Περιορισμούς σε εξαγωγές ημιαγωγών
«Εκρήξεις» στις χρηματιστηριακές τιμές. Κέντρα δεδομένων. Πολύτιμα τσιπς. Ολα τα περιλαμβάνει η τεχνολογική «κούρσα» της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Και ασφαλώς τη διαπλοκή του τεχνολογικού και εμπορικού σκέλους με τη γεωπολιτική διάσταση. Κίνα και ΗΠΑ πρωταγωνιστούν και σε αυτού του είδους τον στρατηγικό ανταγωνισμό, με την αντιπαράθεση μεταξύ τους να αποτυπώνεται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο στην πρόσφατη υπόθεση γύρω από τα τσιπ της τεχνολογικής εταιρείας Nvidia, τα οποία χρησιμοποιούνται σε data centres (κέντρα δεδομένων) για τη λειτουργία μοντέλων AI. Ανταγωνισμός φυσικά που σε τεχνολογικό επίπεδο προϋπήρχε πολύ πριν την παρούσα συνθήκη. Αλλά εντάθηκε εξαιτίας και της επιθετικής προσέγγισης που υιοθέτησε η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ προς τον βασικό ανταγωνιστή της Ουάσιγκτον στο μέτωπο του Ειρηνικού. Την ίδια ώρα, η Ευρώπη ως σύνολο και επιμέρους συστατικά κρατικά μέρη ψάχνει τον βηματισμό της, σε ένα περιβάλλον όπου πολλά μοιάζουν να αλλάζουν και τίποτα που έως χθες θεωρούνταν δεδομένο δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως τέτοιο.
Τα στατιστικά στοιχεία
Ισως καμία άλλη δομή δεν εσωκλείει στην παρούσα φάση την αναβίβαση της τεχνολογίας σε υψηλής αξίας στρατηγικό εργαλείο όσο τα κέντρα δεδομένων. Οι συγκεκριμένες μονάδες λειτουργούν ως χώροι όχι μόνο αποθήκευσης αλλά και επεξεργασίας και μεταφοράς των πάσης φύσεως ψηφιακών στοιχείων που επιτρέπουν τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μας. Ολα αυτά μέσα από γιγαντιαίους διακομιστές (servers), γεγονός που εξηγεί την τεράστια έκταση (πολλαπλάσια αρκετών ποδοσφαιρικών γηπέδων) που καταλαμβάνουν οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις. Μια παράθεση στατιστικών στοιχείων ως προς την «εντοπιότητα» των κέντρων δεδομένων δίνει μια πρώτη, συνοπτική εικόνα για τον γεωγραφικό καταμερισμό και κατά συνέπεια τον συσχετισμό ψηφιακής ισχύος.
- Οι ΗΠΑ φιλοξενούν το 54% των παγκόσμιων κέντρων δεδομένων υπερκλίμακας (Global Hyperscale DCs), ενώ καταναλώνουν το 44% της παγκόσμιας εγκατεστημένης ισχύος (Global IT Power Capacity) που είναι διαθέσιμη για την τροφοδοσία του συνόλου του εξοπλισμού τεχνολογίας πληροφοριών (IT), δηλαδή της ηλεκτρικής ενέργειας που κατευθύνεται σε υπολογιστικά δίκτυα.
- Η Κίνα φιλοξενεί αντίστοιχα το 16% των κέντρων δεδομένων και καταναλώνει το ίδιο ποσοστό ισχύος.
- Η Ευρώπη, μέσα από τα κέντρα δεδομένων που βρίσκονται διάσπαρτα σε 19 κράτη-μέλη της ΕΕ, καταλαμβάνει ποσοστό της τάξης του 20% σε ό,τι αφορά τα κέντρα δεδομένων και 17% σε ποσοστό ισχύος.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον Ίλον Μασκ και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Nvidia Τζένσεν Χουάνγκ κατά τη διάρκεια του Σαουδαραβικού Επενδυτικού Φόρουμ στην Ουάσινγκτον τον Νοέμβριο του 2025.
(AP Photo/Evan Vucci)
Η αίσθηση της ισχύος
Δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσοστό αφορά τον πλανήτη στο σύνολό του, είναι εύκολο να ερμηνευτεί γιατί η «μάχη» για την κατάληψη της πρωτοκαθεδρίας στις νέες τεχνολογίες αντιλαμβάνεται τα κέντρα δεδομένων ως στρατηγικά οχυρά μέσα από τα οποία κατακτάται και πολλαπλασιάζεται η αίσθηση της ισχύος, τόσο ταυτισμένης στη σύγχρονη εποχή με την έννοια της πληροφορίας και της διαχείρισής της. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξηγηθεί και η ένταση της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο, που συνυπέγραψε με το απρόβλεπτο, αντισυμβατικό του ύφος ο Ντόναλντ Τραμπ. Ενταση που μεσολαβήθηκε από την ιδιαίτερη περίπτωση της Nvidia, η οποία έχει εξελιχθεί σε οργανισμό που εξασκεί διπλωματικό ρόλο, αφού ο Λευκός Οίκος αρέσκεται να χρησιμοποιεί το ειδικό βάρος της ως το «κερασάκι στην τούρτα» οικονομικά προσοδοφόρων συμφωνιών, καθώς μια σειρά από χώρες επιδιώκουν την πρόσβασή τους στις νέες τεχνολογίες και την πληθώρα βιομηχανικών εφαρμογών στις οποίες αυτές εφαρμόζονται. Πρόσφατο παράδειγμα της αμερικανικής απόπειρας να εργαλειοποιηθεί η ΑΙ ως δέλεαρ αποτελεί το Καζακστάν, με την προσχώρηση της Αστάνα στις Συμφωνίες του Αβραάμ να θεωρείται αντίτιμο ενός επενδυτικού πακέτου που περιλαμβάνει επενδύσεις ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη δημιουργία κέντρων δεδομένων. Ακόμη και η πρόσφατη συμφωνία ειρήνευσης μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, συνδέεται με την υπόσχεση των ΗΠΑ προς τις δύο χώρες για εκσυγχρονισμό των υπολογιστικών υποδομών τους και μελλοντικές επενδύσεις σε τεχνολογίες AI. H «απάντηση» της Κίνας στις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ έχει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής οικονομίας του ασιατικού «δράκου». Το Πεκίνο έχει διοχετεύσει ήδη 138 δισ. δολάρια σε κρατικό επενδυτικό fund αφιερωμένο ειδικά στην ΑΙ. Και ταυτόχρονα, δεν φείδεται όποτε του ασκείται πίεση από την Ουάσιγκτον να προβαίνει σε παραχωρήσεις μόνο όταν αυτές αντισταθμίζονται από την πρόσβασή του σε νέες τεχνολογίες. Χαρακτηριστική περίπτωση, η άδεια που έδωσε ο πρόεδρος Τραμπ για την εξαγωγή ορισμένων ημιαγωγών της Nvidia προς την Κίνα, μετά τη δέσμευση του Σι Τζινπίνγκ ότι θα αποδίδει στο αμερικανικό κράτος το 25% των εσόδων που θα προκύπτουν από την πώληση των περιζήτητων μονάδων επεξεργασίας γραφικών GPU που χρησιμοποιούνται στην ανάπτυξη εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης. Πρόκειται, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, για μια διαρκή διελκυστίνδα ανάμεσα στις δύο χώρες, όπου η συνεννόηση εναλλάσσεται εν ριπή οφθαλμού με τη σύγκρουση. Αλλά και με παρούσα τη γνώση ότι κανείς δεν μπορεί να ζήσει μόνος του στον «θαυμαστό Νέο Κόσμο».
Η πρόσφατη υπόθεση με τα τσιπ της αμερικανικής εταιρείας Nvidia αποκαλύπτει τη σύνδεση της εμπορικής και τεχνολογικής διάστασης με τη γεωπολιτική
Οι τρίτοι δρώντες
Στο πεδίο που διαμορφώνει η ΑΙ υπάρχουν ασφαλώς και οι τρίτοι δρώντες. Εμβληματική όσον αφορά τις οικονομικές και διπλωματικές φιλοδοξίες τρίτων δρώντων, πέρα από τις παραδοσιακές Μεγάλες Δυνάμεις είναι η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας. Στο περιθώριο της επίσκεψης του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στον Λευκό Οίκο έγινε γνωστό ότι επίκειται η δημιουργία θηριώδους κέντρου υπολογιστικών δεδομένων στην επικράτεια της μεσανατολικής χώρας, εν είδει κοινοπραξίας που θα περιλαμβάνει τη σαουδαραβική ραγδαία ανερχόμενη εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης Humain, την Nvidia και τον πλουσιότερο άνθρωπο του πλανήτη και μέχρι πρόσφατα στενό συνεργάτη του Τραμπ, Ελον Μασκ. Είχε προηγηθεί, εξάλλου, από το περασμένο έτος η εξαγγελία του φιλόδοξου εγχειρήματος «Project Transcendence», που κατευθύνει κεφάλαια ύψους 100 δισ. δολαρίων σε πρωτοβουλίες σχετικές με την AI. Από τη δική της οπτική η Ευρώπη ή, ακριβέστερα, τα κράτη-μέλη της ΕΕ μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο προσπαθούν να προσαρμοστούν στις εξελίξεις, εν μέσω των νέων δεδομένων που έχει δημιουργήσει η προεδρία Τραμπ.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμάνουελ Μακρόν «δίνει» χέρια με ένα ρομπότ στο περιθώριο της συνόδου δράσης για την τεχνητή νοημοσύνη στο Παρίσι τον Φεβρουάριο του 2025. (AP Photo/Aurelien Morissard, Pool)
Οι Βρυξέλλες ανακοίνωσαν τη διάθεση 200 δισ. ευρώ για τη δημιουργία ακόμη τεσσάρων εγκαταστάσεων ΑΙ τα επόμενα χρόνια, με τις φωνές για την ανάγκη ολοένα μεγαλύτερων επενδύσεων στο πεδίο να πυκνώνουν. Τα επιχειρήματα δεν είναι μόνο οικονομικά, αφού η πρόθεση των ΗΠΑ να απεμπλακούν από τη στρατιωτική «ομπρέλα ασφαλείας» που παρείχαν στην Ευρώπη, εντείνει τους φόβους για αυξημένη έκθεση στην υβριδική μορφή πολέμου που συνιστά ο κυβερνοπόλεμος. Την ίδια ώρα, όσο η ανάγκη για στρατηγική αυτονομία επανέρχεται στο προσκήνιο, αναλυτές όπως η Τάσμιν Λόγκγουντ του CNBC προειδοποιούν για τον νέο καταμερισμό ισχύος που διαμορφώνει η ΑΙ και το ιδιαίτερο τεχνικό της σκέλος. «Ισπανία και σκανδιναβικές χώρες, με πλεόνασμα σε υδροηλεκτρική ενέργεια και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν προβάδισμα στην παραγωγή ενέργειας, δεδομένου της μεγάλης ποσότητας νερού που απαιτεί η ψύξη των εγκαταστάσεων ΑΙ» επισημαίνει και τονίζει ότι Γερμανία και ΗΒ είναι λιγότερο ελκυστικές επιλογές. Πρόκειται για μια αναδιανομή ενέργειας που πιθανότατα θα συνοδευτεί και από αναδιανομή γεωπολιτικής ισχύος στο άμεσο μέλλον, προοικονομώντας ανατροπές που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν αδιανόητες.
