Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Ισπανού Πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, να προχωρήσει στη νομιμοποίηση περί των 500.000 παράνομων μέχρι πρότινος μεταναστών, δημοσιεύτηκαν στη χώρα μας πολιτικές και δημοσιογραφικές τοποθετήσεις που καλούσαν τα συναρμόδια Υπουργεία να προβούν στη λήψη παρόμοιων νομοθετικών πρωτοβουλιών ως μέτρο επίλυσης του δημογραφικού, της κάλυψης των εργατικών κενών και της διαχείρισης της παράνομης μετανάστευσης εν γένει.
Η λογική του «κάνε το όπως η Ισπανία», ωστόσο, είναι μια υπεραπλουστευμένη προσέγγιση ανάλογη με επιδερμικές προτάσεις του παρελθόντος που εδράζουν στη λογική ότι επειδή μια χώρα εφάρμοσε ένα μέτρο, το ίδιο ακριβώς μπορεί να εφαρμοστεί με αντίστοιχα αποτελέσματα και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του πλανήτη. Θυμίζουμε ότι κάποιοι στο παρελθόν «ονειρεύτηκαν» να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Δανία του Νότου επειδή σκέφτηκαν ότι η αυτούσια μεταφορά στην Ελλάδα πολιτικών της σκανδιναβικής αυτής χώρας αρκούσε από μόνη της για την μεταμόρφωση της πατρίδας μας σε μεσογειακό οικονομικό πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης.
Να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν είμαστε αρνητικοί στην υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών και επιτυχημένων παραδειγμάτων άλλων χωρών. Άλλωστε αυτό είναι το πραγματικό νόημα της παγκοσμιοποιημένης κοινότητας, δηλαδή η βελτιστοποίηση της ζωής των ανθρώπων μέσω της επιρροής που ασκείται από την ελεύθερη και νόμιμη διακίνηση ιδεών, εμπορευμάτων, ανθρώπων και διαφορετικών εκδοχών κοινωνικής οργάνωσης.
Το ζήτημα γεννάται όταν εκπονούνται σχέδια πιστής αντιγραφής πολιτικών δίχως να λαμβάνονται υπόψη οι δημογραφικές διαφορές, οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, και οι οικονομικοί δείκτες σε συνάρτηση με το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας μελλοντικής εφαρμογής των πολιτικών αυτών ή σε μία δεύτερη ανάγνωση όταν χάριν επικοινωνιακά επιδιωκόμενων ωφελών η όποια συζήτηση γίνεται πάνω στα σαθρά θεμέλια της μικροκομματικής προπαγάνδας ελλείψει σχετικού ερευνητικού και επιστημονικού υπόβαθρου.
Η κεντρική ιδέα, λοιπόν, του πρόσφατου ισπανικού μέτρου είναι συγκεκριμένη: επιχειρεί να προκρίνει τη μαζική νομιμοποίηση παράνομα διαμενόντων ως αντίδοτο στην αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων μείζονος σημασίας με προεξάρχουν την ανάγκη εξεύρεσης προσωπικού σε κρίσιμους τομείς της ισπανικής οικονομίας. Παραβλέποντας ότι η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας υποκινείται από τις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς εξασφαλίζοντας με την κίνηση αυτή φθηνό, ως επί το πλείστων, εργατικό δυναμικό, μια ανάλυση συγκριτικά με την κατάσταση στην Ελλάδα αναδεικνύει περαιτέρω την ετερογένεια και ανομοιομορφία των δύο περιπτώσεων.
Η Ισπανία είναι μια χώρα με πληθυσμό 49,4 εκατομμυρίων κατοίκων και εξ αυτών 3,3, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ισπανικού Υπουργείου Ενσωμάτωσης και Μετανάστευσης, είναι αλλοδαποί με έγκυρη άδεια διαμονής, αριθμός που αντιστοιχεί στο 6,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Το σχέδιο που ανακοίνωσε ο Ισπανός πρωθυπουργός αφορά έναν επιπλέον πληθυσμό 500.000 παράνομων μεταναστών που θα λάβουν νόμιμο καθεστώς διαμονής και εργασίας εφόσον πληρούν βασικές προϋποθέσεις, ήτοι να έχουν ζήσει στη χώρα τουλάχιστον 5 μήνες, να μην έχουν ποινικό μητρώο, ή να έχουν υποβάλει αίτηση ασύλου πριν τα τέλη του 2025.
Ανατρέχοντας σε επιμέρους αριθμούς θα διαπιστώσουμε ότι μόνο για το πρώτο 9μηνο του περασμένου έτους κατατέθηκαν 108.649 αιτήσεις διεθνούς προστασίας αυξημένες κατά 12% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους (2024). Το 72,3% των παραπάνω υποβλήθηκαν από άτομα προερχόμενα από Βενεζουέλα, Κολομβία, Περού, (63.326, 11.845, 2.937, αντίστοιχα) και εάν συνυπολογίσουμε τα αιτήματα από λοιπές χώρες της Λατινικής Αμερικής το ποσοστό αγγίζει περίπου το 81% επί του συνόλου. Για την οικονομία του χώρου να σημειωθεί ότι η δημογραφική ανάλυση ως προς την εθνικότητα είναι πανομοιότυπη και ελαφρώς αυξημένη για την κατηγορία των αλλοδαπών που βρέθηκαν στην Ισπανία με visa free scheme και αναμένεται να κάνουν χρήση της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας.
Αυτό λοιπόν που διαπιστώνεται είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι δυνητικά ωφελούμενοι του μέτρου είναι άτομα προερχόμενα από πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες της Νότιας Αμερικής με έντονο το στοιχείο της πολιτισμικής εγγύτητας όπως αυτό αποτυπώνεται στη γλώσσα επικοινωνίας, την κουλτούρα και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Ειδικότερα, πρόκειται για αμιγώς ισπανόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς. Παρατηρείται, λοιπόν, μια ομοιογένεια ως προς βασικούς δείκτες, οι οποίοι είναι ιστορικά κομβικής σημασίας για την ομαλή ενσωμάτωση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, γεγονός εκ διαμέτρου αντίθετο με τα παραδείγματα άλλων Κρατών Μελών όπου οι όποιες απόπειρες «σκόνταψαν», ανεξαρτήτως μοντέλου ένταξης, στην ετερογενή σύνθεση των νεοεισερχόμενων σε σχέση με τους γηγενείς πληθυσμούς.
Οι πρόσφατες περιπτώσεις της Γερμανίας και των Σκανδιναβικών χωρών αποτελούν τις πιο εκκωφαντικές παραδοχές αποτυχίας, όχι λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης και διάθεσης εμπλοκής, ούτε εξαιτίας ανεπάρκειας διαθέσιμων πόρων. Αλλά λόγω της αδυναμίας αφομοίωσης μεγάλων ομάδων που προτάσσουν τον θεοκρατικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης έναντι του κοσμικού ευρωπαϊκού τρόπου ζωής προκρίνοντας αναπόφευκτα το σχηματισμό μιας παράλληλης κοινωνίας, απομονωμένης, γκετοποιημένης και συχνά ευεπίφορης σε τάσεις ριζοσπαστισμού και κάθε μορφής εκμετάλλευσης.
Στη χώρα μας με συνολικό πληθυσμό 10,4 εκατομμύρια κατοίκων οι αριθμοί και σχετικοί δείκτες είναι αδυσώπητοι. Ειδικότερα, 800.000 νόμιμοι μετανάστες συν 58.000 αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και κάτοχοι αδειών διαμονής εν ισχύ και άλλοι 21.500 διαμένοντες αιτούντες άσυλο εντός του εθνικού συστήματος υποδοχής και 38.000 Ουκρανοί εκτοπισμένοι που, όμως, σταδιακά επιλέγουν να εγκαταλείψουν τη χώρα μας σε αναζήτηση άλλων προορισμών με περισσότερα κοινωνικά προνόμια. Στους παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τις περίπου 50.000 ετήσιες παράνομες αφίξεις ετησίως (με βάση τις υφιστάμενες τάσεις) και τις εκροές του συστήματος που μεταφράζονται σε περίπου 6.000 απελάσεις/επιστροφές δωδεκαμήνου, 500 οικογενειακές επανενώσεις μεταναστών με συγγενείς τους σε άλλα Κράτη Μέλη ανά έτος καθώς και τις παράνομες αποχωρήσεις από το βαλκανικό διάδρομο που δεν δύναται να προσδιοριστούν αριθμητικά.
Εξαιρώντας τους περίπου 400.000 υπηκόους Αλβανίας και 35.000 Γεωργιανούς το υπόλοιπο 60% προέρχεται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής ηπείρου και ως επί το πλείστων μουσουλμανικές. Αφγανιστάν, Συρία, Αίγυπτος, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Φιλιππίνες, και Σουδάν καταλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος και δεν αφήνουν περιθώρια για απλοϊκές λύσεις. Η ετερογενής σύνθεση των πληθυσμών αυτών αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά με την ισπανική προσέγγιση (που επιμελώς αποκρύπτεται), γεγονός που καθιστά την πιστή αντιγραφή αμφισβητήσιμης, αν όχι ανέφικτης, αποτελεσματικότητας.
Απόρροια των παραπάνω η Ελλάδα εξελίσσεται σε παράδειγμα μονοδιάστατης εισροής χαμηλής εξειδίκευσης εργατικού δυναμικού, για τη βραχυπρόθεσμη κάλυψη των κενών στην αγορά εργασίας (π.χ. συγκομιδή φράουλας, εποχικοί εργάτες στον τουριστικό τομέα κτλ) από χώρες δίχως κοινά σημεία αναφοράς και ιδιαίτερους πολιτισμικούς (ή και διπλωματικούς) δεσμούς. Αν εφησυχάσουμε και επικεντρωθούμε αποκλειστικά σε αυτό το μοντέλο μετανάστευσης, και όχι στην προσέλκυση ατόμων με υψηλές δεξιότητες από όμορα κράτη, η χώρα κινδυνεύει να δημιουργήσει έναν πληθυσμό με περιορισμένες προοπτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης και οικονομικής ανέλιξης, γεγονός με μακροπρόθεσμες επιβαρυντικές συνέπειες για την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και συνακόλουθα την οικονομική ανάπτυξη του τόπου.
Εν κατακλείδι, η εμπειρία της Ισπανίας απέχει παρασάγγας από την υπό διαμόρφωση κατάσταση στη χώρα μας. Η Ελλάδα, με τον ετερογενή μεταναστευτικό πληθυσμό της, δεν μπορεί να αντιγράψει άκριτα μιμούμενη τα παραδείγματα άλλων χωρών, αδιαφορώντας για τις πολιτισμικές και οικονομικές ιδιαιτερότητες. Η στρατηγική επιλογή οφείλει να είναι σαφής: η μετανάστευση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο φθηνής εργασίας και επίλυσης του δημογραφικού αλλά ως σταθερή επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης.
