Η διαφήμιση είναι εδώ για να μας το υπενθυμίζει. Το μόνο που υπερνικά την ευρυζωνική ταχύτητα σύνδεσης στο Ιnternet είναι η ταχύτητα παρεμβατικότητας της ελληνίδας μάνας. Η ελληνίδα μάνα καραδοκεί ακόμη και μέσα σε ένα ψυγείο, προκειμένου να δώσει ένα ποτήρι πορτοκαλάδα στον μαντράχαλο γιο της, και ξινίζει τα μούτρα της στη θέα της ερωμένης του. Καθ’ όλα ενήλικος άντρας εκπαιδεύεται από τη μάνα-ποντικομαμή πώς να γίνει, όπως η ίδια, άσος τού τζάμπα και της χαμέρπειας.
Η διαφήμιση αφουγκράζεται, υποτίθεται, το κοινό αίσθημα και καθρεφτίζει το πρόσωπο μιας κοινωνίας. Ολίγον παραμορφωτικά, για να βγαίνει και λίγο γέλιο, αλλά όχι και τόσο, ώστε να μην μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας. Υπάρχει αλήθεια σε αυτές τις διαφημίσεις, αλλά είναι σχεδόν εμμονικός, αν όχι ναρκισσιστικός, ο χαριεντισμός μιας κοινωνίας με το είδωλό της. Ιδίως όταν η εμπειρία αποδεικνύει ότι προτιμάται ο αντικατοπτρισμός, επειδή μένει στην επιφάνεια. Οπως και να το κάνουμε, είναι πιο ανώδυνο να μη βλέπεις όταν κοιτάς. Και να ξεχνάς ότι η μάνα, και εν προκειμένω η αγορομάνα, έχει περισσότερες διαστάσεις από τη μία και μοναδική του καρτούν. Είναι «η μάγισσα» που πολλοί άντρες θα ήθελαν να κάψουν και μπρος στα πόδια της το πτώμα της να κλάψουν, όπως τραγουδούσε γλυκόπικρα ο Τζίμης Πανούσης. Ή η Νέμεση που σε καταδιώκει με το αενάως ανικανοποίητο επικριτικό βλέμμα της, ακόμη και μετά τον θάνατό της. Το συναίσθημα είναι επώδυνο, μαρτυρικό, όπως ακριβώς το περιγράφει ο παθών (ψυχαναλυτής) Ιρβιν Γιάλομ σε αφήγημα του βιβλίου του «Η μάνα και το νόημα της ζωής» (εκδ. Αγρα). Η ελληνίδα μάνα δεν είναι μόνη της στον κόσμο τούτο.
Ολος ο κόσμος μια μάνα
Διότι το υποψιαζόμασταν και είναι τελικά αλήθεια. Οπως η εβραία μάνα του Γιάλομ, έτσι και η ισπανίδα μάνα και μούσα του Πέδρο Αλμοδόβαρ, του βαθύτατου γνώστη της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την ελληνίδα ομόλογή της. Το επιβεβαιώνει και ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας, ο οποίος ανεβάζει στο Ακροπόλ το «Ολα για τη μητέρα μου», μια διασκευή της ομώνυμης ταινίας του Αλμοδόβαρ. «Ο συγκεντρωτισμός της μάνας απέναντι στον γιο, η ανάγκη αποκλειστικότητας, θυμίζει πολύ ταυτότητα ελληνίδας μάνας» σχολιάζει ο Ζούλιας με αφορμή την ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριας. «Ζει για τον γιο της και έχει αποκλείσει την ερωτική της ζωή, προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες του. Είναι μια μητέρα η οποία ευνουχίζει το παιδί της με την τεράστια αγάπη της. Οπως το περιγράφει στο έργο ο ίδιος ο γιος, μένει “μισός” καθώς, λόγω της κυριαρχίας της μάνας του, δεν μπορεί να αναπτύξει την προσωπικότητά του. Η μητέρα στο έργο αποτελεί εμπόδιο για να αναπτυχθεί όλο το εύρος της. Ο ρόλος της μάνας είναι πολύ σημαντικός, γιατί καθορίζει την κοινωνία τού αύριο». Τη μάνα, όμως, ποιος την καθορίζει;
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω
«Δεν υπάρχει μητέρα εν κενώ» εξηγεί ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας Νίκος Σιδέρης. «Είναι τεράστιο λάθος να συρρικνώνουμε τη λειτουργία μιας κουλτούρας και ενός συστήματος που είναι πολύ ισχυρά εμπεδωμένο μέσα σε αυτήν, όπως είναι η οικογένεια, και να λέμε ότι φταίει η μητέρα. Αυτά είναι κουταμάρες. Δεν μπορείς τη λογική ενός συστήματος να την ανάγεις σε συμπεριφορά ενός ανθρώπου». Το σύστημα, όμως, τείνει να αγαπά την ομοιομορφία και να επιβραβεύει τη συμμόρφωση ως προς αυτό. Αλλιώς δεν θα ήταν σύστημα. Εξού και υπάρχει ένα «πολιτισμικά εμπεδωμένο πρότυπο», όπως το χαρακτηρίζει ο Σιδέρης, το οποίο χαρακτηρίζει τη σχέση των ελλήνων αντρών με τη μητέρα τους. «Κατ’ αρχάς, οι άντρες νιώθουν “με αγάπησε υπερβολικά, αλλά όχι αρκετά”. Ακούγεται παράδοξο, αλλά αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζουν οι έλληνες άντρες από τη μητέρα τους. Το δεύτερο είναι ότι πολύ συχνά υπάρχει στους έλληνες άντρες ο διχασμός του θηλυκού, ανάμεσα δηλαδή στη σεβάσμια και στην αισθησιακή γυναίκα που έχει ως πρώτη καταβολή την παράσταση της μητέρας. Είναι το περίφημο δίπολο: Παναγία – πουτάνα. Το βλέμμα της γυναίκας είναι ο μέγας σκηνοθέτης των αντρικών φαντασιώσεων. Πάντα υπήρχε λανθάνουσα μητριαρχία στην κοινωνία μας, η γυναίκα που από τα παρασκήνια κινεί τα νήματα. Τα ηνία της σχέσης και τον τόνο στον σκοπό που χορεύουμε ως άντρες τον δίνουν οι γυναίκες».
Γυναίκες,παίζω για να χάνω
Τι συμβαίνει, όμως, σήμερα; Δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα μαζί με τις εποχές; Αν κρίνει κανείς από τις διαφημίσεις που βλέπουμε στην τηλεόραση, πολύ λίγα. «Αυτό που έχει αλλάξει περισσότερο είναι ότι έχει τονιστεί το ναρκισσιστικό στοιχείο αυτής της σχέσης» σημειώνει ο Νίκος Σιδέρης. Η μητέρα νιώθει ότι είναι ακόμη πιο σπουδαίο το πλάσμα που ανατρέφει για να μεγαλώσει και να τους γαμ… όλους. Υπερτονίστηκε ο ναρκισσισμός και χάθηκε κάθε αναφορά στην τιμή, στο φιλότιμο, στην ντροπή για τον τρόπο με τον οποίο ανατρέφουν τα παιδιά τους οι έλληνες γονείς της τελευταίας 20ετίας. Η λογική είναι “ό,τι ήμουν εγώ και ό,τι δεν ήμουν θα γίνεις εσύ, στον κύβο”, οπότε δημιουργούν νάρκισσους οι οποίοι, επειδή εξαρτώνται από το βλέμμα της γυναίκας, είναι πάρα πολύ εύθραυστοι και ευάλωτοι. Γι’ αυτό, για να το περιγράψουμε απλά, τους χορεύουν στο ταψί οι ελληνίδες γυναίκες. Ο έλληνας άντρας σήμερα έχει πάθει λάστιχο». Σαν να λέμε, Express Service που σας χρειάζεται…
Δύο συγγραφείς εξομολογούνται αυθεντικά τεκμήρια γιατην ταυτότητα της ελληνίδας μάνας και τους υιούς πουαυτή ανέθρεψε
Χρήστος Χωμενίδης- Συγγραφέας: Στις αρχές του 2014κυκλοφορεί ένα βιβλίο που έχει γράψει για τη μητέρα του
«Επί πάρα πολλές
γενεές η μητρότητα αποτελούσε το βασικό υπαρξιακό στοίχημα της γυναίκας
στον ελληνικό (και στον ευρύτερο μεσογειακό, εικάζω) χώρο. Η διαιώνιση
του είδους, η γέννηση και η ανατροφή των παιδιών απορροφούσε όλες τις
υπόλοιπες γυναικείες ιδιότητες, πρώτα δε και χειρότερα τη λίμπιντο.
Επόμενο ήταν η γυναίκα που είχε επενδύσει τα πάντα στα βλαστάρια της, να
περιμένει και τα πάντα από εκείνα. Δημιουργούνταν, έτσι, σχέσεις
ισόβιας αλληλεξάρτησης που λίγο απείχαν, αν απείχαν, από τη νοσηρότητα.
Στη συνείδηση – πόσω δε μάλλον στο ασυνείδητο της μάνας – οι γιοι της
έπρεπε να την “παντρευτούν” και οι θυγατέρες της να εξελιχθούν κατ’
εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της, κυρίως δε να την υπηρετούν άοκνα ως την
τελευταία μέρα της. Δεν έφταιγε, βεβαίως, η ίδια για εκείνη την
παράνοια: προτού γίνει μάνα είχε υπάρξει κόρη, είχε περάσει από την
πρέσα της δικής της μάνας.
γενεές η μητρότητα αποτελούσε το βασικό υπαρξιακό στοίχημα της γυναίκας
στον ελληνικό (και στον ευρύτερο μεσογειακό, εικάζω) χώρο. Η διαιώνιση
του είδους, η γέννηση και η ανατροφή των παιδιών απορροφούσε όλες τις
υπόλοιπες γυναικείες ιδιότητες, πρώτα δε και χειρότερα τη λίμπιντο.
Επόμενο ήταν η γυναίκα που είχε επενδύσει τα πάντα στα βλαστάρια της, να
περιμένει και τα πάντα από εκείνα. Δημιουργούνταν, έτσι, σχέσεις
ισόβιας αλληλεξάρτησης που λίγο απείχαν, αν απείχαν, από τη νοσηρότητα.
Στη συνείδηση – πόσω δε μάλλον στο ασυνείδητο της μάνας – οι γιοι της
έπρεπε να την “παντρευτούν” και οι θυγατέρες της να εξελιχθούν κατ’
εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της, κυρίως δε να την υπηρετούν άοκνα ως την
τελευταία μέρα της. Δεν έφταιγε, βεβαίως, η ίδια για εκείνη την
παράνοια: προτού γίνει μάνα είχε υπάρξει κόρη, είχε περάσει από την
πρέσα της δικής της μάνας.
Το μπλεγμένο κουβάρι
που ονομαζόταν ελληνική οικογένεια, ο παροιμιώδους αντοχής ομφάλιος
λώρος που για να κοπεί έπρεπε να συμβούν κοσμοϊστορικά γεγονότα
(πόλεμοι, προσφυγιές, μεταναστεύσεις), βασιζόταν στην οικονομική
κυριαρχία του άντρα πατέρα και στην παράλληλη απουσία του από την
καθημερινότητα του σπιτιού. Ο άντρας ήταν ο “κουβαλητής” και ο
“νοικοκύρης”, ελάχιστα, όμως, ασχολούνταν με την ανατροφή των παιδιών
και με την ευτυχία της συζύγου του. Από τη στιγμή που η γυναίκα βγήκε
στην παραγωγή και έγινε οικονομικός παράγοντας, οι ισορροπίες θα έπρεπε
να αλλάξουν δραματικά. Φευ! Οι παραδοσιακές αντιλήψεις και συμπεριφορές
διαιωνίζονται, κεκαλυμμένες έστω, ακόμη και στον 21ο αιώνα…
που ονομαζόταν ελληνική οικογένεια, ο παροιμιώδους αντοχής ομφάλιος
λώρος που για να κοπεί έπρεπε να συμβούν κοσμοϊστορικά γεγονότα
(πόλεμοι, προσφυγιές, μεταναστεύσεις), βασιζόταν στην οικονομική
κυριαρχία του άντρα πατέρα και στην παράλληλη απουσία του από την
καθημερινότητα του σπιτιού. Ο άντρας ήταν ο “κουβαλητής” και ο
“νοικοκύρης”, ελάχιστα, όμως, ασχολούνταν με την ανατροφή των παιδιών
και με την ευτυχία της συζύγου του. Από τη στιγμή που η γυναίκα βγήκε
στην παραγωγή και έγινε οικονομικός παράγοντας, οι ισορροπίες θα έπρεπε
να αλλάξουν δραματικά. Φευ! Οι παραδοσιακές αντιλήψεις και συμπεριφορές
διαιωνίζονται, κεκαλυμμένες έστω, ακόμη και στον 21ο αιώνα…
Μεγαλωμένοι
σαν πρίγκιπες, οι συνομήλικοί μου, από μανάδες οι οποίες ήταν στην
πλειονότητά τους παιδιά της Κατοχής και λαχταρούσαν, άρα, να προσφέρουν
στα δικά τους παιδιά όσα οι ίδιες είχαν στερηθεί, δυσκολεύτηκαν τρομερά
να ενηλικιωθούν. Στην προσωπική, μα και στην επαγγελματική τους ζωή
αναζητούσαν εναγωνίως, απαιτούσαν, μια «τροφό»: Μια σύζυγο-μητέρα, αλλά
και ένα κράτος, μια πολιτεία, μια κυβέρνηση που θα τους πρόσφερε
ασφάλεια και ευμάρεια και θα τους συγχωρούσε κάθε στραβοπάτημα.
σαν πρίγκιπες, οι συνομήλικοί μου, από μανάδες οι οποίες ήταν στην
πλειονότητά τους παιδιά της Κατοχής και λαχταρούσαν, άρα, να προσφέρουν
στα δικά τους παιδιά όσα οι ίδιες είχαν στερηθεί, δυσκολεύτηκαν τρομερά
να ενηλικιωθούν. Στην προσωπική, μα και στην επαγγελματική τους ζωή
αναζητούσαν εναγωνίως, απαιτούσαν, μια «τροφό»: Μια σύζυγο-μητέρα, αλλά
και ένα κράτος, μια πολιτεία, μια κυβέρνηση που θα τους πρόσφερε
ασφάλεια και ευμάρεια και θα τους συγχωρούσε κάθε στραβοπάτημα.
Ο
σπασμωδικός, πανικόβλητος τρόπος με τον οποίο αντέδρασε μεγάλο μέρος
των Ελλήνων στη χρεοκοπία του 2010 εξηγείται εν μέρει από την ψυχική του
συγκρότηση, όπως την περιγράφω παραπάνω».
σπασμωδικός, πανικόβλητος τρόπος με τον οποίο αντέδρασε μεγάλο μέρος
των Ελλήνων στη χρεοκοπία του 2010 εξηγείται εν μέρει από την ψυχική του
συγκρότηση, όπως την περιγράφω παραπάνω».
Αύγουστος Κορτώ – Συγγραφέας: Κυκλοφόρησε πρόσφατα «Το βιβλίο της Κατερίνας»(εκδ. Πατάκη), μια ιστορία γραμμένησε πρώτο πρόσωπο, με αφηγήτριατην αυτόχειρα μητέρα του
«Η ελληνίδα μάνα συχνά διακατέχεται
από την ακλόνητη πεποίθηση της μοναδικότητας (αν όχι της θεϊκής
προέλευσης) των παιδιών της – γεγονός που μπορεί να διαπλάσει ανθρώπους
με χαλύβδινη αυτοπεποίθηση, αλλά και εσαεί ανικανοποίητες μετριότητες
που ουδέποτε εκπλήρωσαν τις εξωφρενικές μητρικές προσδοκίες. Ωστόσο,
πολλές φορές είναι τόσο αγαπησιάρα, τόσο κοντά στο πρότυπο της
Λωξάντρας, που τείνεις να της συγχωρείς κι αυτό και πολλά άλλα
καλοπροαίρετα κουσούρια.
από την ακλόνητη πεποίθηση της μοναδικότητας (αν όχι της θεϊκής
προέλευσης) των παιδιών της – γεγονός που μπορεί να διαπλάσει ανθρώπους
με χαλύβδινη αυτοπεποίθηση, αλλά και εσαεί ανικανοποίητες μετριότητες
που ουδέποτε εκπλήρωσαν τις εξωφρενικές μητρικές προσδοκίες. Ωστόσο,
πολλές φορές είναι τόσο αγαπησιάρα, τόσο κοντά στο πρότυπο της
Λωξάντρας, που τείνεις να της συγχωρείς κι αυτό και πολλά άλλα
καλοπροαίρετα κουσούρια.
Το
κοινό χαρακτηριστικό που έχουμε ενδεχομένως οι άντρες της γενιάς μου
είναι ότι ζητούμε από το ταίρι μας μια οριακά ασφυκτική αποκλειστικότητα
και αδιάλειπτη αφοσίωση, καθώς πολλοί εξ ημών μεγαλώσαμε με μια μάνα
αγκιστρωμένη πάνω μας, συντονισμένη σε κάθε επιθυμία και ανάγκη μας.
Ωστόσο, θεωρώ πως είναι άδικο να επιρρίπτουμε την ευθύνη για παθολογικές
συμπεριφορές στη μάνα μας, όταν πλέον είμαστε κοτζαμάν μουλάρια 30 και
40 χρόνων – δεν φταίει αυτή, αν αποφεύγουμε εσκεμμένα οτιδήποτε μπορεί να μας ωριμάσει».
κοινό χαρακτηριστικό που έχουμε ενδεχομένως οι άντρες της γενιάς μου
είναι ότι ζητούμε από το ταίρι μας μια οριακά ασφυκτική αποκλειστικότητα
και αδιάλειπτη αφοσίωση, καθώς πολλοί εξ ημών μεγαλώσαμε με μια μάνα
αγκιστρωμένη πάνω μας, συντονισμένη σε κάθε επιθυμία και ανάγκη μας.
Ωστόσο, θεωρώ πως είναι άδικο να επιρρίπτουμε την ευθύνη για παθολογικές
συμπεριφορές στη μάνα μας, όταν πλέον είμαστε κοτζαμάν μουλάρια 30 και
40 χρόνων – δεν φταίει αυτή, αν αποφεύγουμε εσκεμμένα οτιδήποτε μπορεί να μας ωριμάσει».
* Η παράσταση «Ολα για τη μητέρα μου»,σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, ανεβαίνει στο Ακροπόλ από 1/11
