Στη δημόσια συζήτηση για το Αιγαίο, η ιδέα και μόνο της «κοινής πρωτοβουλίας» με την Τουρκία αντιμετωπίζεται συχνά ως κατευνασμός ή επικίνδυνη υποχώρηση, με αποτέλεσμα να συγχέονται διαφορετικά πεδία: η κυριαρχία, η δικαιοδοσία, η περιβαλλοντική προστασία. Και όμως, η διεθνής έννομη τάξη – και συγκεκριμένα η νέα Συμφωνία BBNJ του ΟΗΕ για τη βιοποικιλότητα πέραν εθνικής δικαιοδοσίας – η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από 17/1/2026 – προσφέρει ένα σαφώς οριοθετημένο, θεσμικά ασφαλές πλαίσιο, μέσα στο οποίο η συνεργασία δεν υποκαθιστά την πολιτική.
Η BBNJ εφαρμόζεται αποκλειστικά σε περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας: την Υψηλή Θάλασσα (high seas) και τον διεθνή βυθό. Δεν αναγνωρίζει ούτε επηρεάζει τίτλους κυριαρχίας ή δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών. Αυτό δεν είναι νομική λεπτομέρεια, αλλά η ουσία της. Η Συνθήκη επιτρέπει στα κράτη να συγκροτήσουν ένα συνεκτικό δίκτυο θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών (MPAs) στην Υψηλή Θάλασσα, οι οποίες μπορούν να εγκρίνονται πλεοψηφικά όταν δεν επιτυγχάνεται συναίνεση, αποτρέποντας την παρεμπόδισή τους από μεμονωμένα κράτη. Κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να επηρεάσει την Υψηλή Θάλασσα ή τον διεθνή βυθό υπόκειται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, με υποχρέωση δημόσιας γνωστοποίησης από τα κράτη.
Στο Αιγαίο, όπου η Ελλάδα δεν έχει ακόμα ανακηρύξει Αποκλειστική Οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και όπου η συζήτηση για την οριοθέτηση παραμένει ανοικτή και πολιτικά φορτισμένη, η BBNJ αποτελεί ίσως το μοναδικό διεθνές εργαλείο το οποίο επιτρέπει περιβαλλοντική δράση χωρίς γεωπολιτικό κόστος. Η συμφωνία προβλέπει τη δυνατότητα δημιουργίας θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών μέσω των λεγόμενων «χωρικών διαχειριστικών εργαλείων» ( area-based management tools). Οι σχετικές προτάσεις κατατίθενται όχι μόνο από μεμονωμένα κράτη, αλλά και από ομάδες συνεργαζόμενων κρατών και συνοδεύονται από ρήτρα «μη υπονόμευσης»: τα μέτρα δεν μπορούν να επηρεάσουν υφιστάμενες ή δυνητικές νομικές θέσεις ούτε να δημιουργήσουν δεδικασμένα. Με άλλα λόγια, η προστασία της βιοποικιλότητας δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε έμμεση οριοθέτηση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ιδέα ενός θαλάσσιου πάρκου στο Αιγαίο, σε περιοχές υψηλής θάλασσας – μια ενδεχόμενη κοινή περιβαλλοντική πρόταση Ελλάδας και Τουρκίας – δεν συνιστά συνεκμετάλλευση ούτε «γκρίζα ζώνη». Πρόκειται για περιορισμένη, λειτουργική συνεργασία, ενταγμένη σε πολυμερές πλαίσιο του ΟΗΕ, με επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς μηχανισμούς χωρικού ελέγχου. Κανένα κράτος δεν ασκεί έλεγχο στον χώρο.
Η οικολογική βάση μιας τέτοιας πρότασης είναι ισχυρή. Το Αιγαίο αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο «hotspot» βιοποικιλότητας, διάδρομο μεταναστευτικών ειδών και περιοχή έντονης σωρευτικότητας πιέσεων – από την ναυσιπλοΐα και την αλιεία έως τις στρατιωτικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια η επιλογή της αδράνειας ως προς την προστασία, θα ήταν μάλλον επιλογή υποβάθμισης. Το κρίσιμο όμως πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε νομικά να προστατεύσουμε τμήματα του Αιγαίου χωρίς να αγγίξουμε κυριαρχικά ζητήματα. Το ζήτημα είναι αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε ένα διεθνές εργαλείο το οποίο μετατοπίζει τη συζήτηση από το δίλημμα «κυριαρχία ή συνεργασία» σε ένα τρίτο πεδίο: την κοινή ευθύνη απέναντι σε ένα εύθραυστο θαλάσσιο οικοσύστημα.
Σε μια εποχή όπου η περιβαλλοντική διπλωματία αποκτά στρατηγικό βάρος, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να κινηθεί θεσμικά και προληπτικά, όχι αμυντικά. Ώστε να προστατεύσει το Αιγαίο αρχιπέλαγος, εκεί όπου η διεθνής τάξη το επιτρέπει – και το απαιτεί. Ένα θαλάσσιο πάρκο βάσει της συμφωνίας BBNJ πρέπει να στείλει σαφές μήνυμα: η χώρα δεν παραχωρεί τίποτα αναφορικά με τα κυριαρχικά δικαιώματά της, παρότι δεν έχει προβεί ακόμα σε ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ. Αυτό, έχει ήδη καταστεί σαφές από πλευράς Τουρκίας, στο πλαίσιο σχετικής επιστημονικής συνάντησης στην Αθήνα.
Παράλληλα, η χώρα μας δεν πρέπει να διστάζει να ηγηθεί περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών, ούτε να αναλαμβάνει υπεύθυνα τη διαχείριση διεθνών εργαλείων προστασίας. Για να είναι όμως αποτελεσματική αυτή η διαχείριση, οφείλει να έχει εθνικό χαρακτήρα. Αυτό προϋποθέτει την ανάληψή της από αρμόδιο κυβερνητικό φορέα με διυπουργικές αρμοδιότητες, υπό διακομματικό έλεγχο και με δυνατότητα εξασφάλισης διεθνούς χρηματοδότησης, ο οποίος θα συμβουλεύεται το κατάλληλο επιστημονικό δυναμικό από όλους τους συναφείς κλάδους (θαλάσσια χωροταξία, θαλάσσια βιολογία, διεθνείς σχέσεις και διεθνές δίκαιο..) και θα προβαίνει σε αντιπροσωπευτικές διαβουλεύσεις με αρμόδιους φορείς όλων των επιπέδων (ΕΕ, κράτος, αυτοδιοίκηση), επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και εκπροσώπους οικονομικών δραστηριοτήτων. Εφόσον οργανωθεί ένας τέτοιος φορέας, θα μπορεί να καλέσει σε διάλογο και κοινή δράση αντίστοιχους φορείς και επιστήμονες από γειτονικά παράκτια κράτη.
Σχετικά με την εφαρμογή της Συμφωνίας, υποστηρίζεται ότι η λύση βρίσκεται στην υψηλή τεχνολογία επιτήρησης, όμως η τεχνολογία αυτή και η λειτουργία της απαιτούν σημαντική χρηματοδότηση. Επιπλέον, η επιβολή της διεθνούς νομοθεσίας και η παρακολούθηση απαιτούν σημαντική θεσμική ικανότητα. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι πολλές κυβερνήσεις ήδη υστερούν στην εγχώρια εφαρμογή των ίδιων των εργαλείων που προβλέπει η BBNJ, όπως οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ).
Η Συμφωνία BBNJ δεν συνιστά, κατά συνέπεια, πανάκεια και εμφανίζει υστερήσεις ως προς τη διεθνή χρηματοδοτική της στήριξη. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως παγίδα. Στην Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης στρατηγικής ωριμότητας. Κι αυτό γιατί της προϋποθέτει την υπέρβαση ενδεχόμενης κυβερνητικής αδράνειας ή εσωστρέφειας και τη μετάβαση σε συντονισμένη δράση, με πλήρη θεσμική νομιμοποίηση και, κυρίως, εντός δεσμευτικών χρονικών πλαισίων. Είναι κρίσιμη η πάση θυσία αποφυγή καθυστερήσεων, αντίστοιχων με εκείνες που χαρακτηρίζουν την εκπόνηση των αναγκαίων – αναπτυξιακά και γεωπολιτικά – θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, όπως αυτά προβλέπονται από τη σχετική κοινοτική οδηγία. Η Ελλάδα και η Κροατία είναι οι μόνες χώρες της Ένωσης που δεν έχουν ακόμα εγκεκριμένα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια.
* Η Στέλλα Κυβέλου είναι Καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εμπειρογνώμων θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και σύμβουλος της ΕΟΚΕ για τις πολιτικές στα Ευρωπαϊκά νησιά και τις νησιωτικές περιφέρειες