Περισσότερο από ποτέ, αποδεικνύεται σήμερα πόσο κρίσιμη είναι η δημόσια συζήτηση γύρω από το κάπνισμα και, κυρίως η ανάγκη να βασίζεται σε τεκμηριωμένα δεδομένα. Η συζήτηση αυτή, που φωτίζεται πλέον από σημαντικές έρευνες και αξιόπιστα στοιχεία, αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο στη χάραξη πολιτικών για τη μείωση της βλάβης που συνδέεται με τα καπνικά προϊόντα. Και, τελικά, λειτουργεί ως βασικός μοχλός για την οικοδόμηση κοινωνιών με λιγότερο καπνό και πολιτών καλύτερα προστατευμένων από τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση του.
Γνωρίζοντας τις επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία, και διαθέτοντας πλέον πλούτο δεδομένων, πολλές χώρες της Ευρώπης έχουν καταφέρει να μειώσουν δραστικά τη βλάβη από τον καπνό. Εξάλλου η απομάκρυνση από το κάπνισμα αποτελεί και ισχυρή προϋπόθεση για τη μείωση των περιστατικών καρκίνου, ιδίως του πνεύμονα που καλπάζει, ενώ το κάπνισμα αποτελεί και κύριο επιβαρυντικό παράγοντα για την εκδήλωση καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η Ελλάδα, παρά τον αυστηρό αντικαπνιστικό νόμο που διαθέτει, παραμένει μία από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών. Το 2023, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 36% του ελληνικού πληθυσμού ηλικίας 15 ετών και άνω κάπνιζε, ποσοστό που την κατατάσσει στη δεύτερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία (37%). Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη αναλογία καπνιστριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το 32% των γυναικών να δηλώνουν ότι καπνίζουν.
Στο πλαίσιο των νέων προσπαθειών τις οποίες μεθοδεύει το Υπουργείο Υγείας στο μέτωπο του περιορισμού του καπνίσματος, η Πολιτεία έχει νέους συμμάχους που προέρχονται από την επιστημονική κοινότητα και μπορούν να δράσουν υποστηρικτικά μέσα από την ανάλυση δεδομένων.
Μάλιστα, η πρόσφατη Πανελλαδική Έρευνα για τις στάσεις και τις συμπεριφορές των Ελλήνων απέναντι στα προϊόντα νικοτίνης, που υλοποιήθηκε από τη Metron Analysis, αποδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε φάση μετάβασης, ωστόσο η συνολική πρόοδος απαιτεί περαιτέρω ενίσχυση των πολιτικών πρόληψης και της προστασίας των νεότερων ηλικιών, ώστε να καλλιεργηθεί μία νέα κουλτούρα συνολικά και να επιτευχθεί ο ευρωπαϊκός στόχος για τη μείωση των καπνιστών στο 5% ως το 2040.
Όπως επίσης παραδέχεται και το Υπουργείο Υγείας, τα ερευνητικά δεδομένα της Metron Analysis ανατρέπουν πολλά από αυτά που εμείς πιστεύουμε ότι συνήθως συμβαίνουν και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για τους επικεφαλής χάραξης των σχετικών πολιτικών.
Η έρευνα
Στόχος της έρευνας ήταν να μελετηθεί η χρήση διαφορετικών προϊόντων νικοτίνης, όπως τα συμβατικά τσιγάρα, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, καθώς και να καταγραφούν οι αντιλήψεις του γενικού πληθυσμού σχετικά με αυτά.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την έρευνα που καταγράφει τόσο την καθημερινή και περιστασιακή χρήση όσο και τους πρώην ή μη χρήστες παρουσιάζεται μια σταθερότητα στα ποσοστά χρήσης προϊόντων νικοτίνης στην Ελλάδα. Ειδικότερα στα ευρήματα της Metron Analysis αναφέρεται ότι περίπου το 37% των Ελλήνων δηλώνει ότι χρησιμοποιεί κάποιο προϊόν νικοτίνης, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο του 2011.
Ωστόσο, αναφέρεται παράλληλα στην έρευνα ότι σημαντική είναι η μείωση στη χρήση συμβατικών τσιγάρων, η οποία υποχώρησε από 36% το 2011 σε 26% σήμερα. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μετατόπιση των καταναλωτικών συνηθειών, είτε μέσω διακοπής του καπνίσματος είτε μέσω στροφής σε εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης. Παρά τη μείωση αυτή, ο βαθμός εθισμού παραμένει υψηλός: δύο στους τρεις καπνιστές θεωρούν ότι είναι εθισμένοι στα τσιγάρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ένας στους δύο καπνιστές συμβατικών τσιγάρων έχει επιχειρήσει να διακόψει το κάπνισμα περίπου 30 φορές. Παράλληλα, το 65% όσων καπνίζουν δηλώνει ότι σκέφτεται σοβαρά να το διακόψει στο μέλλον, επικαλούμενο κυρίως λόγους υγείας, βελτίωσης της φυσικής κατάστασης και οικονομικής επιβάρυνσης.
Η έναρξη της χρήσης προϊόντων νικοτίνης γίνεται κατά κύριο λόγο με τα συμβατικά τσιγάρα, καθώς το 90% των χρηστών ξεκινά από αυτά. Αντίθετα, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα αποτελούν σημείο εκκίνησης μόλις για το 3% των χρηστών.
Σύμφωνα με τις απαντήσεις των συμμετεχόντων, οι δύο στους τρεις χρήστες συμβατικών τσιγάρων θεωρούν ότι είναι περισσότερο εθισμένοι συγκριτικά με όσους χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά ή θερμαινόμενα προϊόντα, ενώ αναγνωρίζουν ότι η προσπάθεια διακοπής είναι δυσκολότερη και λιγότερο αποτελεσματική. Κύριο κίνητρο για τη διακοπή παραμένει η υγεία, την ώρα που η γεύση και η κοινωνική αποδοχή φαίνεται να επηρεάζουν τη μετάβαση προς τα ηλεκτρονικά προϊόντα νικοτίνης.
Ενδεικτικό είναι ότι περίπου το 60% των χρηστών ηλεκτρονικών τσιγάρων δηλώνει πως τα προϊόντα αυτά τους βοήθησαν να διακόψουν ή να μειώσουν το κάπνισμα συμβατικών τσιγάρων, με τη γεύση να αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα επιλογής.
Αντιλήψεις για την υγεία και κοινωνική διάσταση
Οι περισσότεροι χρήστες θεωρούν ότι τα ηλεκτρονικά και τα θερμαινόμενα προϊόντα είναι λιγότερο επιβλαβή σε σύγκριση με τα συμβατικά τσιγάρα, τόσο για τους ίδιους όσο και για το περιβάλλον τους. Μάλιστα, η εικόνα για τα θερμαινόμενα προϊόντα εμφανίζεται ακόμη πιο θετική, με το ισοζύγιο θετικών απόψεων να αγγίζει το 53% μεταξύ των χρηστών τους.
Παράλληλα, αρκετοί δηλώνουν ότι η χρήση ηλεκτρονικών και θερμαινόμενων προϊόντων έχει συμβάλει στη βελτίωση της προσωπικής τους υγείας, ενώ σημαντικό ρόλο στη διάδοση των συγκεκριμένων επιλογών φαίνεται να διαδραματίζει και η ενημέρωση «από στόμα σε στόμα».
Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης των πολιτικών πρόληψης, με ιδιαίτερη έμφαση στις νεότερες ηλικίες. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη νομοθετική απαγόρευση πώλησης προϊόντων καπνού σε άτομα κάτω των 18 ετών, καθώς και η αυστηροποίηση των κυρώσεων για τους παραβάτες από το Υπουργείο Υγείας, κρίνονται καθοριστικής σημασίας για την προστασία της νέας γενιάς και τη διαμόρφωση μιας ισχυρής κουλτούρας μη καπνιστών στη χώρα.
