο και μοναδικό. Κάτι ανεπανάληπτο», καταλήγει.

© Benjamin Ealovega

Εκείνο που πάντως παραμένει σταθερό πριν από οποιαδήποτε εμφάνισή του, σε όποιο γεωγραφικό μήκος και πλάτος κι αν βρίσκεται είναι η ρουτίνα του, η μικρή ιεροτελεστία που επαναλαμβάνει: η γενική πρόβα το πρωί, ένα ελαφρύ γεύμα, απαραίτητα μία ώρα ύπνου για να «μηδενίσει» το σύστημα και να ξυπνήσει φρέσκος, και, φυσικά, λίγη σοκολάτα.

Την ώρα που περπατά προς το πόντιουμ, ο Γραμμένος δεν απασχολεί το μυαλό του με την καταθλιπτική ιδέα της τελειότητας. Προτιμά να κουβαλά τον ενθουσιασμό της στιγμής.

Και εκεί, πάνω στη σκηνή, με τα εντυπωσιακά, μακριά δάχτυλά του που θυμίζουν τα χέρια των παλιών, μυθικών βιρτουόζων, ξεκινά να χτίζει, ξανά από την αρχή, έναν κόσμο από μουσική. Έτοιμος να πάρει το μήνυμα από τους παλιούς συνθέτες και να το παραδώσει ατόφιο, διαφορετικό και ζωντανό στο κοινό. Σαν άλλος Ερμής.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version