Τις τελευταίες ημέρες τα τηλεφωνήματα και τα e-mail στις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρείες από πελάτες τους που είναι τοποθετημένοι στον εγχώριο χρηματοπιστωτικό κλάδο έχουν πολλαπλασιαστεί. Δύο είναι τα θέματα που κυριαρχούν στην επικοινωνία τους με τους αναλυτές: η επίδραση της τρέχουσας περιόδου αβεβαιότητας στα αποτελέσματα και η απόσταση που μας χωρίζει από έναν νέο γύρο αυξήσεων κεφαλαίου.
«Πλέον ερχόμαστε σε πάρα πολύ δύσκολη θέση καθώς η διατύπωση οποιασδήποτε πρόβλεψης είναι εξαιρετικά επισφαλής» υπογραμμίζει σχετικά στέλεχος θυγατρικής συστημικού ομίλου που δέχεται καθημερινά καταιγισμό ερωτημάτων από επενδυτές για την πορεία των τραπεζών. «Μας ρωτούν για το ποιο πιστεύουμε πως είναι το καλό σενάριο για την οικονομία και αδυνατούμε να δώσουμε μια σαφή απάντηση λόγω της πολυπλοκότητας της κατάστασης μετά από τέσσερις μήνες ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών» επισημαίνει.
«Ο πολιτικός κίνδυνος αποδείχθηκε τελικώς πολύ μεγαλύτερος από όσο τον είχαμε “μετρήσει”, ακόμη και μετά την προκήρυξη των τελευταίων βουλευτικών εκλογών» σημειώνει χαρακτηριστικά η ίδια πηγή.
Οι τρεις παράγοντες
Το θετικό για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι πρόλαβαν να ανακεφαλαιοποιηθούν επαρκώς πριν από περίπου έναν χρόνο, ενώ πέρασαν με επιτυχία και τα stress tests της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) το περασμένο φθινόπωρο.
Στο πλαίσιο αυτό η ανάγκη τους για νέες αυξήσεις κεφαλαίου θα εξαρτηθεί από τρεις κυρίως παράγοντες:
1.Τον ρυθμό «κατανάλωσης» των ιδίων κεφαλαίων τους για την απορρόφηση των ζημιών που συνεπάγεται η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος.
2.Τη δυνατότητα εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσης που κατάρτησαν μόλις πριν από λίγους μήνες, στη βάση των αποτελεσμάτων των πανευρωπαϊκών ασκήσεων αντοχής.
3.Την ενδεχόμενη αυστηροποίηση του κανονιστικού πλαισίου για τη χρήση του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια, η συζήτηση για το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη.
Τραπεζικά στελέχη σημειώνουν ότι μπορεί τους τελευταίους μήνες να καταγράφεται μια απόκλιση από τους στόχους που έχουν τεθεί, ωστόσο μετά τους δύο γύρους ανακεφαλαιοποίησης οι σχετικοί δείκτες δείχνουν προς το παρόν ότι αντέχουν. «Τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου δεν ήταν τελικά τόσο τραγικά όσο αναμενόταν, ενώ σε καμία περίπτωση δεν δημιουργούν κάποιο άμεσο έλλειμμα κεφαλαίων που πρέπει να καλυφθεί» τονίζουν οι ίδιες πηγές.
Χαμένο το 2015
Το 2015 πάντως θεωρείται ήδη χαμένο. Η αποσύνδεση από τις αγορές, η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης, η συνεπακόλουθη μείωση των νέων εργασιών και η άνοδος του ρυθμού δημιουργίας νέων επισφαλειών που καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της πολιτικής υψηλών προβλέψεων και εφέτος δεν επιτρέπουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Με εξαίρεση ενδεχομένως την Εθνική Τράπεζα, που ξεκινά από καλύτερη βάση λόγω της κερδοφόρου Finansbank, η εφετινή χρήση αναμένεται ζημιογόνος για τους άλλους τρεις ομίλους (Alpha Bank, Eurobank και Τρ. Πειραιώς).
Αναλυτές τονίζουν πάντως πως ακόμη υπάρχει περιθώριο να σωθεί η παρτίδα και να μη χρειαστούν το επόμενο 12μηνο νέες αυξήσεις κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποφευχθεί η χρεοκοπία και η κυβέρνηση θα ξεκινήσει την εφαρμογή της όποιας συμφωνίας προκύψει με την Ευρώπη. Οπως έδειξαν οι πρώτοι ισολογισμοί του 2015, η οργανική κερδοφορία των τραπεζών ήταν ικανοποιητική.
Το πρόγραμμα περικοπών στο κόστος λειτουργίας έχει αποδώσει, ενώ λόγω της συγκέντρωσης του κλάδου η δύναμη τιμολόγησης έχει ενισχυθεί σημαντικά. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι με εκροές 35 δισ. ευρώ τους τελευταίους πέντε μήνες, το κόστος των καταθέσεων όχι μόνο δεν αυξήθηκε αλλά περιορίστηκε και σε έναν βαθμό.
Σταδιακά οι αλλαγές στον κανονισμό γιατον αναβαλλόμενο φόρο
Αισιοδοξία ότι δεν θα υπάρξει τουλάχιστον μέχρι και το τέλος της επόμενης χρονιάς κάποια αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού του αναβαλλόμενου φόρου στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας επικρατεί στις τραπεζικές διοικήσεις. Η ελληνική νομοθεσία επιτρέπει την αναπλήρωση των ζημιών από το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους με τον συμψηφισμό μελλοντικών κερδών. Ωστόσο, επειδή υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα στον βαθμό χρήσης αυτής της δυνατότητας, έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για την εναρμόνιση του κανονιστικού πλαισίου. Σε περίπτωση τροποποίησής του, οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστεί να βρουν άλλα μέσα για την αντικατάσταση μέρους του οφέλους που απολαμβάνουν σήμερα.
Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του «Βήματος», ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (Single Supervisory Mechanism – SSM) σημείωσε ότι «έχει συσταθεί μία ομάδα εργασίας που εξετάζει τις ευχέρειες που παρέχουν οι εθνικές νομοθεσίες, με σκοπό να επικαιροποιήσει την εσωτερική διαβούλευση για το αν αυτές είναι επιτρεπτές μέσα στο εποπτικό πλαίσιο του SSM».
Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση.
Τραπεζικές πηγές εκτιμούν πως αν υπάρξουν προσαρμογές, θα εφαρμοστούν μετά το 2016, ενώ θα δοθεί επαρκής χρόνος προσαρμογής. Ως εκ τούτου και τα επόμενα stress tests που εκτός απροόπτου θα διενεργηθούν τον επόμενο χρόνο θα πραγματοποιηθούν με τον ισχύοντα κανονισμό.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ