Μέχρι στιγμής οι προτεινόμενες διασταυρώσεις της καβαφικής ποίησης με την καβαφική πόλη, ως χωροταξικό προπάντων συντελεστή, υπήρξαν θετικές, προβάλλοντας ωστόσο ένα είδωλο του πολιτικού Καβάφη κάπως περιορισμένο και περιοριστικό. Τη διεύρυνση και την εμβάθυνσή του, ως ζητούμενο και συζητούμενο πρόβλημα ευρύτερης σημασίας, την πρότεινε, την άσκησε και την υπερασπίστηκε με ανυποχώρητο πάθος, από τα μέσα του περασμένου αιώνα, ο Στρατής Τσίρκας με δύο διαδοχικά βιβλία, προκαλώντας έντονες συζητήσεις, σπανίως ομόφωνες.
Το πρώτο κυκλοφόρησε το 1958 με την επιγραφή «Ο Καβάφης και η εποχή του». Το δεύτερο ακολούθησε το 1971, με τον απερίφραστο πλέον τίτλο «Ο πολιτικός Καβάφης», προκαλώντας αναταράξεις στον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς, με την «Επιθεώρηση Τέχνης» κατ’ αρχήν σε ρόλο διαιτητικό. Στο μεταξύ η σχετική βιβλιογραφία πολλαπλασιάστηκε, με την εκδοτική, αρχειακή και δοκιμιακή διαμεσολάβηση του Σαββίδη, αλλά και την πρώιμη, ελιοτικής αφορμής, γνωστή δοκιμή του Σεφέρη. Δεν θα επιμείνω.
Εδώ περιορίζομαι στη συνοπτική σύσταση του αρτιότερου, κατά τη γνώμη μου, καβαφικού αφιερώματος, που κυκλοφόρησε με αφορμή τα ογδόντα χρόνια από τον θάνατο του ποιητή. Ενσωματώθηκε στα «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 122-123, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013) με επίτιτλο «Φάκελος: Ο Καβάφης του Τσίρκα». Η επιμέλειά του οφείλεται από κοινού στον Γιάννη Παπαθεοδώρου και στον Μίλτο Πεχλιβάνο, που διαθέτουν γερά εφόδια προσωπικής καβαφικής έρευνας και μελέτης.
Ο Φάκελος ανοίγει με εταιρικό Προλογικό Σημείωμα των επιμελητών του. Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Στο εργαστήρι του κριτικού», όπου προηγούνται συναρπαστικές «Σελίδες από τα καβαφικά ημερολόγια του Τσίρκα», σε συνεργασία Χρύσας Προκοπάκη και Δημήτρη Αγγελή. Επεται (εταιρική επίσης) η συνεισφορά των Παπαθεοδώρου και Πεχλιβάνου με τον επίτιτλο «Η επινόηση του πολιτικού Καβάφη: Τεκμηριώνοντας το χρονικό της ανάγνωσης». Επιβάλλονται δύο πρόσθετες ενότητες:
Η πρώτη επιγράφεται «Σε καιρό και σε τόπο», φιλοξενώντας ακριβοδίκαιες συνεργασίες του Χρήστου Χατζηιωσήφ και του Αλέξανδρου Καζαμία. Η δεύτερη τιτλοφορείται «Στις πολιτείες της γραφής» και συντάσσει τρεις συνδρομές: της Μαρίας Ιατρού, του Ούρλιχ Μένιγκ και της Μαρίας Τοπάλη. Σύνολο αφιερωτικού Φακέλου: 95 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Κλείνω τη σχολαστική αυτή ανασκόπηση με δύο συμπερασματικά παραθέματα. Το ένα μοιράζεται στον Τσίρκα και στη Χρύσα Προκοπάκη, η οποία ανακαλεί μια σπάνια συνομιλία. Αντιγράφω επακριβώς:
«Σε συνέντευξή του λίγο πριν από τον θάνατό του ο Τσίρκας είπε: Δικαιώθηκα στην προσπάθειά μου που έκανα να βγάλω τον Καβάφη από το γκέτο της ηδονοβλεψίας και του αυτοερωτισμού. Οταν λέγανε οι άλλοι Καβάφης, εννοούσαν τον ερωτικό Καβάφη. Εγώ τον έβγαλα από ‘κεί, αλλά δεν κατάργησα την πλευρά του την ερωτική». Και η Χρύσα επιλέγει:
«Θα λέγαμε μάλλον πως με τις καβαφικές μελέτες του έβγαλε ο Τσίρκας την Αριστερά από το γκέτο της μισαλλοδοξίας, της υποκριτικής ηθικολογίας και του επαρχιωτισμού στρέφοντάς την στον κόσμο έξω. Με την ανακάλυψη του κοινωνικού Καβάφη προσέφερε βέβαια ένα άλλοθι στους ομοϊδεάτες του –τους έπειθε δηλαδή με τα δικά τους όπλα. Σύντομα όμως η αποενοχοποίηση λειτούργησε απελευθερωτικά για την ουσιαστική προσέγγιση, την αναγνωστική απόλαυση και την αισθητική αποτίμηση ενός πολυδιάστατου έργου».
Το άλλο παράθεμα σφραγίζει κατά κάποιον τρόπο την εταιρική κατάθεση των Παπαθεοδώρου και Πεχλιβάνου, συναιρώντας εν μέρει το αισθητικό και πολιτικό παρόν των καβαφικών σπουδών με το επικείμενο μέλλον τους. Αντιγράφω: «Ο “άλλος” Καβάφης, με την καβαφική παρέμβαση και του Ρίτσου, ήταν πλέον μια πραγματικότητα για τον αριστερό λογοτεχνικό κανόνα αλλά και για τις τύχες της ιστορίας και της πολιτικής μέσα στην καβαφική κριτική. (…) Το παράδειγμα των σχετικών μελετών του Γ. Π. Σαββίδη είναι αρκετά χαρακτηριστικό. Ηδη από το 1966 στο θεμελιώδες βιβλίο του “Οι καβαφικές εκδόσεις” είχε αναλάβει να γεφυρώσει τον Σεφέρη με τον Τσίρκα συγχωνεύοντας τις δύο “αισθήσεις” σε μία». Γράφοντας επί λέξει:
«Πιστεύω πως ύστερα από τις εργασίες του Σεφέρη και του Τσίρκα είναι ολοφάνερο πως κάθε “ιστορικό” ποίημα του Καβάφη (…) έχει μια σαφή πολιτική διάσταση. Μάλιστα θα ήμουν πρόθυμος να υποστηρίξω πως ο Καβάφης (όπως και ο Σεφέρης) είναι από τους ελάχιστους όχι πολιτευόμενους ή “στρατευμένους” ποιητές αλλά γνήσια πολιτικούς ποιητές μας».Και οι δύο εταίροι του Φακέλου εύστοχα συμπεραίνουν: «Ο δρόμος για τις “στοχαστικές προσαρμογές” της καβαφικής κριτικής έχει ήδη ανοίξει».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
