Βράδυ Τρίτης 19 Αυγούστου 2025. Τέσσερις μέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο η κίνηση στα ελληνικά αεροδρόμια βρίσκεται στο ζενίθ. Ένα σοβαρό τεχνικό πρόβλημα στο σύστημα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της εικόνας από το ραντάρ που είναι τοποθετημένο στο Λόφο Μερέντα και το οποίο καλύπτει την τερματική περιοχή του αεροδρομίου της Αθήνας. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται βλάβη και στους πομποδέκτες των εφεδρικών συχνοτήτων, που χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία με τα αεροσκάφη. Το περιστατικό αυτό προκάλεσε μπαράζ καθυστερήσεων στις πτήσεις.
Πέντε μήνες μετά, και συγκεκριμένα την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, παρουσιάζεται μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών. Η σοβαρή αυτή «αρρυθμία» φέρνει πολλές εξελίξεις. Ο εισαγγελέας δίνει εντολή για τη διερεύνηση του ζητήματος. Παράλληλα, διενεργείται Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ). Συγκροτείται επιτροπή διερεύνησης του περιστατικού. Στο πόρισμά της κάνει λόγο για παρωχημένη τεχνολογία του υφιστάμενου συστήματος Επικοινωνιών Φωνής (VCS – Voice Communication System) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Μάλιστα, αναφέρει ότι το σύστημα και οι κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή του, βασίζονται σε τεχνολογία (SDH – Synchronous Digital Hierarchy) που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας. «Καρατομείται» ο τότε διοικητής της ΥΠΑ, Γιώργος Σαουνάτσος και ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστος Δήμας, διαβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ολιστικό σχέδιο δράσης για την αναβάθμιση όλων των συστημάτων.
Δεν πρόλαβαν να παρέλθουν καλά καλά δύο μήνες και παρουσιάζεται νέο πρόβλημα το πρωί της Πέμπτης 19 Φεβρουαρίου. Χάνεται, για λίγες ώρες, η επικοινωνία της Προσέγγισης Αθήνας με τα ραντάρ και τις συχνότητες στο Λόφο Μερέντα. Δηλαδή, λειτουργούν μόνο οι κύριες συχνότητες και όχι οι εφεδρικές, και μόνο το ένα (αυτό της Καμάρας) από τα τρία ραντάρ (σ.σ. στο Ελληνικό δεν λειτουργεί εδώ και χρόνια).
Τα συνεχή προβλήματα που ανακύπτουν ειδικά τον τελευταίο χρόνο στα ελληνικά αεροδρόμια, είναι – κατά τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας – αναμενόμενα, και οφείλονται στον απαρχαιωμένο εξοπλισμό. Διαπίστωση την οποία έκανε και ο αρμόδιος υπουργός, τις ημέρες του μπλακ άουτ, από το βήμα της Βουλής.
Καθημερινά τα προβλήματα
Σύμφωνα με τους ελεγκτές, καθημερινά αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις συχνότητες διότι τα συστήματα είναι παλιά και συγκεκριμένα 25 και 30 ετών, όταν ειδικά στην αεροπορία τα συστήματα πρέπει να αντικαθίστανται ανά 10ετία.
«Πότε θα προχωρήσει η αντικατάσταση των συστημάτων, δηλαδή των ραντάρ και της υλικοτεχνική υποδομής; Έχουμε καθυστερήσει περισσότερα από 15 χρόνια», σχολιάζει ο γενικός γραμματέας της Ένωσης Ελεγκτών Εναερίας Κυκλοφορίας, κ. Λευτέρης Μήλιος. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα συστήματα του «Ελ. Βενιζέλος» το οποίο είναι πιο σύγχρονο αεροδρόμιο, έχουν ήδη “παλιώσει”. «Σκεφθείτε τι γίνεται στα άλλα αεροδρόμια της χώρας τα οποία είναι παλιά. Αναφέρομαι στα αεροδρόμια των νησιών. Είναι όλα σε κακή κατάσταση», τονίζει.
«Έχει σημειωθεί πρόοδος»
Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, έχει σημειωθεί πρόοδος τις τελευταίες πέντε εβδομάδες. Ωστόσο – παραδέχονται – οι διαδικασίες αυτές είναι χρονοβόρες.
Ειδικότερα, σε ότι αφορά τη Σύμβαση VCS (Voice Communication Systems), που αφορά στο σύστημα επικοινωνίας και καταγραφής φωνής, απορρίφθηκε εκ νέου από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ακολούθως, η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου ήρθε σε επικοινωνία με ιδιώτες οι οποίοι δέχθηκαν να καλύψουν το κόστος των 4,7 εκατ. ευρώ και να δωρίσουν στο κράτος το πολύ σημαντικό αυτό σύστημα. Η τοποθέτησή τους αναμένεται σύντομα.
Αναφορικά με τον διεθνή διαγωνισμό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση διαδικασιών PBN (σ.σ. Πλοήγηση Βάσει Απόδοσης του αεροσκάφους κάνοντας χρήση δορυφορικών συστημάτων, χωρίς να απαιτούνται συνεχώς επίγεια ραδιοβοηθήματα για την πλοήγηση), γίνεται έλεγχος των δικαιολογητικών κατακύρωσης.
Επίσης, αναμένονται οι προσφορές για τον διαγωνισμό που αφορά την προμήθεια και εγκατάσταση οκτώ νέων συστημάτων ραντάρ.
Τέλος, στην τελική ευθεία βρίσκεται η πρόσληψη 43 επιστημόνων ATSEP (σ.σ. εξειδικευμένο προσωπικό για την εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση των συστημάτων που υποστηρίζουν τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας).
«Θα πάρουμε μέτρα για την ασφάλεια των επιβατών»
Από την πλευρά τους, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, εμμένουν στην απόφασή τους να μην κάνουν υπερεργασία την ερχόμενη καλοκαιρινή περίοδο, λαμβάνοντας «όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης χωρητικότητας, για να προστατέψουμε την ασφάλεια του επιβατικού κοινού».