Το μισό που δεν λέγεται

Η ανάπτυξη θα είναι ισχνή, το ισχνό αυτό δεν θα βελτιώσει καν τη θέση των πιο αδύναμων, το πρόσθετο κόστος που έχει η καθυστέρηση της ανάπτυξης οφείλεται

Η ανάπτυξη θα είναι ισχνή, το ισχνό αυτό δεν θα βελτιώσει καν τη θέση των πιο αδύναμων, το πρόσθετο κόστος που έχει η καθυστέρηση της ανάπτυξης οφείλεται καθαρά σε εθνικά πολιτικά αίτια και η Ευρώπη ας μη μιλήσει ξανά για «αστοχίες στις προβλέψεις» ή για «ελληνική δημιουργική λογιστική». Θα «εκτεθεί», σύμφωνα με τη γνωστή έκφραση. Και τούτο γιατί, όπως και στα χρόνια πριν από την κρίση, έτσι και σήμερα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και οι εθνικοί πρωταγωνιστές της είναι απόλυτα συνυπεύθυνοι τόσο για τον σχεδιασμό όσο και για τα αποτελέσματα της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης.
Από την αρχή της κρίσης οι παταγώδεις διαψεύσεις των αισιόδοξων προβλέψεων, που από μέσα και έξω έδιναν πλασματικές ελπίδες σε μια κοινωνία που βυθιζόταν κι άλλο ότι οι θυσίες της σύντομα θα αντισταθμίζονταν από ανάπτυξη, επενδύσεις, ανταγωνιστικότητα, εξορθολογισμό του κράτους, περιορισμό της διαφθοράς και της άνισης μεταχείρισης, είναι αναρίθμητες. Δικαιολογίες για όλες αυτές τις διαψεύσεις του τύπου ότι η χώρα δεν έκανε ό,τι της ζητήθηκε ή «έπρεπε» ή, σήμερα (στην κυριολεξία), ότι οι προβλέψεις είναι μεν σωστές, όμως μόνο ΑΝ η χώρα κάνει μεταρρυθμίσεις που «πρέπει», δεν έχουν πλέον καμιά αξιοπιστία. Η Ελλάδα σίγουρα δεν έκανε πολλά από αυτά που συμφώνησε, σίγουρα άλλα τα έκανε με τρόπο που υπογείως αναιρούσε την αλλαγή που γινόταν στην επιφάνεια, σίγουρα κορόιδευε –και κοροϊδεύει –τον εαυτό της συλλογικά, αλλά όχι και καθολικά, σίγουρα για πολλοστή δεκαετία καλλιεργεί μυθοπλασίες που καταλήγουν εις βάρος των πιο εύπιστων και αδύναμων στρωμάτων, σίγουρα θα έπρεπε από μόνη της να βρει για ποιον λόγο μένει στο πηγάδι τόσο διάστημα, σίγουρα όμως, επίσης, έκανε πάρα πολλά και επώδυνα που θα έπρεπε να έχουν αποδώσει κάτι πέρα από τα λογιστικά της δημοσιονομικής προσαρμογής, που δεν είναι αμελητέα και με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να πάνε χαμένα.
Οι δυνάμεις που στήριξαν και στηρίζουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας δεν το έκαναν για να δουν το απογοητευτικό αποτέλεσμα που ζει η Ελλάδα αυτά τα χρόνια και, κυρίως, τις επ’ αόριστον κοινωνικά και πολιτικά μίζερες προοπτικές. Ακόμα περισσότερο, δεν το έκαναν για μια αφηρημένη ευρωπαϊκή ιδέα. Το έκαναν γιατί θεώρησαν ότι οι αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας της έκφρασης, της ανάπτυξης, μιας ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής, της διαφάνειας και δίκαιης λειτουργίας των θεσμών (του κράτους δικαίου δηλαδή), της δημιουργίας ευκαιριών για το νέα παιδιά κάθε γενιάς άξιζαν να εμπεδωθούν στη χώρα. Αξιζαν όχι για λόγους κάποιου ιδεολογικού «κολλήματος», αλλά γιατί έτσι θα πραγματώνονταν οι κεντρικές προσδοκίες που άνθησαν μετά την πτώση της δικτατορίας. Πολλά από αυτά έγιναν πραγματικότητα. Αλλα εξαερώνονται. Το μεγάλο πλήγμα βέβαια δεν ήρθε απέξω, αλλά από μέσα. Μέσα κυρίως κρίνεται καθημερινά και η περαιτέρω πορεία, όχι στις Βρυξέλλες.
Το κεντρικό πρόβλημα από το 2009 μέχρι σήμερα ήταν πώς θα πληρώσει η κοινωνία τα τραγικά λάθη της πολιτικής. Ο,τι πετύχαμε ως χώρα οφείλεται στο ότι ευρύτατες –όχι όλες –κοινωνικές δυνάμεις πλήρωσαν τον λογαριασμό, και μάλιστα τον ακριβοπλήρωσαν, όχι μόνο γιατί από μόνος του ήταν υψηλός, αλλά και γιατί η πολιτική τον ανέβαζε κι άλλο, συνεχίζοντας τις πτωχευμένες επιλογές που γνώριζε και ήθελε, ανεξάρτητα από την πρόσθετη οδύνη που προκαλούσαν. Ετσι, η δημοσιονομική επιτυχία ήταν ξεκάθαρα επιτυχία «των κάτω». Ομως, ανάπτυξη δεν υπήρξε και γι’ αυτό η επιτυχία ήταν μισή. Γιατί όμως δεν υπήρξε; Μάλλον, γιατί εδώ η επιτυχία δεν καθορίζεται από τους «κάτω» αλλά από τους «επάνω» –τις πολιτικές δυνάμεις και τα συστήματα εξουσίας. Απαιτεί άλλου τύπου πρωτοβουλίες, θεωρήσεις, στόχους, τρόπους λειτουργίας και πολλά άλλα χιλιοειπωμένα. Απαιτεί πολιτική σταθερότητα αλλά και πολιτικό σύστημα και κράτος με αναπτυξιακές λειτουργίες. Χωρίς τα δεύτερα η πολιτική σταθερότητα μένει άκαρπη. Τελικά, η ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με αποφάσεις «από επάνω», αλλά με τη δημιουργική ικανότητα των «επάνω». Και γι’ αυτό εδώ, αντίστροφα, η αποτυχία ήταν ξεκάθαρα «των επάνω».
Το τι θα γίνει με το χρέος είναι αποφασιστικό για όλα αυτά. Ομως δεν αποφασίζουμε μόνοι μας, πολύ περισσότερο όταν ζητάμε κι άλλα δάνεια. Οποια ρύθμιση όμως και αν γίνει, είναι ένας μεταξύ πολλών άλλων όρων για το πώς θα προχωρήσουμε. Αυτό που παράλληλα χρειάζεται είναι μια πολιτική ενίσχυσης και στρατηγικής θεώρησης των επενδύσεων και της παραγωγικής βάσης, που αποδυναμώνονται συνεχώς για πολλά χρόνια –στο όνομα της ανάπτυξης!.. Ως εθνική συλλογικότητα αντιμετωπίζουμε το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας, της γήρανσης, μια θεαματική συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης, μια επικίνδυνη καταστροφή του «ανθρώπινου και του φυσικού κεφαλαίου», μια αλματώδη ανάδειξη νέων επικίνδυνων ανταγωνιστών μας στην παγκόσμια οικονομία, πρωτόγνωρες ανακατατάξεις στον άμεσο γεωπολιτικό μας περίγυρο και μια από τις πιο έντονες φασιστοποιήσεις σε ευρωπαϊκή χώρα με πολλαπλές πατέντες. Η πολιτική απάντηση –κυβερνητική και μη –στις προκλήσεις αυτές είναι η προσφυγή σε περισσότερο χρέος, η ανοχή κωμικών για μια χώρα όπως η Ελλάδα συνθηκών στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, η συρρίκνωση των επενδύσεων, αυξήσεις εισοδημάτων που πάνε σε κατανάλωση για σχετικά πιο ευνοημένα τμήματα, απονομή συντάξεων σε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσθετους συνταξιούχους, αρκετοί από τους οποίους σε χαμηλές ηλικίες, κατασπατάληση ή πολιτική οικειοποίηση των επενδυτικών πόρων των ευρωπαϊκών Ταμείων και ένας γενικευμένος και πτωχευμένος αντι-αναπτυξιακός τρόπος λειτουργίας του κράτους, χωρίς να ξεχνά κανείς την άρνηση του όγκου του επιχειρηματικού τομέα να παίξει τον ρόλο του αναπτυξιακού μοχλού, αναλαμβάνοντας ρίσκα και λειτουργίες, όπως σε τόσες άλλες κοινωνίες που μας έχουν ξεπεράσει.
Τελικά, αυτό που λείπει στη χώρα δεν είναι η συναίνεση σε έναν καταστροφικό κοινό παρονομαστή. Αυτή υπάρχει και είναι ευρύτατη. Λείπουν πολιτικές δυνάμεις που θα ανακόψουν τα συλλογικά παραμυθιάσματα, τις αρπακτικές λογικές και την παθολογική πολιτική ιδιοτέλεια, θα συγκρουστούν για να κάνουν το συλλογικό – εθνικό συμφέρον πρωταρχικό στόχο και θα πείσουν για το πώς θα βγούμε από μια περιδίνηση που, παρά τα επτά χρόνια κρίσης, εξακολουθεί να εγκλωβίζει τις προοπτικές της χώρας. Σήμερα, έχουμε μπει σε νέα καυτά πεδία και οι κίνδυνοι έχουν διευρυνθεί. Ομως ο εξοντωτικός αγώνας για την εξουσία μεγαλώνει την άβυσσο μεταξύ πολιτικής και συλλογικού συμφέροντος εις βάρος του δεύτερου. Ο κίνδυνος είναι στη σύγκρουση αυτή να χρησιμοποιηθεί άκριτα κάθε μέσο, όπως μια εξωτερική κρίση, που είναι συνήθης παράγοντας παραγωγής αστάθειας, φόβου και επηρεασμού της πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Μια ελληνοτουρκική κρίση στο επόμενο διάστημα θα είχε, αναμφίβολα, ιστορικά αρνητική συμβολή στην εμβάθυνση της κρίσης στην οποία ακόμα βρίσκεται η χώρα.
Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.