Ιράν: Από τον «θεόσταλτο» Χομεϊνί στον σκιώδη Χαμενεΐ

Τον Φεβρουάριο του 1979 ένας εξόριστος αγιατολάχ επέστρεφε στο Ιράν. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το καθεστώς που δημιούργησε εξακολουθεί να καθορίζει τη μοίρα της χώρας και της Μέσης Ανατολής, ακόμα και τη στιγμή που χειμάζεται από τους αμερικανοϊσραηλινούς πυραύλους.

Ιράν: Από τον «θεόσταλτο» Χομεϊνί στον σκιώδη Χαμενεΐ

Ήταν 1η Φεβρουαρίου του 1979. Η πτήση 4721 της Air France από το Παρίσι, ένα ναυλωμένο Boeing 747, διέσχιζε τον ουρανό της Μέσης Ανατολής με προορισμό την Τεχεράνη.

Μέσα στην καμπίνα η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ένα κράμα προσμονής για την επιστροφή στο Ιράν αλλά και φόβου ότι το αεροπλάνο θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί στο στόχαστρο επίθεσης με σκοπό την κατάρριψη.

Δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο συνωστίζονταν στους διαδρόμους του αεροσκάφους, ιδρώνοντας κάτω από τα φλας των φωτογραφικών μηχανών, για να καταγράψουν κάθε σημαντική και ασήμαντη λεπτομέρεια ενός ταξιδιού που έμελλε να αλλάξει τον ρου της σύγχρονης ιστορίας.

Στην πρώτη θέση καθόταν ένας 76χρονος άνδρας. Με την πλάτη ολόισια, το μαύρο τουρμπάνι και τον μανδύα των σιιτών κληρικών. Το πρόσωπό του ανέκφραστο -ένα τοπίο σκαμμένο από τον χρόνο και την εξορία.

Ήταν ο Μεγάλος Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Ο άνθρωπος που θα άλλαζε -προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο είναι κάτι που μπορούν να απαντήσουν μόνο οι πολίτες της χώρας- και θα σφράγιζε τη μοίρα του Ιράν.

Δίπλα του ακριβώς, καθόταν ο Σαντέγκ Γκοτμπζαντέχ. Ή αλλιώς ο στενότερος συνεργάτης του, ο άνθρωπος που του οργάνωνε τις επαφές και το networking με τη Δύση, η απόλυτη σκιά του.

Ένα μεγάλο αποστομωτικό τίποτα

Ένας δημοσιογράφος, εκμεταλλευόμενος μια στιγμή ησυχίας, πλησίασε τον ηλικιωμένο κληρικό και του έκανε την πιο προφανή, κλισέ αλλά στο τέλος τέλος ανθρώπινη ερώτηση: «Αγιατολάχ, επιστρέφετε στην πατρίδα σας μετά από 15 χρόνια εξορίας. Τι νιώθετε αυτή τη στιγμή;».

Ο Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο άνθρωπος που μόλις είχε γκρεμίσει μια μια μοναρχία η οποία παρουσιαζόταν μεν ως συνέχεια 2.500 ετών περσικής ιστορίας, αλλά στην πραγματικότητα κρατούσε μόλις από τα μέσα της δεκαετίας του ‘20, και μάλιστα χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα με τα χέρια του, σήκωσε ελαφρώς το βλέμμα του και μουρμούρισε τη λέξη «Χιτς».

Ο Γκοτμπζαντέχ γύρισε στους δημοσιογράφους και μετέφρασε: «Τίποτα».

Δεν επρόκειτο για προϊόν απαξίωσης, μετριοπάθειας ή έστω συγκίνησης. Ήταν η απόλυτη δήλωση ενός ανθρώπου που θεωρούσε τον εαυτό του απλώς όργανο της θείας βούλησης.

Δεν τον ακουμπούσαν τα ανθρώπινα συναισθήματα, η χαρά της νίκης ή η νοσταλγία.

Τον ενδιέφερε μόνο η αποστολή που ο ίδιος πίστευε ότι είχε αναλάβει ελέω θεού. Γι’ αυτό και όποιος στεκόταν εμπόδιο σε αυτήν —ακόμα και ο πιστός μεταφραστής που καθόταν δίπλα του— θα το πλήρωνε με τη ζωή του.

Ιρανική ποίηση και γαλλικά άρωματα

Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύληπτος τρόπος για να κατανοήσει κανείς το παράξενο στα μάτια της Δύσης θεοκρατικό οικοδόμημα του Ιράν από το να φυλλομετρήσει τις αντιφάσεις της ζωής και της προσωπικότητας του αρχιτέκτονα και ιδρυτή του.

Ο Σαγίντ Ρουχολάχ Μουσαβί γεννήθηκε πιθανότατα το 1900 -ή κατά άλλες μαρτυρίες το 1902- στην πόλη Χομέιν του κεντρικού Ιράν.

Η ζωή του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από δύο καθοριστικές τραγωδίες: ο πατέρας του δολοφονήθηκε όταν ο ίδιος ήταν ακόμα βρέφος, και η μητέρα του πέθανε από χολέρα στη διάρκεια της εφηβείας του.

Η θρησκεία πρόβαλε ως μια πρώτης τάξης παρηγοριά αλλά και καταφύγιο στα μάτια του νεαρού Χομεϊνί, ο οποίος μετακόμισε στην ιερή πόλη Κομ. Εκεί είχε όλο το χρόνο αλλά και τις επιρροές για να βυθιστεί στο μυστικισμό, το Ιρφάν και τη φιλοσοφία.

Το μεγαλύτερο μυστικό του ήταν πως ο αμείλικτος αυτός ηγέτης ήταν ποιητής. Έγραφε ghazals (παραδοσιακή, σχεδόν ερωτική περσική ποίηση) γεμάτα μεταφορές για κρασί, μεθύσι και την αναζήτηση της ομορφιάς- έννοιες που χρησιμοποιούσε αλληγορικά για την ένωση με τον Θεό, αλλά, παρά τις προθέσεις τους, σόκαραν τους συντηρητικούς κληρικούς.

Το εγχειρίδιο του καλού σιίτη

Η προσωπική του ζωή ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα. Ο Χομεϊνί υπήρξε ένας άνθρωπος ακραία, σχεδόν παθολογικά σχολαστικός με την καθαριότητα.

Έπλενε τα χέρια του δεκάδες φορές την ημέρα και, μολονότι μισούσε τον δυτικό πολιτισμό, έτρεφε μια τεράστια αδυναμία στις ακριβές γαλλικές κολόνιες, με τις οποίες αρωμάτιζε καθημερινά τη γενειάδα του.

Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν αφηγούνταν πως αντιλαμβάνονταν την παρουσία του πρώτα από τη μυρωδιά του η οποία πάντα προηγούνταν της εμφάνισής του.

Πίσω από την ποίηση και τα αρώματα, ο Χομεϊνί επώαζε μια σκοτεινή ανάγκη για απόλυτο έλεγχο της ανθρώπινης φύσης. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Τουρκία και στο Ιράκ, συνέγραψε ένα δίτομο έργο ισλαμικής νομολογίας, το Tahrir al-Wasilah.

Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικά λεπτομερές εγχειρίδιο καθημερινής ισλαμικής νομολογίας.

Ανάμεσα σε άλλες ερμηνείες που δίνει υπάρχουν εκατοντάδες, ακραία λεπτομερείς και συχνά αμήχανες οδηγίες για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένας μουσουλμάνος στην τουαλέτα, με ποιο πόδι πρέπει να μπαίνει στο μπάνιο, πώς ακριβώς πρέπει να καθαρίζεται μετά τη συνουσία, καθώς και ένα πλήθος από περίπλοκους κανόνες για τη σεξουαλική ζωή.

Για τον Χομεϊνί, ο λαός δεν απαρτιζόταν από ώριμους και αυτόβουλους πολίτες, αλλά ήταν ένα σμήνος νηπίων που έπρεπε να ελέγχονται και να καθοδηγούνται ακόμα και για τις πιο βασικές  -και ιδιωτικές- βιολογικές τους λειτουργίες.

Ο αφανής κληρικός που έγινε η νέμεσις του σάχη

Το πόσο επίμονος ήταν το απέδειξε και με το γάμο του. Ερωτεύτηκε την Χαντιτζέ Σαγκαφί, κόρη μιας πλούσιας, κοσμικής οικογένειας της Τεχεράνης.

Η 16χρονη τότε γυναίκα τον απέρριψε τρεις φορές. Δεν ήθελε να παντρευτεί έναν μουλά και να εντοιχίσει τον εαυτό της στα όρια της συντηρητικής Κομ. Ο Χομεϊνί όμως δεν τα παράτησε.

Μετά από μήνες ασφυκτικών πιέσεων, η Χαντιτζέ ενέδωσε, παραμένοντας στο πλευρό του από τις αρχές της δεκαετίας του ‘30 μέχρι το τέλος. Η φήμη πάντως πως η ίδια, παρότι υπήρξε η πιο ένθερμη υποστηρίκτριά του, δεν φόρεσε πρόθυμα το μαύρο τσαντόρ την ακολουθούσε μια ζωή σαν πιστό σκυλί.

Η μεταμόρφωση του Χομεϊνί από έναν αθόρυβο, μυστικιστή ιερωμένο στον απόλυτο εφιάλτη της δυναστείας των Παχλαβί δεν έγινε σε μια νύχτα.

Για δεκαετίες, ο Χομεϊνί παρέμενε στη σκιά του μετριοπαθούς Μεγάλου Αγιατολάχ Μπορουτζερντί, της ύψιστης θρησκευτικής αυθεντίας του Ιράν, ο οποίος απαγόρευε αυστηρά στους κληρικούς την ανάμειξη στην πολιτική.

Όταν ο Μπορουτζερντί πέθανε το 1961, ο Χομεϊνί είδε το κενό εξουσίας και αποφάσισε να το γεμίσει. Κι ας πρόδιδε έτσι το θρησκευτικό μέντορά του.

Η καθοριστική ομιλία στην Κομ

Η απόλυτη ρήξη, η στιγμή που σφράγισε τη μοίρα τόσο του Σάχη Παχλαβί όσο και του Ρουχολάχ Χομεϊνί ήρθε τον Ιούνιο του 1963. Ανήμερα της ιερής σιιτικής γιορτής της Ασούρα, ο Χομεϊνί ανέβηκε στον άμβωνα της ιστορικής σχολής Φεϊζιγέ στην Κομ.

Παρακάμπτοντας κάθε πρωτόκολλο και ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο όριο, δεν μίλησε απλώς κατά των μεταρρυθμίσεων, της εκκοσμίκευσης και της διαφθοράς.

Επιτέθηκε ευθέως, ονομαστικά, στον ίδιο τον Σάχη, συγκρίνοντάς τον με τον τύραννο Γιαζίντ Ά – τoν απόλυτο τύραννο και εχθρό για τους σιίτες που σκότωσε τον εγγονό του Μωάμεθ Ιμάμ Χουσεΐν στη μάχη της Κερμπάλα το 680 μ.Χ.

«Άθλιε, ελεεινέ άνθρωπε», βρόντηξε η φωνή του από τα μεγάφωνα, προειδοποιώντας τον μονάρχη πως, αν δεν άλλαζε πορεία, θα ερχόταν η μέρα που ο λαός θα πανηγύριζε την εκδίωξή του.

Εκείνη η ομιλία πυροδότησε μια τεράστια, τριήμερη λαϊκή εξέγερση την οποία ο σάχης έπνιξε στο αίμα, σκοτώνοντας εκατοντάδες διαδηλωτές.

Ο Χομεϊνί συνελήφθη, αλλά εκείνη ακριβώς τη μέρα σταμάτησε να είναι απλώς ένας περιθωριακός για κάποιους ή γραφικός για άλλους δάσκαλος της θεολογίας. Είχε μόλις στεφθεί ηγέτης της αντίστασης στο καθεστώς των Παχλαβί.

Εξόριστος αλλά επιδραστικός

Ένα χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 1964 ο Χομεϊνί εξορίστηκε από το Ιράν. Ο λόγος; Ένα ακόμα πύρινο κήρυγμά του κατά του σάχη και της απόφασής του να παραχωρήσει πλήρη διπλωματική ασυλία στους Αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους που δρούσαν στο Ιράν.

Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου 1964, άνδρες της διαβόητης μυστικής αστυνομίας SAVAK, περικύκλωσαν το σπίτι του κληρικού στην Κομ, τον συνέλαβαν και τον έβαλαν σε ένα στρατιωτικό αεροπλάνο. Προορισμός ήταν η Τουρκία.

Στην παγωμένη πόλη της Μπούρσα (Προύσα) η τουρκική κοσμική κυβέρνηση του απαγόρευσε αυστηρά να φοράει τον ιερατικό του μανδύα και το τουρμπάνι του. Ήταν ο απόλυτος εξευτελισμός.

Στην αγκαλιά του Ιράκ

Έντεκα μήνες αργότερα, του επετράπη να μετακομίσει στη Νατζάφ του Ιράκ, την ιερότερη πόλη του σιιτικού Ισλάμ. Εκεί πέρασε συνολικά 13 χρόνια, γράφοντας το πολιτικό του μανιφέστο, το Velayat-e Faqih (Η Επιτροπεία του Ισλαμικού Νομικού), υποστηρίζοντας μια προηγουμένως αιρετική άποψη: ότι οι κληρικοί είχαν το θεϊκό δικαίωμα της απόλυτης πολιτικής εξουσίας.

Το 1978 όταν το Ιράν φλεγόταν από διαδηλώσεις εναντίον του σάχη, ο Μοχάμεντ Παχλαβί προχώρησε σε μια κίνηση πανικού, η οποία κρίθηκε κατόπιν εορτής από πολλούς ως το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος της διακυβέρνησής του.

Ζήτησε από την κυβέρνηση του Ιράκ -και τον τότε ανερχόμενο Σαντάμ Χουσεΐν- να απελάσει τον Χομεϊνί. Η λογική του Σάχη ήταν απλοϊκή: διώχνοντάς τον από τη γειτονιά του Ιράν και τον αραβικό κόσμο, ο γέροντας κληρικός  -ήταν ήδη 76 ετών τότε- θα απομονωνόταν και θα χανόταν στη λήθη. Όπως και οι χιλιάδες αντιφρονούντες που σάπιζαν σε κάποια φυλακή της χώρας.

Αφού το Κουβέιτ του αρνήθηκε να του προσφέρει άσυλο, ο Χομεϊνί μπήκε σε μια πτήση για τη Γαλλία με τουριστική βίζα. Κατέληξε στο Νοφλ-λε-Σατό, ένα φιλήσυχο και ειδυλλιακό προάστιο έξω από το Παρίσι. Όμως αντί να τον απομονώσει, ο σάχης του είχε κάνει το μεγαλύτερο δώρο: ένα μικρόφωνο με παγκόσμια εμβέλεια.

Ο Μεγάλος Αγιατολάχ στο Παρίσι

Σε εκείνο το τυπικό σπίτι της γαλλικής επαρχίας, όπου συνέρρεαν πλήθη σιιτών για ακούσουν και να γνωρίσουν τον εξόριστο δάσκαλο, κάτω από μια μηλιά και τρώγοντας μόνο ρύζι και γιαούρτι, ο Χομεϊνί οργάνωσε την Ισλαμική Επανάσταση.

Χρησιμοποίησε μάλιστα την τεχνολογία της Δύσης, την οποία τόσο μεμφόταν, για να διαδώσει το αφήγημά του.

Ηχογραφούσε τα μηνύματά του σε κασέτες, οι οποίες στέλνονταν λαθραία στο Ιράν και παίζονταν από τα τζαμιά μέχρι τα παζάρια.

Ενώ βέβαια από τον κήπο του στο Παρίσι κατακεραύνωνε τον «Μεγάλο Σατανά», δηλαδή τις ΗΠΑ, στο παρασκήνιο φαίνεται να βρισκόταν σε ανεπίσημη επικοινωνία και συνεννόηση με αξιωματούχους της κυβέρνησης Κάρτερ.

Υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Χομεϊνί είχε διαβεβαιώσει την Ουάσιγκτον ότι εφόσον οι Αμερικανοί απέσυραν την υποστήριξή τους στο αλλοτινό αγαπημένο τους τέκνο, τον σάχη, η Ισλαμική Δημοκρατία θα προστάτευε τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.

Επιπλέον, οι Αμερικανοί -τόσο ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Ιράν όσο και ο ειδικός απεσταλμένος της χώρας στον ΟΗΕ την εποχή εκείνη- περιέγραφαν λίγο πολύ τον Χομεϊνί ως άγιο και θεωρούσαν πως ήταν τω όντι ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ισλάμ.

Στην πραγματικότητα βέβαια υπήρχαν άλλοι κληρικοί ανώτεροι σε βαθμίδα. Ωστόσο Χομεϊνί με το συνονθύλευμα θρησκευτικής πίστης και λαϊκισμού που είχε δημιουργήσει ήταν ο πιο πειστικός. Για τον απογοητευμένο -για διαφορετικούς λόγους- λαό του και για τη Δύση.

Μέχρι που ανέλαβε την εξουσία. Τότε προχώρησε σε μία από τις πιο εντυπωσιακές πολιτικές μεταστροφές. Ο Χομεϊνί μάλιστα ευλόγησε την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας το Νοέμβριο του 1979 και την επακόλουθη ομηρία που διήρκεσε 444 ημέρες.

Ελέω Αλλάχ δημοκρατία

Αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, ο επονομαζόμενος αγαθός παππούς της Ισλαμικής Επανάστασης δε χρειάστηκε χρόνο για να επιδείξει τη σκληρότητα και να θεμελιώσει την επιβολή του.

Τα επαναστατικά δικαστήρια άρχισαν τις μαζικές εκτελέσεις ενώ ο αιματηρός οκταετής πόλεμος με το Ιράκ (1980-1988) χρησιμοποιήθηκε για να εκκαθαριστεί κάθε εσωτερική αντίσταση -αριστεροί, φιλελεύθεροι και πρώην σύμμαχοι και συνεργάτες απαγχονίστηκαν κατά χιλιάδες.

Κάποιοι παρατηρούν ότι ο Χομεϊνί έπασχε από το Σύνδρομο του Κρόνου: καταβρόχθιζε τα ίδια του τα παιδιά.

Πάρτε για παράδειγμα τον Σαντέγκ Γκοτμπζαντέχ. Ο άνθρωπος που καθόταν δίπλα του στην πτήση επαναπατρισμού της Air France, έγινε Υπουργός Εξωτερικών. Όταν, όμως, τόλμησε να αντιδράσει στις μαζικές εκτελέσεις και τον σκοταδισμό των κληρικών, ο Χομεϊνί τον κατηγόρησε για συνωμοσία και υποκίνηση πραξικοπήματος και το 1982 τον έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Ο δογματισμός στη νέα Ισλαμική Δημοκρατία δεν άφηνε χώρο για έννοιες όπως η φιλία ή η ευγνωμοσύνη.

Η κηδεία του Χομεϊνί, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 89 ετών τον Ιούνιο του 1989 έπειτα από αλλεπάλληλα καρδιακά επεισόδια, ήταν ο πιο πιστός καθρέφτης του κράτους που είχε δημιουργήσει. Γεμάτο πάθος και αφοσίωση, βία και παράνοια.

Η εξουσία δεν καταδέχεται τα κενά

Ήταν η στιγμή που το σύστημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας βρέθηκε αμήχανο να ατενίζει το κενό. Η απάντηση στην ερώτηση «ποιος θα διαδεχόταν τον εκπρόσωπο του Θεού» κάθε άλλο παρά παιχνιδάκι ήταν.

Ο Αλί Χαμενεΐ, τότε πρόεδρος της χώρας, δεν πρόβαλε ούτε ως προφανής, ούτε ως ιδανική επιλογή. Θεολογικά ήταν «λίγος». Τη λύση έδωσε ο Ακμπάρ Χασαμί Ραφσαντζανί, στενός συνεργάτης του Χομεϊνί και πρόεδρος της Βουλής.

Ο Ραφσαντζανί, που υποστήριζε την προσέγγιση του Ιράν με τη Δύση, άλλαξε το Σύνταγμα της χώρας και έστρωσε το δρόμο του τότε προέδρου Χαμενεΐ προς την εξουσία, θεωρώντας πως ήταν ένας άνθρωπος τον οποίο θα μπορούσε να χειραγωγεί.

Όμως ο νέος υπέρτατος ηγέτης  -50 ετών τότε -, ένας άνθρωπος που είχε χάσει τη χρήση του δεξιού του χεριού σε μια απόπειρα δολοφονίας, έχτισε το δικό του δίκτυο εξουσίας με πυλώνα τους Φρουρούς της Επανάστασης.

Υπό την καθοδήγησή του, οι Φρουροί μεταλλάχθηκαν στο πιο ισχυρό κράτος εν κράτει, ελέγχοντας σήμερα σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Δύσης το 20% έως 40% της ιρανικής οικονομίας.

Ο Χαμενεΐ πήρε τη θεοκρατία που δημιούργησε ο Χομεϊνί και της εμφύσησε τα χαρακτηριστικά της στρατιωτικής δικτατορίας.

Ο παρολίγον διάδοχος

Τον Απρίλιο του 2024 ο Αλί Χαμενεΐ συμπλήρωσε 85 χρόνια ζωής. Η βιολογική ηλικία αλλά και η επιβαρυμένη υγεία του αναμενόμενα είχαν ανοίξει τη συζήτηση για τη διαδοχή του.

Το καθεστώς που δεν ήθελε να πιαστεί στον ύπνο, όπως το μακρινό 1989, φέρεται να ενορχήστρωνε ένα ελεγχόμενο πλάνο μετάβασης της εξουσίας στον τότε πρόεδρο του Ιράν Εμπραχίμ Ραϊσί.

Όμως το Μάιο του 2024 το ελικόπτερο που μετέφερε τον Ιρανό πρόεδρο συνετρίβη. Και μαζί του το σχέδιο για την επόμενη ημέρα της χώρας που αργά ή γρήγορα -σίγουρα νομοτελειακά – θα ξημέρωνε.

Η άνοδος του Μοτζταμπά Χαμενεΐ

Ο θάνατος του πρόεδρου Ραϊσί θεωρείται από πολλούς ο καταλύτης που έστρεψε το ενδιαφέρον στον αφανή «αντιήρωα» του καθεστώτος, τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Ο δεύτερος γιος του Αλί Χαμενεΐ δεν είχε αναλάβει ποτέ κανένα επίσημο δημόσιο αξίωμα, δεν έδινε συνεντεύξεις και οι φωτογραφίες του ήταν ελάχιστες. Ωστόσο, εδώ και χρόνια ήταν ο απόλυτος ρυθμιστής του θεοκρατικού ιρανικού συστήματος.

Ως επικεφαλής του Beit-e Rahbari (το Γραφείο του Υπέρτατου Ηγέτη), ο 56χρονος σήμερα Μοτζταμπά έλεγχε ποιος είχε πρόσβαση στον πατέρα του -σύμφωνα με παλαιότερο έγγραφο των Wikileaks παρακολουθούσε ακόμα και το τηλέφωνο του-, πού κατέληγαν τα αμύθητα κονδύλια των ισλαμικών ιδρυμάτων και, το κυριότερο, κινούσε τα νήματα των μυστικών υπηρεσιών.

Θεωρείται μάλιστα ο ιθύνων νους της συντριβής του Πράσινου Κινήματος το 2009, ο άνθρωπος που λέρωσε τα χέρια του με αίμα, για να κρατήσει το καθεστώς όρθιο και να χτίσει κατά συνέπεια ακατάλυτους δεσμούς αίματος με τους σκληροπυρηνικούς μηχανισμούς.

Μετά την 28η Φεβρουαρίου

Ωστόσο η αναρρίχηση του Μοτζταμπά Χαμενεΐ ως επικρατέστερου διαδόχου σήμαινε τη διάσχιση ενός τεράστιου ιδεολογικού Ρουβίκωνα. Η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 έγινε ακριβώς για να γκρεμίσει το κληρονομικό σύστημα του Σάχη. Το πέρασμα της εξουσίας από τον πατέρα στον γιο θα αποτελούσε την απόλυτη προδοσία του αφηγήματος του Χομεϊνί.

Φαίνεται όμως πως όσο η καθεστηκυία πολιτική και στρατιωτική τάξη του Ιράν έκανε σχέδια ο Αλλάχ γελούσε.

Η επίθεση Αμερικανών και Ισραηλινών στο Ιράν που παρακολουθούμε σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση εδώ και σχεδόν δύο εβδομάδες πια οδήγησε για μία ακόμα φορά το Ιράν μπροστά σε μια απόφαση που έπρεπε να ληφθεί γρήγορα και άμεσα.

Κυρίως έφερε τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ προ των πατρογονικών ευθυνών του.

Η Ισλαμική Επανάσταση τρώει τα παιδιά της

Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ επίσπευσε εκ των πραγμάτων τη διαδοχή για το αξίωμα του ανώτατου ηγέτη.

Ποιος καλύτερος και ιδανικότερος από τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ; Τον άνθρωπο υπό τις οδηγίες του οποίου ο κρατικός μηχανισμός προχώρησε σε μια άγρια σφαγή Ιρανών πολιτών που διαδήλωναν στους δρόμους της χώρας μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα;

Έναν άφαντο μέχρι στιγμής από τη δημόσια σφαίρα -οι φήμες λένε πως παραμένει τραυματισμένος έπειτα από την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου-, αλλά αποτελεσματικό, δογματικό και απολύτως πιστό στην παράδοση που «δίδαξε» ο Ρουχολάχ Χομεϊνί. Πως δηλαδή το σύστημα οφείλει να επιβιώνει, ακόμα και εάν για να τραφεί πρέπει να φάει τα παιδιά του.

Όσο πάντως ο Χαμενεΐ ο νεότερος είναι εξαφανισμένος από προσώπου γης, οι θεωρίες συνωμοσίας θεριεύουν.

Άλλοι αποδίδουν την απουσία του από τα εγκόσμια σε λόγους ασφαλείας και άλλοι στα τραύματα που υπέστη από την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου. Κάποιοι προσθέτουν στην εξίσωση την ψυχολογική κατάρρευσή του, αφού μέσα σε μια στιγμή έχασε πατέρα και μητέρα, σύζυγο, αδελφή και έναν από τους γιους του.

Τα πιο προωθημένα σενάρια ισχυρίζονται ότι ίσως ο Χαμενεΐ είναι ήδη νεκρός και το Ιράν διοικείται από τον αυτόματο πιλότο των Φρουρών της Επανάστασης. Αν το τελευταίο ισχύει, τότε οφείλει να παρατηρήσει κανείς πως για ακέφαλη χώρα, το Ιράν δεν τα πηγαίνει άσχημα.

Και σίγουρα η λερναία ύδρα του θεοκρατικού καθεστώτος πολύ σύντομα θα γεννήσει το νέο της κεφάλι.

Επιστρέφοντας στην Τεχεράνη το Φεβρουάριο του 1979, ο Χομεϊνί είχε ομολογήσει πως δεν ένιωθε τίποτα. Σαράντα επτά χρόνια αργότερα, το θεοκρατικό οικοδόμημα που έστησε, κυρίως οι επίγονοί του μοιάζουν να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες χρήσης που τους έδωσε.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version