Άρης Λάσκος: «Η “Χαμένη Άνοιξη” είναι ο άνθρωπος ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ιστορίας»

Με αφορμή την επιτυχημένη θεατρική πορεία του τελευταίου μυθοστορήματος του Στρατή Τσίρκα, «Χαμένη Άνοιξη», ο πρωταγωνιστής της παράστασης Άρης Λάσκος, μιλάει για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε διασκευάζοντας το έργο, τους λόγους που παραμένει επίκαιρο και τον ρόλο του θέατρου ως πεδίου κοινωνικού προβληματισμού.

Τι κοινό έχει η Αθήνα των Ιουλιανών και της Αποστασίας με την Αθήνα του 2026, της στεγαστικής κρίσης και της πολιτικής ρευστότητας; Περισσότερα από όσα τολμάμε να παραδεχτούμε, απαντά ο Άρης Λάσκος, που υπογράφει την διασκευή της θεατρικής μεταφοράς του εμβληματικού μυθιστορήματος του Στρατή Τσίρκα, «Χαμένη Άνοιξη», το οποίο παρουσιάζεται στο Θέατρο Δίπυλον.

Καλοκαίρι του 1965 και ο Ανδρέας, έπειτα από 18 χρόνια εξορίας στην Τασκένδη, επιστρέφει σε μια Αθήνα σε αναβρασμό, που πλέον δεν αναγνωρίζει και την οποία αισθάνεται ξένη. Εξήντα ένα χρόνια μετά, τα βασικά ερωτήματα του ίδιου και των συμπρωταγωνιστών του παραμένουν αναπάντητα και επίκαιρα όσο ποτέ.

Μιλώντας στο ΒΗΜΑ, ο Άρης Λάσκος περιγράφει τη δυσκολία της διασκευής ενός  τόσο «πυκνού» μυθιστορήματος και πώς μεταφέρθηκε στη σκηνή η εικόνας μιας Αθήνας περασμένης εποχής.  Μιλά για την ευθύνη της μνήμης και την πεποίθησή του ότι το θέατρο, παραμένει ένα ισχυρό πεδίο αφύπνισης και ελπίδας.

Η «Χαμένη Άνοιξη», το εμβληματικό τελευταίο μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα, μεταφέρεται για πρώτη φορά στη σκηνή. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στη μεταγραφή ενός τόσο πυκνού λογοτεχνικού κειμένου σε θεατρική γλώσσα;

Ακριβώς το ότι είναι τόσο πυκνό. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα όπου οι ήρωές του και η χώρα τους βρίσκονται σε πυρετό: μέσα σε είκοσι μέρες ανατρέπεται ένας Πρωθυπουργός, ο λαός κατεβαίνει καθημερινά στους δρόμους, η Αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις και, τελικά, έχουμε έναν νεκρό 23 χρόνων, τον Σωτήρη Πέτρουλα. Και ο Τσίρκας, έχοντας την «πολυτέλεια» της λογοτεχνίας δεν είναι καθόλου φειδωλός: μπλέκει μυθοπλασία με ιστορικά ντοκουμέντα, άρθρα εφημερίδων, ομιλίες στη Βουλή, αναδρομές στο παρελθόν, από το 1946 έως το ’65.

« Τότε μιλούσαν για εξαγορά κυβερνήσεων στην Λατινική Αμερική και σήμερα είμαστε στον απόηχο της Βενεζουέλας, τότε μιλούσαν για την Κύπρο που έβραζε και σήμερα μιλάμε για την αγοραπωλησία της Γροιλανδίας».

Θέλοντας συνειδητά, λόγω θαυμασμού και εκτίμησης στο έργο του Τσίρκα, να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται, έπρεπε να βρω μια χρυσή τομή: μια παράσταση είναι ζωντανή, τρισδιάστατη, είναι ένα πεδίο όπου όλες οι αισθήσεις λειτουργούν, έχει συγκεκριμένο χρόνο και, κυρίως, έχει καθορίσει από πριν το βλέμμα του θεατή. Αναγκαστικά έκοψα πολλά πράγματα και απλοποίησα κάποια άλλα, έμεινα όμως πολύ πιστός (θέλω να πιστεύω) στην απόδοση αυτού του πυρετού, που ήταν κι αυτό που με ενδιέφερε τελικά: ο άνθρωπος ανάμεσα στις μυλόπετρες του ιστορικού χρόνου.

Αναγνωρίζετε στους πρωταγωνιστές και στις διαφορετικές προσωπικότητες, χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα; Ποια είναι αυτά;

Ναι, πολλά κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που θέλαμε να κάνουμε αυτήν την παράσταση. Τόσο οι ήρωες του έργου, όσο και εμείς σήμερα – κυρίως, βέβαια, οι άνθρωποι που με τον έναν ή άλλο τρόπο εμπλεκόμαστε και μας αφορούν τα κοινά – ζούμε σε ένα περιβάλλον εξαιρετικής βεβαιότητας που δεν ξέρουμε, κυριολεκτικά, τι μας ξημερώνει. Τότε μιλούσαν για εξαγορά κυβερνήσεων στην Λατινική Αμερική και σήμερα είμαστε στον απόηχο της Βενεζουέλας, τότε μιλούσαν για την Κύπρο που έβραζε και σήμερα μιλάμε για την αγοραπωλησία της Γροιλανδίας. Τότε, οι κυβερνήσεις άλλαζαν κάθε μήνα, τώρα δεν ξέρουμε αν κάποιο κόμμα θα έχει αυτοδυναμία. Και πολλά, πολλά άλλα. Κυρίως, όμως – και δυστυχώς επιτρέψτε μου – η αίσθηση ματαίωσης είναι το πιο κοινό. Η φράση του Αντρέα της Άνοιξης «έχω πει δεν θα μιλήσω για όσα έγιναν εκεί», η αρχική του στάση να μην εμπλακεί καθόλου, «να ζήσε μια ήσυχη ζωή» είναι το κοινό μας βίωμα. Φοβούμενοι να μην στεναχωρηθούμε ξανά, έχοντας προδοθεί από πολλά, κλειστήκαμε στα σπίτια μας και αναμένουμε τη σωτηρία…

Ποια στοιχεία της Αθήνας του ’65 και της πολιτικής εκείνης κρίσης θεωρείτε ότι είναι πιο έντονα επίκαιρα τόσο στην κοινωνική, όσο και πολιτική πραγματικότητα;

Θα έλεγα πως δεν είναι μόνο η προφανής σύμπτωση των ονομάτων των πολιτικών εκείνης της περιόδου με τους απογόνους τους που πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή σήμερα, ούτε η κοινή και στις δύο εποχές κρίση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Είναι και η αίσθηση των ηρώων της Άνοιξης πως η Αθήνα αλλάζει και δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν: μιλούν κι εκείνοι για τη ραγδαία τουριστικοποίησή της, την επέλαση των ξενοδοχειακών μονάδων, το παραγωγικό μοντέλο «Athens by night», για το χτίσιμο των πολυκατοικιών. Είναι λίγο απελπιστικό σαν σκέψη να αναλογιζόμαστε πόσα κοινά υπάρχουν, αλλά θα μείνω στο ότι και τότε ο κόσμος αντιλήφθηκε αυτήν την αλλαγή και αντιστάθηκε. Ελπίζω να κάνουμε κι εμείς το ίδιο.

Στην παράσταση, πρωταγωνιστεί η ίδια η πόλη. Πώς καταφέρνετε να αποδώσετε την εικόνα της και την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής πάνω στη σκηνή;

Το βασικό εύρημα είναι μια συνεχής ροή των σκηνών που μπαίνουν πραγματικά η μία μέσα στην άλλη και το παράλληλο μοντάζ αυτών: όσο κάποιοι ήρωες πίνουν σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, δύο άλλοι βρίσκονται στον Εθνικό Κήπο. Κι όσο ένας είναι έξω από το Μεγάλη Βρετανία, μία άλλη ανεβαίνει την Πανεπιστημίου με τα πόδια. Τιμήσαμε κι εμείς αυτόν τον μεγάλο χάρτη που σχεδιάζει ο Τσίρκας που δείχνει μια ολόκληρη πόλη σε κίνηση. Κι η εμμονή μου να κρατηθούν στην παράσταση όσα περισσότερα ονόματα δρόμων και τοπόσημων από το πρωτότυπο γίνεται, υπηρετεί μια ποιητική, όπου όχι μόνο η Ιστορία, αλλά και η ίδια η πόλη γίνονται από ένα σημείο και μετά δρώντα πρόσωπα του έργου.

«Ανήκουμε λοιπόν κάπου; Έχουμε κάποιο λογικό έρεισμα να νιώθουμε “εντός”;».

Ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής (Γιώργος Δούσος) και της κίνησης στην παράσταση;

Η Ανθή Θεοφιλίδη (κίνηση) και ο Γιώργος Δούσος (μουσική) είχαν έναν πολύ δύσκολο ρόλο. Η πρώτη να οργανώσει με μόλις έξι ηθοποιούς σκηνές ιδιωτικές, αλλά και πολλές σκηνές πλήθους και διαδηλώσεων και,  κυρίως, να αποδώσει σκηνικά αυτήν την συνεχή, εμπύρετη περιπλάνηση στην πόλη και νομίζω τα κατάφερε περίφημα (πραγματικά χύνουμε πολλά λίτρα ιδρώτα στην παράσταση). Ο Γιώργος έπρεπε ταυτόχρονα να κρατήσει το ρυθμό ζωντανό και να αποδώσει μια αίσθηση κατασκοπίας που κατατρέχει τους ήρωες: μια μείξη επίκαιρων της εποχής, ήχων της πόλης και πολλής πρωτότυπης μουσικής το πέτυχε, αποδίδοντας επίσης και την εποχή του εξήντα.

Ο κεντρικός ήρωας επιστρέφει έπειτα από 18 χρόνια εξορίας στην Τασκένδη και βρίσκει μια πατρίδα που δεν αναγνωρίζει. Πόσο επίκαιρη είναι σήμερα η αίσθηση ότι είσαι «ξένος», ακόμη και στον ίδιο σου τον τόπο;

Ας σκεφτούμε τι χαρακτηριστικά αποδίδουμε συνήθως στην έννοια της «πατρίδας»: ασφάλεια, αυτοκυριαρχία και, ίσως, μια αίσθηση υποχρέωσής μας προς αυτήν, αφού αυτή μας φροντίζει και μας προστατεύει. Κι ας σκεφτούμε τώρα, το 2026, τι μας ανήκει. Οι καταθέσεις μας (αν υπάρχουν), έχουμε ένα σπίτι (εγώ δεν ξέρω που θα μένω από τον Μάιο που τελειώνει το συμβόλαιο ενοικίασής μου), το ρεύμα, το νερό; Πριν λίγες μέρες πνίγηκε μια γυναίκα στην πιο ακριβή πόλη της Αθήνας. Και πριν λίγο καιρό ένας ορειβάτης πέθανε στα χέρια του πατέρα του, επειδή το ελικόπτερο δεν πήρε ποτέ εντολή να σηκωθεί. Κι αυτά είναι μόνο ελάχιστα παραδείγματα. Ανήκουμε λοιπόν κάπου; Έχουμε κάποιο λογικό έρεισμα να νιώθουμε «εντός»;

Ένα βασικό ερώτημα που θέτει το έργο είναι αν μπορεί κανείς να παραμείνει αμέτοχος όταν «παντού γύρω βρωμάει πραξικόπημα». Ο σύγχρονος άνθρωπος, επίσης αισθάνεται αδύναμος να αντιδράσει στις παγκόσμιες εξελίξεις; Ποιος είναι ο ρόλος του θεάτρου μπροστά σε τέτοιες αναζητήσεις και διλήμματα;

Βλέποντας τις διεθνείς εξελίξεις που ανέφερα και πιο πριν, νιώθω πως όλοι μας είμαστε σχεδόν πεπεισμένοι πως δεν θα αλλάξει κάτι. Πως ό,τι και να κάνουμε, δεν θα αλλάξει τίποτα. Ίσως μόνο με την ψήφο μας να μπορούμε να αλλάξουμε κάτι, αν και πάλι, δεν είμαστε σίγουροι πως αυτό που ψηφίσαμε είναι αυτό που θα διαρκέσει για τέσσερα χρόνια ή θα τιμήσει τον πολίτη που έδωσε την ψήφο του. Κι όμως. Η τέχνη, πέρα από παρηγοριά, προσφέρει και ένα πεδίο κοινωνικού προβληματισμού, φιλοσόφησης. Και μπορεί να αλλάξει, έστω και έναν άνθρωπο κάθε βράδυ. Κάτι να σκεφτεί αλλιώς, κάτι να ψάξει. Το ζήσαμε αυτό στις πρώτες παραστάσεις μας. Νέος κόσμος που αγνοούσε τα Ιουλιανά μάς έλεγε πως θα πάρει το βιβλίο ή θα ψάξουν ντοκιμαντέρ για την εποχή. Κι αυτό μόνο κέρδος και ελπίδα είναι!

Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Χαμένη Άνοιξη» από το InTickets.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version