Πριν από μερικά χρόνια βοηθούσα έναν φίλο να συμμαζέψει το πατρικό σπίτι μετά τον θάνατο της μητέρας του. Εντύπωση του είχε κάνει τότε, θυμάμαι, η ξαφνική συνειδητοποίηση του πλήθους από ηλεκτρικές συσκευές, σκεύη και λοιπά εξαρτήματα, που στην καθημερινή χρήση φαίνονταν φυσιολογικά, αλλά τώρα, στο μάζεμά τους, έκαναν αισθητή την ιδιαίτερη παρουσία τους: ένα ακριβό σετ από κατσαρόλες, μύλος καφέ, ηλεκτρικό μαχαίρι ψωμιού κ.λπ. κ.λπ.
Οι γονείς του φίλου κατά τη δεκαετία του 1970 δούλευαν ως ανειδίκευτοι εργάτες στη Γερμανία, μέρος των γκασταρμπάιτερ που βοήθησαν στην ανοικοδόμηση του οικονομικού γίγαντα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έκπληξη ο φίλος μου διαπίστωνε ότι όλες αυτές οι συσκευές είχαν αγοραστεί εκείνη την περίοδο. Αντικείμενα ακριβά σήμερα για τον μέσο εργαζόμενο ήταν προσιτά στον μέσο ανειδίκευτο μετανάστη τότε. Γεγονός όχι αμελέτητο για να καταλάβουμε ότι η μεταπολεμική κοινωνική ειρήνη στην Ευρώπη είχε ξεκάθαρη υλική βάση. Αυτό δεν σήμαινε βέβαια ότι η ζωή του εργάτη δεν ήταν σκληρή, διατηρούσε ωστόσο κάτι από την αξιοπρέπεια ενός μίνιμουμ κοινωνικού συμβιβασμού πλαισιωμένου από αμοιβές, προστασία και ασφάλεια.
Περισσότερα από 40 χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς -αισιόδοξος και αφελής προφανώς- πως οι εργασιακές συνθήκες, αν δεν όδευαν προς το καλύτερο, αν μη τι άλλο δεν θα χειροτέρευαν. Τόση τεχνολογία στην τελική θα μας επέτρεπε να δουλεύουμε λιγότερο, πιο χαλαρά, ξεκούραστα, με ασφάλεια.
Η πραγματικότητα ωστόσο διαψεύδει τη φαντασίωση. To πρόσφατο εργατικό ατύχημα στη μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα», που είχε αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε εργατριών και τον τραυματισμό πολυάριθμων άλλων, επαναφέρει με τραγικό τρόπο την εγκατάλειψη της έγνοιας για τη διασφάλιση συνθηκών στοιχειώδους εργατικής ασφάλειας. Είναι δουλειά των ειδικών να διερευνήσουν τις καταγγελίες περί ελλιπών διαδικασιών ελέγχου, είναι ωστόσο προφανές πως κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.
Κι αυτό δυστυχώς δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Όποιος και όποια διατρέχει καθημερινά τη ροή ειδήσεων των ενημερωτικών μέσων «πέφτει» συνέχεια σε παρόμοιες ειδήσεις εργατικών ατυχημάτων. Εργάτες και εργάτριες σε βιοτεχνίες και βιομηχανίες, ντελιβεράδες και κούριερ, ναυτεργάτες και ναυτεργάτριες, οικοδόμοι και εργάτες γης: δεν υπάρχει κλάδος που να μη θρηνεί θύματα.
Την ίδια στιγμή που συμβαίνουν όλα αυτά, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έρχονται στη Βουλή δεν αφορούν την προστασία των εργαζόμενων, αλλά ρίχνουν και άλλο λάδι στη φωτιά, με αποκορύφωμα φυσικά τον πρόσφατο νόμο για το 13ωρο εργασίας.
Πέρα από τις προφανείς συνέπειες όλων αυτών των γεγονότων, όπως συσσωρεύονται καθημερινά, και που αφορούν τη δριμεία υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του εργαζόμενου πληθυσμού, υπάρχουν και ακόμα πιο βαθιές επιπτώσεις. Η συστηματική αίσθηση που αναπτύσσεται στις και στους εργαζόμενους ότι οι ζωές τους δεν μετράνε, ότι τα σώματά τους είναι αναλώσιμα και λειτουργούν απλώς σαν μηχανές, διαρρηγνύει τη συνοχή του κοινωνικού σώματος. Ακόμα και όταν η αντίδραση δεν είναι άμεση και δυναμική, στο παρασκήνιο καλλιεργείται μια βαθιά απογοήτευση για τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Κι η απογοήτευση αυτή εύκολα εκτρέπεται σε πολιτική ριζοσπαστικοποίηση ή σε βαθιά απονομιμοποίηση κάθε συμβατικής κοινωνικής υποχρέωσης. Το πού θα καταλήξει σε βάθος χρόνου είναι άγνωστο, αλλά σίγουρα καθόλου ελπιδοφόρο.
