ΤΟ ΒΗΜΑ – PROJECT SYNDICATE
Η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται να κατακτήσει το «περιεχόμενο», δηλαδή τα πάντα από τη διαφήμιση και τα μυθιστορήματα έως τον κινηματογράφο και τη δημοσιογραφία. Το αποτέλεσμα, που θα αρχίσει να γίνεται ορατό πολύ σύντομα, κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ταυτόχρονα τρομακτικό, θαυμαστό, καταθλιπτικό και συναρπαστικό. Δεν θα υπάρξει μόνο «δημιουργική καταστροφή» αλλά και άφθονη, κανονική καταστροφή.
Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου παράγοντας έρευνα, δημοσιογραφία και ντοκιμαντέρ, αλλά και καταναλώνοντας πολλά μυθιστορήματα και ταινίες, νιώθω βαθιά συμπάθεια για τους δημιουργούς. Τα τελευταία τρία χρόνια όμως, είμαι επενδυτής και venture capitalist στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, και αυτή η εμπειρία διαμορφώνει το μήνυμα που θα ήθελα να απευθύνω σε όσους δραστηριοποιούνται στη δημοσιογραφία, τις εκδόσεις, τη μουσική, τη διαφήμιση και το Χόλιγουντ: όποιος αγνοήσει τις δυνατότητες αυτής της τεχνολογίας το κάνει με δική του ευθύνη.
Inferno
Ας εξετάσουμε πρώτα τις προοπτικές του Χόλυγουντ. Η κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία συρρικνώνεται εδώ και χρόνια, λόγω των νέων τρόπων διανομής περιεχομένου (όπως οι υπηρεσίες streaming) τους οποίους κατέστησαν εφικτούς το διαδίκτυο, οι φορητοί υπολογιστές, τα tablets και τα κινητά τηλέφωνα. Η παρακμή της τηλεόρασης και των DVD οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων: τη ροή βίντεο μέσω διαδικτύου, την ανάρτηση περιεχομένου που παράγεται από τους ίδιους τους χρήστες, τον εκδημοκρατισμό της δημιουργίας μέσω καμερών και λογισμικού, καθώς και τον ανταγωνισμό για την προσοχή του κοινού από το YouTube, το Facebook και το TikTok.
Ωστόσο, σε όλη τη δεκαετία αυτής της επώδυνης συρρίκνωσης, οι βασικές τεχνικές παραγωγής βίντεο δεν άλλαξαν ιδιαίτερα. Εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πραγματικές κάμερες για να κινηματογραφούν πραγματικούς ανθρώπους και αντικείμενα.
Σύντομα, όμως, όλα αυτά τα στοιχεία του πραγματικού κόσμου θα καταστούν παρωχημένα και θα αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι πρωτοπόροι αυτού του νέου κόσμου θα είναι, χωρίς εξαίρεση, νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups), ορισμένες εκ των οποίων δεν έχουν καν συμπληρώσει έναν χρόνο ζωής. Κανένα παραδοσιακό στούντιο, παραγωγός ή διανομέας δεν βρίσκεται σήμερα στην αιχμή της κινηματογραφικής παραγωγής ή διανομής με τεχνητή νοημοσύνη. Η πρώτη τέτοια startup, η Runway, ιδρύθηκε πριν από οκτώ χρόνια και έκτοτε πλαισιώθηκε από τις Arcana, Flick, Koyal, Zingroll και άλλες.
Τους τελευταίους μήνες μίλησα με ιδρυτές και ανώτατα στελέχη καθεμιάς από αυτές τις εταιρείες και τους έθεσα το ίδιο ερώτημα: πόσος χρόνος θα χρειαστεί ώστε ένας χρήστης – όχι τεχνικός – να μπορεί να δημιουργεί μια πλήρη, μεγάλου μήκους ταινία με τεχνητή νοημοσύνη, με χαρακτήρες και παραγωγή αντάξιων ενός τυπικού προϊόντος του Χόλυγουντ; Οι απαντήσεις τους κινούνται σε ένα στενό εύρος: από ένα έως τρία χρόνια, με μέσο όρο περίπου τα δύο. Για απλούστερες ταινίες μικρού μήκους και διαφημίσεις, βρισκόμαστε ήδη σε αυτό το σημείο.
Η HOLYWATER, μια ουκρανική startup που ιδρύθηκε το 2020, επιτρέπει σε οποιονδήποτε να δημιουργεί «κάθετες» (ειδικά σχεδιασμένες για κινητά) ταινίες μικρού μήκους, χρησιμοποιώντας τεχνητή νοημοσύνη για τη δημιουργία τεράστιου αριθμού ιστοριών σε μορφή κειμένου, των οποίων η δημοφιλία καθοδηγεί στη συνέχεια την κινηματογραφική παραγωγή. Τα έσοδα της HOLYWATER ξεπερνούν ήδη τα 100 εκατ. δολάρια και υπερδιπλασιάζονται κάθε χρόνο. Αντίστοιχα, η Wide Worlds, που ιδρύθηκε το 2024, επιτρέπει στους χρήστες να δημιουργούν ταινίες μικρού μήκους αντλώντας υλικό από το αγαπημένο τους fan fiction.
Ακολουθεί η ψηφιακή διαφημιστική βιομηχανία των 600 δισ. δολαρίων. Η κορυφαία startup στις διαφημίσεις με τεχνητή νοημοσύνη, η Higgsfield, ιδρύθηκε μόλις το 2023, όμως η δραστηριότητά της έχει εκτοξευθεί, με έσοδα που διπλασιάζονται κάθε μήνα και τα οποία φέτος αναμένονται να ξεπεράσουν το 1 δισ. δολάρια.
Για σειρές και ταινίες μεγαλύτερης διάρκειας και πολυπλοκότητας, η τεχνολογία δεν έχει ακόμη ωριμάσει πλήρως. Προχωρά, όμως, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μέσα σε μια δεκαετία, οι άνθρωποι-ηθοποιοί θα έχουν καταστεί ιστορικά κατάλοιπα, όπως και οι διευθυντές φωτογραφίας, οι κασκαντέρ, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές και οι ενδυματολόγοι. Παρότι ορισμένα στούντιο ήδη κάνουν διακριτικά εκτεταμένη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (η Lionsgate αναφέρεται συχνά), το μεγαλύτερο μέρος του Χόλυγουντ προετοιμάζεται για αυτό το επερχόμενο τσουνάμι κάνοντας… σχεδόν τίποτα. Στούντιο, παραγωγοί, διανομείς και πρακτορεία ονειρεύονται (ή προσποιούνται) ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι απλώς ένα ακόμη τεχνολογικό κύμα, όπως η τηλεόραση, το CGI, τα DVD και το streaming.
Αντιθέτως, τα συνδικάτα που εκπροσωπούν ηθοποιούς, σεναριογράφους, καλλιτεχνικούς διευθυντές και άλλες επαγγελματικές ομάδες του κλάδου είναι τρομοκρατημένα – και απαντούν αντιτιθέμενα τυφλά σε κάθε χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, κάτι που είναι στην καλύτερη περίπτωση μάταιο. Παρ’ όλα αυτά, έχουν βάσιμους λόγους να ανησυχούν. Η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο γρήγορα, ώστε η μετάβαση από τη φυσική στην ψηφιακή, βασισμένη στην τεχνητή νοημοσύνη, παραγωγή βίντεο θα είναι πιθανότατα βίαιη και ταχύτατη, καταστρέφοντας χιλιάδες καριέρες και εταιρείες σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη. Έχω ήδη δει φίλους να εγκαταλείπουν τον κλάδο.
Το Χόλιγουντ είναι μόνο ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης θα προκαλέσει τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα, αν τεθεί υπό διαχείριση με ανθρωπιά και προσοχή – και δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις προς μια τέτοια διαχείριση. Ανάλογες διαπιστώσεις ισχύουν για τη συγγραφή μυθοπλασίας, την εμπορική φωτογραφία, το ραδιόφωνο και, πάνω απ’ όλα, τη μουσική, όπου πολλές ταχέως αναπτυσσόμενες startups τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν σε μη μουσικούς να δημιουργούν μουσική.
Βεβαίως, ορισμένες από αυτές τις εταιρείες ενεπλάκησαν σε μαζικές παραβιάσεις πνευματικών δικαιωμάτων, δέχθηκαν αγωγές και κατέληξαν πρόσφατα σε διακανονισμούς με τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Όμως καμία από τις παραδοσιακές μουσικές εταιρείες δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της τεχνητής νοημοσύνης, πέρα από την κατάθεση αγωγών.
Η επόμενη μέρα
Η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, λοιπόν, έρχεται στις τέχνες και η «σφαγή» στις παραδοσιακές βιομηχανίες θα είναι τρομακτική. Το πώς θα μοιάζει όμως η «επόμενη μέρα» είναι ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα.
Προσωπικά, ως πρώην και μελλοντικός κινηματογραφιστής, είμαι ενθουσιασμένος με την κινηματογραφία μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Θα ήθελα να μπορώ να γράφω treatments και σενάρια, να τα τροφοδοτώ στο «στούντιο» τεχνητής νοημοσύνης μου, να λαμβάνω ένα καλό πρώτο μοντάζ και στη συνέχεια να το τελειοποιώ ξανά και ξανά με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, μέχρι να έχω ακριβώς την ταινία που θέλω να δημιουργήσω – με κάθε χαρακτήρα, σκηνικό, κίνηση, ατάκα διαλόγου και γωνία λήψης απολύτως σωστά. Δεν θα χρειάζεται να παρακαλώ για χρηματοδότηση, να προσλαμβάνω την κοπέλα του παραγωγού, να ικανοποιώ έναν μεγαλομανή σταρ ή να ανησυχώ αν κάποιος στο γύρισμα γέμισε ένα όπλο με αληθινά πυρά.
Υπάρχει, ωστόσο, επείγουσα ανάγκη για νέους νόμους, συστήματα και θεσμούς που θα προστατεύουν την πνευματική ιδιοκτησία και τους δημιουργούς της. Το ζήτημα που συζητείται περισσότερο είναι η απολύτως πραγματική ανάγκη να αποζημιώνονται οι παραδοσιακοί δημιουργοί, των οποίων το προϋπάρχον έργο χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Υπάρχει όμως και ανάγκη προστασίας των ίδιων των δημιουργών και των έργων που παράγονται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.
Η ιδέα ότι η τέχνη που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί ή δεν πρέπει να προστατεύεται είναι εσφαλμένη. Όταν καλλιτέχνες – συγγραφείς, φωτογράφοι, σκηνοθέτες – χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να δημιουργήσουν νέο έργο, δικαιούνται την ίδια προστασία με εκείνους που χρησιμοποιούν συμβατικά εργαλεία.
Μάλιστα, αναμένω ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει τις συνθήκες για την ανάδυση νέων ειδών στην τέχνη και νέων ιδιοφυών καλλιτεχνών. Για μια πρώτη γεύση, αρκεί να δει κανείς το Runway AI Film Festival, και ιδίως τον εξαιρετικό νικητή του μεγάλου βραβείου, το Total Pixel Space. Τέτοιου είδους έργα εξηγούν γιατί υποδέχομαι με αισιοδοξία την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης στην καλλιτεχνική δημιουργία, ακόμη κι αν αναγνωρίζω ότι αυτή η επανάσταση θα έχει και σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Πολλοί άνθρωποι – εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια – θα βρεθούν άνεργοι χωρίς προειδοποίηση, συχνά σε προχωρημένο στάδιο της καριέρας τους. Παράλληλα, θα κατακλύσει τον κόσμο ένας ωκεανός από «σκουπίδια» τεχνητής νοημοσύνης – κυριολεκτικά εκατομμύρια νέα μυθιστορήματα, τραγούδια και ταινίες κάθε χρόνο – καθιστώντας δύσκολη τη διάκριση των πραγματικά ταλαντούχων νέων δημιουργών. Και, φυσικά, θα υπάρξουν περισσότερες «AI φίλες» και AI πορνογραφία, καθώς και μακάβριες δημιουργίες, από την «ανάσταση» ναζί έως απεικονίσεις κακοποίησης παιδιών.
Ψευδαισθήσεις
Ακόμη πιο τρομακτικό για μένα, όμως, είναι ό,τι συμβαίνει στον χώρο της μη μυθοπλασίας – της ενημέρωσης, των πηγών πληροφόρησης και των υπηρεσιών αναφοράς. Εδώ ήδη παρακολουθούμε το θόλωμα των ορίων, μέχρι του σημείου της πλήρους σύγχυσης, ανάμεσα στο γεγονός και την επινόηση. Αν η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης στην τέχνη με ενθουσιάζει περισσότερο απ’ όσο με ανησυχεί, στον χώρο της αλήθειας και της πραγματικότητας η ισορροπία είναι διαφορετική. Όσο κι αν υπάρχουν λόγοι για να πανηγυρίζουμε, με τρομάζει αυτό που μπορεί να φέρει η τεχνητή νοημοσύνη.
Η δημοσιογραφία, όπως και το Χόλυγουντ, έχει ήδη συρρικνωθεί. Το διαδίκτυο έφερε τις ημερήσιες εφημερίδες, τα εβδομαδιαία περιοδικά, το ραδιόφωνο και τις τηλεοπτικές ειδήσεις στην ίδια αγορά· κατέστρεψε τα έσοδα από τις διαφημίσεις, στα οποία βασίζονταν οι εφημερίδες· και γέννησε χιλιάδες νέους, χαμηλής ποιότητας «παίκτες». Οι πηγές ειδήσεων στις οποίες βασιζόταν παλαιότερα η πλειονότητα του κοινού – περιοδικά όπως το Time και το Newsweek και τα δελτία ειδήσεων των μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων – αποδεκατίστηκαν, καθώς τα κοινωνικά δίκτυα, το YouTube και οι aggregators κυριάρχησαν, προσφέροντας «περιλήψεις» που ελάχιστα απείχαν από την παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων – όταν ήταν αληθείς. Τα σκουπίδια και τα ψεύδη πολλαπλασιάστηκαν και η ποιότητα της ενημέρωσης που καταναλώνει ο γενικός πληθυσμός κατέρρευσε.
Βεβαίως, ύστερα από αλλεπάλληλες εμπειρίες «παρά τρίχα» επιβίωσης, ένας μικρός αριθμός αγγλόφωνων μέσων υψηλής ποιότητας βγήκε τελικά ισχυρότερος, με μεγαλύτερο παγκόσμιο κοινό: οι New York Times, οι Financial Times, ο Guardian, το Bloomberg News, ο Economist, το Politico και τα πρακτορεία Reuters και AP. Όμως αυτά τα μέσα απευθύνονται μόνο σε μια μικρή μειονότητα του πληθυσμού. Είναι επίσης ακριβά στην παραγωγή και οικονομικά εύθραυστα. Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί όχι μόνο την εναπομείνασα ποιοτική δημοσιογραφία, αλλά, πιο θεμελιωδώς, την ίδια την ικανότητα οποιουδήποτε να μεταδίδει αξιόπιστες πληροφορίες και να διατηρεί ένα ενημερωμένο κοινό ικανό για ορθολογική κρίση.
Το πιο προφανές και πολυσυζητημένο ζήτημα είναι τα λεγόμενα deepfakes. Πρόκειται πράγματι για τεράστιο πρόβλημα, δεδομένου ότι πλατφόρμες όπως το YouTube, το Facebook, το X και το TikTok έχουν ελάχιστες υποχρεώσεις ως προς την αλήθεια ή την ακρίβεια. Σύντομα θα είναι δυνατόν να συντίθενται οριακά μη ανιχνεύσιμες ψεύτικες εκδοχές για σχεδόν οποιοδήποτε πρόσωπο ή γεγονός.
Ακόμη και τα πιο «καλά εκπαιδευμένα» μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά, ενώ ορισμένα μοντέλα ανοικτού κώδικα δεν διαθέτουν κανέναν έλεγχο. Διαθέσιμα σε όλους, μπορούν να «εκπαιδευτούν» ώστε να παράγουν σχεδόν κάθε είδους κείμενο ή βίντεο, από υψηλής ποιότητας και σχολαστικά διασταυρωμένο έως απολύτως παραληρηματικές στρεβλώσεις.
Ταυτόχρονα όμως, η τεχνητή νοημοσύνη έχει βελτιώσει δραστικά την ποιότητα των ειδήσεων και της πληροφόρησης που είναι διαθέσιμες στο κοινό – τουλάχιστον για όσους έχουν το ενδιαφέρον να τα αναζητήσουν. Τα μεγάλα, προηγμένα μοντέλα ΑΙ (κυρίως των OpenAI, Anthropic και Google) και οι υπηρεσίες που αυτά παρέχουν είναι πλέον εντυπωσιακά καλά. Τα λάθη παραμένουν πρόβλημα, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Τα μοντέλα αυτά έχουν επίσης συνάψει συμφωνίες – ως επί το πλείστον μυστικές, αλλά και ορισμένες δημόσια γνωστές – με σοβαρούς παρόχους ειδήσεων. Για παράδειγμα, οι Financial Times έχουν συνάψει συμφωνία με την OpenAI, οι New York Times με την Amazon και το AP με την OpenAI και την Google.
Ήδη, τα μοντέλα ΑΙ προσφέρουν μια σχεδόν θαυματουργή πύλη γνώσης σε περισσότερους από ένα δισεκατομμύριο χρήστες. Προσωπικά, χρησιμοποιώ το Perplexity τουλάχιστον δώδεκα φορές την ημέρα και το χρησιμοποίησα επανειλημμένα κατά τη συγγραφή αυτού του δοκιμίου – πολύ συχνότερα απ’ ό,τι κατέφυγα σε παραδοσιακές εκδόσεις ή στην αναζήτηση της Google.
Αντίστοιχα, έχει σημειωθεί έκρηξη εξειδικευμένων υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης, συμπεριλαμβανομένων εργαλείων αναφοράς για δικηγόρους, επιστήμονες, γιατρούς και ασθενείς, καθώς και «AI θεραπευτών». Μπορεί κανείς να το χλευάσει, όμως αρκετοί φίλοι μού έχουν πει ότι τέτοιες υπηρεσίες – ακόμη και το ChatGPT – αποδείχθηκαν απροσδόκητα βοηθητικές σε δύσκολες στιγμές, συγκρινόμενες με τους περισσότερους ανθρώπους-θεραπευτές.
Μια ολισθηρή κατηφόρα
Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δεν δημιουργούν γνώση. Τη συλλέγουν και τη διανέμουν με εξαιρετικό τρόπο, αλλά εξαρτώνται απολύτως από πληροφορίες που έχουν δημιουργήσει άλλοι. Εμείς – και τα ίδια τα μοντέλα ΑΙ– εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε τα μεγάλα δημοσιογραφικά μέσα και ολόκληρο το οικοσύστημα της ενημέρωσης. Μόνο αυτά διαθέτουν αρχισυντάκτες που αναθέτουν έρευνες, δημοσιογράφους πλήρους απασχόλησης, ομάδες διασταύρωσης στοιχείων και δίκτυα ανταποκριτών και πηγών στο πεδίο. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δεν προσλαμβάνουν ερευνητικούς δημοσιογράφους ή πολεμικούς ανταποκριτές πρόθυμους να αναλάβουν ρίσκα για να αποκαλύψουν την αλήθεια.
Ωστόσο, όσο τα μοντέλα εξαρτώνται από την παραδοσιακή δημοσιογραφία, άλλο τόσο την απειλούν με τουλάχιστον δύο τρόπους. Και, όπως και στην περίπτωση του Χόλυγουντ, οι απειλές αυτές εντείνονται από το γεγονός ότι ο παραδοσιακός κλάδος δεν δίνει την απαραίτητη προσοχή.
Το πρώτο πρόβλημα είναι ο άμεσος ανταγωνισμός. Αν θέλετε να μάθετε κάτι συγκεκριμένο ή να παρακολουθήσετε μια εξέλιξη, δεν χρειάζεστε πλέον ένα ειδησεογραφικό μέσο• μπορείτε απλώς να ρωτήσετε ένα μοντέλο ΑΙ. Και μπορείτε να θέσετε ακριβώς το ερώτημα που σας ενδιαφέρει, στο ακριβές επίπεδο λεπτομέρειας που επιθυμείτε. Μπορείτε ακόμη και να ζητήσετε το ισοδύναμο της πρώτης σελίδας ή της ενότητας ειδήσεων της αγαπημένης σας εφημερίδας.
Επιπλέον, τα διαθέσιμα σήμερα μοντέλα μπορούν να απαντήσουν σε πολλά ερωτήματα στα οποία τα μέσα ενημέρωσης δεν μπορούν, σε θέματα που κυμαίνονται από την επισκευή οικιακών συσκευών έως την ψυχοθεραπεία και τις ιατρικές συμβουλές. Και, ίσως το χειρότερο, είναι πολύ φθηνότερα. Για τους μεμονωμένους χρήστες, συνήθως κοστίζουν περίπου 10 δολάρια τον μήνα, ενώ μια συνδρομή στους New York Times κοστίζει περίπου 25 δολάρια, και οι Financial Times ή το Bloomberg News πολύ περισσότερο.
Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης διαθέτουν αυτό το πλεονέκτημα κόστους εν μέρει επειδή επιμερίζουν τα σταθερά τους έξοδα σε τεράστιο αριθμό χρηστών. Επωφελούνται όμως και από το γεγονός ότι δεν πληρώνουν για το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών που χρησιμοποιούν. Οι μεγάλοι πάροχοι τεχνητής νοημοσύνης υπήρξαν εξαιρετικά αμείλικτοι και ανήθικοι στη χρήση πολύτιμων εκδόσεων – βιβλίων και περιοδικών – για την εκπαίδευση των συστημάτων τους, συνήθως με ελάχιστη ή καμία αποζημίωση προς συγγραφείς και εκδότες.
Υπάρχει ισχυρό ηθικό και πρακτικό επιχείρημα υπέρ της υποχρέωσης των παρόχων μοντέλων ΑΙ να αποζημιώνουν δίκαια τους δημιουργούς. Αυτό όμως πιθανότατα θα απαιτήσει νέες δικαστικές αποφάσεις ή νέα νομοθεσία. Στο μεταξύ, υπάρχει ο πολύ πραγματικός κίνδυνος, αν οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί, οι δημοσιογράφοι, οι συγγραφείς και οι δημιουργοί ντοκιμαντέρ δεν αποζημιωθούν επαρκώς, η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης να καταστρέψει τελικά τις ίδιες τις πηγές από τις οποίες εξαρτάται για την παροχή αξιόπιστων αποτελεσμάτων.
Και αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο πρόβλημα: την πιθανή καταστροφή αξιόπιστων πηγών ενημέρωσης λόγω της συντριπτικής ρύπανσης από «σκουπίδια» και απάτες που παράγονται από τεχνητή νοημοσύνη. Αμέτρητες υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης θα εμφανιστούν και ακόμη και τα μεγαλύτερα, πιο προσεκτικά μοντέλα ΑΙ ή οι πιο σοβαροί ειδησεογραφικοί οργανισμοί ενδέχεται να υποβαθμιστούν από επιδέξιες πλαστογραφίες που δύσκολα θα διακρίνονται από την πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα, τα μοντέλα ΑΙ εκπαιδεύονταν πάνω στην πραγματικότητα• σύντομα, όμως, το μεγαλύτερο μέρος του «εκπαιδευτικού περιεχομένου» θα είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης.
«Στρουθοκαμηλισμός»
Ο ίδιος ο παραδοσιακός κλάδος φέρει μέρος της ευθύνης για αυτή την επερχόμενη κρίση. Αντιμέτωποι με την απειλή της τεχνητής νοημοσύνης, οι μεγάλοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί έχουν, όπως και το Χόλυγουντ, κάνει… σχεδόν τίποτα. Καλύπτουν μεν σχετικά καλά τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά δεν έχουν αναπτύξει ουσιαστικά εργαλεία για τους συνδρομητές τους. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τις δυνατότητες αναζήτησης ενός μεγάλου μέσου με εκείνες ενός σύγχρονου μοντέλου ΑΙ: η διαφορά είναι χαώδης.
Οι περισσότεροι οργανισμοί δεν αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη σε ευρύτερη κλίμακα, παρότι θα μπορούσαν να αυτοματοποιούν προσχέδια άρθρων, να βελτιστοποιούν τη διασταύρωση στοιχείων, να προσφέρουν παραπομπές και υποσημειώσεις, ή να επεκτείνουν δραστικά τις υπηρεσίες μετάφρασης σε γλώσσες πέρα από τις λίγες που καλύπτουν σήμερα.
Τα παραδοσιακά μέσα εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να αρνούνται στα βασικά μοντέλα ΑΙ την πρόσβαση στο περιεχόμενό τους. Αν πιστεύουν ότι έτσι θα επιβραδύνουν τις εξελίξεις, αυταπατώνται. Το ψηφιακό σύμπαν είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη έκδοση και τα μοντέλα ΑΙ γίνονται ολοένα και καλύτερα στο να βρίσκουν ό,τι χρειάζονται. Ο κλάδος της ενημέρωσης, στο σύνολό του, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις δυνάμεις που εξαπολύονται εναντίον του – ούτε τις εταιρείες που τις εξαπολύουν.
Κανείς μπορεί να ελπίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης θα ξυπνήσουν, ότι τα δικαστήρια και οι νομοθέτες – αλλά και η κοινωνική πίεση – θα αναγκάσουν τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να αποζημιώνουν δίκαια τους δημοσιογράφους και τους ερευνητές, και ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει στην ανάδυση μιας νέας βιομηχανίας ποιοτικής δημοσιογραφίας. Μπορεί, όμως, κανείς και να ανησυχεί βάσιμα, όπως εγώ, ότι τίποτε από αυτά δεν θα συμβεί.
Ο κ. Charles Ferguson, αρθρογράφος για τεχνητή νοημοσύνη στο Project Syndicate, είναι επενδυτής τεχνολογίας, αναλυτής πολιτικής και σκηνοθέτης πολλών ντοκιμαντέρ, συμπεριλαμβανομένου του βραβευμένου με Όσκαρ Inside Job.
