Εδώ και πολλά χρόνια ο Τ.Σ. ‘Έλιοτ μας προειδοποίησε, « Ο άνθρωπος δεν αντέχει πολλή πραγματικότητα». Με άλλα λόγια μας είπε το αυτονόητο, έτσι είναι τα πράγματα να το παραδεχτείτε. Εντούτοις η άρνηση της συμφιλίωσης, αλλά και της αναμέτρησης με την ίδια την πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά αλλάζει τα δεδομένα. Δεν προκαλεί μόνο τύφλωση, αλλά οδηγεί και σε φαντασιακούς κόσμους.
Στις περιπτώσεις αυτές, τα αντανακλαστικά αμβλύνονται σε βαθμό ακύρωσης. Η απονέκρωσή τους, φέρνει την αυταρέσκεια, την έπαρση ακόμη και την αλαζονεία. Και το κυριότερο, σε ωθεί στην απώλεια επίγνωσης. Τα συμπτώματα της, δεν παύουν να λειτουργούν διαβρωτικά. Ασφαλώς συνιστούν τον προάγγελο αρνητικών εξελίξεων.
Η αδυναμία να αντιλαμβάνεσαι τις μεταβολές που συντελούνται γύρω σου, αναμφίβολα σε καθιστά δέσμιο ψευδαισθήσεων. Εύλογο είναι όταν εγκλωβιστείς στο μικρόκοσμό σου, να χάνεις την αυθεντική σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον. Είτε γιατί είσαι παραδομένος στο ναρκισσισμό. Είτε διότι δεν θέλεις να αποδεχτείς ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων.
Τα προβλήματα όσο και αν δεν μας αρέσει, δεν εξοβελίζονται. Ούτε τα υπερβαίνουμε αγνοώντας τα. Ο μόνος τρόπος για να τα αντιμετωπίσεις είναι αφενός η αναγνώριση της ύπαρξής τους και αφετέρου η σωστή και εύστοχη διαχείριση τους, προκειμένου να τα επιλύσεις. Μάλιστα υποτιμώντας τα, αυτά διογκώνονται και διευρύνονται.
Η πραγματικότητα είναι ξεροκέφαλη, για να παραφράσω τη γνωστή παραδοχή του Φρανσουά Μιτεράν. Αν δείχνεις την παραμικρή αδιαφορία απέναντί της, το μόνο που επιτυγχάνεις είναι να την πεισματώνεις, να την εξοργίζεις. Απεναντίας η αναμέτρηση μαζί της, σου παρέχει τη δυνατότητα να κάνεις τις αναγκαίες εκείνες πράξεις και ενέργειες, διορθώνοντας λάθη, παραλείψεις και αστοχίες. Αλλά και ταυτόχρονα σε βοηθά να αναλογιστείς τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες σου. Η επίγνωση είναι προϋπόθεση για να ξεπεράσεις δυσκολίες και προβλήματα. Άλλωστε, μόνο έτσι μπορείς να ανακτήσεις το χαμένο έδαφος υπερβαίνοντας τον εαυτό σου.
Στο πεδίο της πολιτικής το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας είναι η ζώσα πραγματικότητα. Ουσιαστικά πρόκειται για το δείκτη εκείνο που αποτυπώνει με ακρίβεια και σαφήνεια το μέγεθος και το διαμέτρημα σου, την αποδοχή και την απήχησή σου, την αξιοπιστία και την φερεγγυότητά σου. Και το κυριότερο αποτελεί την πυξίδα για τη γραμμή πλεύσης.
Οι πρωταγωνιστές στην πολιτική σκηνή, δεν κρίνονται ούτε αξιολογούνται από τις προθέσεις και τις επιδιώξεις τους. Πόσο μάλλον από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις τους και τις ανέξοδες υποσχέσεις τους. Η πρόκληση ενδιαφέροντος δεν εδράζεται σε αυτές. Μπορεί να πείθουν ένα μικρό τμήμα των πολιτών, αλλά δεν ελκύουν την ευρύτερη κοινή γνώμη.
Σίγουρα δεν επαρκούν για να καταστήσουν ελκυστική την παρουσία και την ανθεκτικότητα κάποιου ,που φιλοδοξεί να εκφράσει και να ενσαρκώσει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής. Ακόμη και αν αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, αξιοποιώντας τη συγκυρία, δεν σημαίνει πως η αντοχή του είναι αμετάβλητη. Η ηγετική του ικανότητα μαζί με την πολιτική και διαχειριστική του επάρκεια, είναι αυτές που καθορίζουν την εμβέλεια του. Αλλά και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Καλλιεργούν τη συναισθηματική ταύτιση με τους δυνητικούς του εκλογείς.
Η αναπαράσταση της πραγματικότητας, δεν υπόκειται σε σκηνοθετικούς κανόνες. Το φαντασιακό δεν εξουδετερώνει το υπαρκτό. Η ψευδαίσθηση δεν ακυρώνει την αλήθεια. Η έπαρση δεν επισκιάζει την επίγνωση. Απλώς η διαπάλη είναι διαρκής και υπαρκτή, επιτρέποντας μας να αντιλαμβανόμαστε τα ασήμαντα και τα σημαντικά. Το σίγουρο είναι, πως οι επηρμένοι πλάθουν πάντα τη δική τους πραγματικότητα. Τρανή επιβεβαίωση ο τρόπος που πολιτεύονται, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι.
Τα στρατηγήματα τους τέμνονται. Κοινό τους χαρακτηριστικό το μικρό και το πρόσκαιρο, το ανούσιο και το ευτελές και κατ’ επέκταση η αυταρέσκεια. Η περίσκεψη, ο προβληματισμός, η κριτική αξιολόγηση, πάνε περίπατο, θεωρούνται περιττά. Και αυτό γιατί όχι μόνο δεν εξυπηρετούν τις προσωπικές βλέψεις και επιδιώξεις των πρωταγωνιστών, αλλά και τις αντιστρατεύονται.
Αντί να ανοίγονται στο παρόν και στο μέλλον, αναδιπλώνονται. Γίνονται δέσμιοι παρωχημένων και αποτυχημένων κλισέ. Καταφεύγουν σε άγονες διαμάχες με μοναδικό μέλημα τη φόρτιση ακόμη και το ντοπάρισμα των στελεχών και των οπαδών τους. Την ίδια δε στιγμή, αδιαφορούν για τις πρωτοφανείς διαστάσεις που έχει προσλάβει η έκλειψη εμπιστοσύνης στην πλειονότητα των πολιτών, ως προς την τωρινή πολιτική τάξη. Δίχως υπερβολή, η κρίση εμπιστοσύνης βρίσκεται σήμερα στα τάρταρα.
Η εξουσία έχει θαμπώσει την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αδυνατώντας να αντισταθεί στα κελεύσματα της, γίνεται έρμαιό της. Το λεγόμενο μεταρρυθμιστικό της πρόταγμα αποδεικνύεται μια κούφια υπόσχεση. Το φιλελεύθερο επίχρισμα της, δεν έχει κανένα πρακτικό αντίκρισμα. Υποκαθιστά την πολιτική με την επικοινωνία, προσπαθώντας να συγκαλύψει τις ανακολουθίες και τις ανεπάρκειές της. Η διεκπεραιωτική διαχείριση δεν συνιστά ουσιαστικό έργο. Η σκληρή δεξιά ατζέντα που έχει υιοθετήσει στη διάρκεια της δεύτερης θητείας της, απέχει παρασάγγας από τις προγενέστερες επαγγελίες της. Οι σκιερές πλευρές της διακυβέρνησής της, την εκθέτουν ανεπανόρθωτα.
Το ίδιο συμβαίνει και με ενέργειες που αποπνέουν αντιδημοκρατική συμπεριφορά και ηθική κατάπτωση, όπως τα σκάνδαλα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η μεθοδευμένη υποβάθμιση των ανεξάρτητων αρχών και των κανόνων του κράτους δικαίου, αν κάτι πιστοποιούν είναι πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εμφανίσει έναν άλλο πολιτικό εαυτό, χάνοντας την απήχηση που άλλοτε είχε.
Με την πραγματικότητα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως δεν είναι μόνο στραβός ο γιαλός, αλλά στραβά αρμενίζει και το ίδιο. Η αδυναμία του να πείσει και να εμπνεύσει το αποκαλούμενο κεντροαριστερό κοινωνικό σώμα, είναι πασιφανής.
Μολονότι το ΠΑΣΟΚ στις αποσκευές του φέρει ένα εξαιρετικά αξιόλογο ιστορικό και αξιακό φορτίο, εντούτοις σήμερα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Ακόμη και το κυβερνητικό του αποτύπωμα, δεν το αντιμετωπίζει ως ισχυρό συγκριτικό του πλεονέκτημα. Αντί να επιχειρήσει μια τολμηρή και ουσιαστική ανατοποθέτηση, στο σημερινό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, αποκτώντας αέρα στα πανιά του, έχει εγκλωβιστεί σε μια πρωτοφανή και ψυχοφθόρα αυτοϋπονόμευση.
Η δυστοκία του να θεμελιώσει μια σύγχρονη προοδευτική στρατηγική πρόταση, όταν μάλιστα το κενό είναι έντονο και υπαρκτό, αυτοπεριορίζει τους πολιτικούς του ορίζοντες. Η χαμηλή δημοσκοπική του επίδοση, δεν το αφυπνίζει. Αντίθετα υπερισχύει η ελαφρότητα και η επιπολαιότητα. Τα ελλείματα του, είναι αναμφίβολα σύνθετα. Ο πολιτικός του λόγος είναι ανέμπνευστος. Οι θέσεις του είναι αμφίσημες. Δεν συνιστούν μια επίκαιρη και δημιουργική προσέγγιση. Η πλειονότητα των στελεχών του, επιδεικνύει πολιτική ανωριμότητα. Η ηγεσία του, αδυνατεί να πρεσβεύσει και να προβάλλει μια ισχυρή ενναλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η θολή δημόσια εικόνα του ΠΑΣΟΚ, είναι η αντανάκλαση των στρατηγημάτων που ακολουθεί. Και το χειρότερο καλλιεργεί την αίσθηση συριζοποίησής του. Η διακηρυγμένη διεύρυνση του, αποδεικνύεται σωσίβιο για πλανόδιους καριερίστες. Τα πρώην στελέχη του, που το λοιδόρησαν και το υπονόμευσαν, γίνονται δεκτά χωρίς καμιά πολιτική και ηθική αναστολή. Ο καιροσκοπισμός αποθεώνεται.
Μάλιστα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν αντιλαμβάνεται πως η επιστροφή τους δεν ισοδυναμεί με επαναπατρισμό πρώην ψηφοφόρων. Απεναντίας αποθαρρύνει τους δυνητικούς εκλογείς του. Η απουσία στρατηγικής αποτυπώνεται με τον πιο καλό τρόπο, στην αδυναμία του να απαντήσει στο ζωτικό δίλημμα της διακυβέρνησης. To νεφέλωμα το οποίο προβάλλει μόνο σύγχυση και ανασφάλεια προκαλεί στο εκλογικό σώμα. Εδώ άλλωστε συμπυκνώνεται, το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Εύλογο είναι ότι το να γυρίζουμε την πλάτη στην πραγματικότητα, έχει κόστος. Προκαλεί απώλειες. Στενεύει τον ορίζοντα. Απομειώνει τις όποιες ευκαιρίες και δυνατότητες προσφέρονται.
Ο κ. Γιώργος Πανταγιάς είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας