Η εικόνα είναι απλή. Το ΠΑΣΟΚ είναι δύο κόμματα, ίσως και περισσότερα, σε κοινή συσκευασία. Με μια ηγεσία που πασχίζει εύκολα ή δύσκολα να κρατάει όλα τα κομμάτια μαζί.
Εως εδώ, κατανοητό. Το βλέπουμε και το ζούμε.
Μόνο που ταυτοχρόνως το ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι το μοναδικό κόμμα της δημοκρατικής Ευρώπης που ασχολείται με το τι θα κάνει μετά τις επόμενες εκλογές που είναι σε έναν χρόνο και βάλε από σήμερα.
Υποθέτω πως μόλις το λύσει θα ασχοληθεί με το τι θα κάνει μετά και τις μεθεπόμενες.
Ετσι, μπορεί να μην ξέρουμε πότε θα γίνουν ακριβώς οι εκλογές, ποιοι θα κατέβουν και με ποιους, τι θα πάρουν και πώς θα μοιραστούν οι έδρες, πώς θα είναι η χώρα και ο κόσμος στα μέσα του 2027 (!) αλλά το ΠΑΣΟΚ ξεκαθαρίζει ότι κάνει «μονομέτωπο αγώνα» επειδή «ο κόσμος δεν αντέχει άλλο ΝΔ» (εκπρόσωπος ΠΑΣΟΚ, 25/1) και είναι ανοιχτό «σε όσους πιστεύουν ότι η ΝΔ πρέπει να γίνει παρελθόν» (Ν. Ανδρουλάκης, Open, 26/1).
Εν τω μεταξύ, τελευταία δημοσκόπηση έδινε 32,3% στη ΝΔ που δεν αντέχει ο κόσμος και 15,2% στο δεύτερο ΠΑΣΟΚ, δεκαεπτά μονάδες διαφορά στην εκτίμηση ψήφου (Interview, 27/1), ενώ άλλη δημοσκόπηση έδινε το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση με 12,7% και 16,5% μονάδες πίσω από τη ΝΔ (MRB, 29/1).
Δεν ξέρω πόσοι «δεν αντέχουν άλλο ΝΔ», ούτε τι θα ψηφίσουν, αλλά το ΠΑΣΟΚ μάλλον απέχει πολύ από την πρώτη θέση στις εκλογές που ισχυρίζεται ότι διεκδικεί.
Φυσικά, δεν είναι κακό να βάζεις στόχους στη ζωή. Απλώς είναι χρήσιμο να ξέρεις πώς θα τους πιάσεις και να καταλαβαίνεις γιατί δεν τα κατάφερες όταν δεν τους έπιασες. Προς το παρόν, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να κινείται ούτε στη μία, ούτε στην άλλη διαδρομή.
Επιστρέφω ξανά στην παρατήρηση των δύο κομμάτων σε συσκευασία ενός.
Σε όλα τα κόμματα της δημοκρατικής Ευρώπης συνυπάρχουν διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες απόψεις. Είναι λογικό, φυσιολογικό και δημοκρατικό.
Υπό μία προϋπόθεση. Οτι αυτές οι διαφορές και αντιθέσεις υπηρετούν μια στοιχειωδώς κοινή αντίληψη των πραγμάτων. Από τους στόχους έως τις συμμαχίες.
Στο ΠΑΣΟΚ αυτή η κοινή αντίληψη λείπει.
Οι μεν θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ καταστράφηκε από την ανερμάτιστη και χαοτική πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου, το διάστημα 2009 – 2011.
Οι δε πιστεύουν ότι το ΠΑΣΟΚ επλήγη από την ετερόκλητη συμμαχία με τη ΝΔ στην κυβέρνηση πρώτα Παπαδήμου και μετά Σαμαρά – Βενιζέλου, το διάστημα 2011 – 2014.
Ενας καλοπροαίρετος παρατηρητής θα έλεγε πως και τα δύο έπαιξαν τον ρόλο τους αλλά οι αριθμοί δεν λένε ψέματα.
Το ΠΑΣΟΚ έπαθε τη μεγάλη ζημιά στη διακυβέρνηση Παπανδρέου όταν μέσα σε δυόμισι χρόνια η εκλογική δύναμή του έπεσε από 43,92% (Οκτώβριος 2009) σε 13,18% (Μάιος 2012). Εχασε τριάντα μονάδες!
Αυτό επιβεβαιώθηκε και στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, όταν ο Πρωθυπουργός του 2009 δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή.
Εκτοτε το ΠΑΣΟΚ διαχειρίστηκε το λιγότερο αλλά ποτέ το περισσότερο. Κι έχουν περάσει τρεις αρχηγοί κι επτά βουλευτικές εκλογές σε σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια.
Συνεπώς το «αίνιγμα ΠΑΣΟΚ» δεν είναι συγκυριακό, ούτε ευκαιριακό, ούτε συμπτωματικό. Είναι το αποτέλεσμα μιας μονιμότερης κατάστασης.
Για κάποιον λόγο, ο αποτελεσματικότερος κομματικός σχηματισμός της Μεταπολίτευσης δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι.
Κι όπως είναι φυσιολογικό, στην πολιτική ό,τι δεν μεγαλώνει μικραίνει. Τα «καλύτερα παιδιά» πήγαν στον Μητσοτάκη, οι «ρεμπεσκέδες» τράβηξαν για ΣΥΡΙΖΑ κι έμειναν να φυλάνε Θερμοπύλες όσοι είχαν μια αίσθηση παραταξιακής παράδοσης και νομιμότητας.
Ο καλοπροαίρετος παρατηρητής που αναφέραμε θα αναρωτιόταν μήπως ήλθε η ώρα να ξαναπιάσουν την παρτιτούρα από την αρχή.
Να ξεκαθαρίσουν δηλαδή τις σχέσεις τους με το παρελθόν τους, να αξιολογήσουν την πορεία τους, να κατασταλάξουν ποιοι είναι, τι θέλουν και πού πάνε.
Με άλλα λόγια να αποφασίσουν ποιο από τα δύο κόμματα που συνυπάρχουν στο ίδιο περιτύλιγμα είναι το ΠΑΣΟΚ.
Διότι δεν γίνεται να βαυκαλίζεσαι ότι είσαι «η σύγχρονη εκδοχή της Κεντροαριστεράς» και ταυτοχρόνως να συναγελάζεσαι με τη Ζωή, την Καρυστιανού και τα υπολείμματα του ΣΥΡΙΖΑ.
Ακριβώς όπως δεν γίνεται να ομνύεις σε μια «μεταρρυθμιστική ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία» και την ίδια στιγμή να πολιτεύεσαι σαν «αντι-δεξιός Μένιος Κουτσόγιωργας».
Ολα αυτά δεν συμβαδίζουν. Ισα ίσα. Το ένα διαψεύδει και ακυρώνει το άλλο.
Κι αν κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να τα συναρμολογήσει περισσότερο ή λιγότερο πειστικά θα πρέπει να θυμίσω ότι ήταν άλλες εποχές, άλλη κοινωνία, άλλη Ελλάδα, άλλη Ευρώπη και δεν υπάρχει πια Ανδρέας Παπανδρέου.
Καλώς ή κακώς, οι απομιμήσεις δεν πουλάνε.
Συνεπώς δεν φταίει ο Ανδρουλάκης, ούτε ο Δούκας, ούτε η Διαμαντοπούλου, ούτε ο Γερουλάνος, ούτε ο Μανόλης Τραμπαρίφας που κανείς τους δεν είναι Παπανδρέου.
Ούτε το διεκδίκησαν, ούτε τους το ζήτησε κανείς.
Από την άλλη πλευρά όμως είναι αδιανόητο να μην μπορούν να διαμορφώσουν μια κοινή αντίληψη των πραγμάτων, να συμφωνήσουν τι είναι η χώρα και πού θέλουν να την πάνε, να καταλήξουν σε ένα κοινό, στοιχειώδες κι εφικτό σχέδιο.
Κι αντί να τσακώνονται με ποιον θα πάνε μετά τις εκλογές, να συμφωνήσουν τι θέλουν να γίνει μετά τις εκλογές και ποιον ρόλο μπορούν να παίξουν σε αυτό που πρέπει να γίνει.
Ωραία η ιδέα να βγουν πρώτο κόμμα αλλά ακόμη κι αν το καταφέρουν θα πρέπει να μας πουν με ποιους θα κυβερνήσουν και αν έχουν στο μυαλό τους τι επιδιώκουν.
Διαφορετικά θα παραμένουν ένα αίνιγμα χωρίς λύση.
Και στις εκλογές οι πολίτες μπορεί να ψηφίσουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι (το έχουμε ζήσει…) αλλά δύσκολα ψηφίζουν ένα αίνιγμα. Κυρίως μάλιστα όταν δεν το καταλαβαίνουν.
