Είναι απαραίτητο, ελέω κρίσης, καθώς πλησιάζουν τα δέκατα γενέθλια του νέου νομίσματος της Ελλάδας, να προβούμε σε μια αποτίμηση, τόσο του στόχου και του οράματος του ευρώ, όσο και των σχεδίων και χειρισμών που οδήγησαν σε αυτό.Για να ξεπεράσουμε τη οικονομική κρίση του σήμερα, οφείλουμε να διδαχθούμε απο τα λάθη του παρελθόντος.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1992 στο Μααστριχτ της Ολλανδίας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος ως μέρος μιας διαδικασίας οικονομικής σύγκλισης και ενοποίησης. Η προσμονή του ευρώ, μαζί με την έλευση της νέας χιλιετίας, δημιούργησε ένα πολύ ούριο άνεμο στα πανιά του ευρωπαϊκού πλοίου.Ο 21ος αιώνας φαινόταν οτι θα είναι πολύ διαφορετικός για την Ευρώπη απο ότι ο 20ος.
Άλλωστε ήδη, η κατάρρευση του κομμουνισμού είχε θέσει σε κίνηση τους γεωπολιτικούς τροχούς, και η επανένωση της Γερμανίας τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Για την Ελλάδα, που μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται απο τα “μπλέ” και “πράσινα” καφενεία της δεκαετίας του 1980-1990, η έλευση του 2000 και η ακόλουθη υιοθέτηση του ευρώ ισοδυναμούσε με αγκυροβόλι σε ασφαλές λιμάνι.
Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν χάπι έντ, αλλά δεν ήταν.Σίγουρα η ένταξη στην ΟΝΕ, αποτελούσε ένα τέλος σε μεταπολιτευτικές περιπέτειες και ταυτόχρονα μια νέα αρχή.Ολοκληρώνονταν αυτό που πριν 20 χρόνια ξεκίνησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με την ένταξη της Ελλάδας στην τότε Ε.Ο.Κ..Συνάμα έμπαιναν οι βάσεις για οικονομική σύγκλιση της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για κάποιους όμως, όπως εκείνους με χαμηλά εισοδήματα, η προσαρμογή στο νέο νόμισμα ήταν σίγουρα πιο ανώμαλη απο ότι για εκείνους με υψηλά. Η ελληνική οικονομία δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για το νέο νόμισμα.Βασικά αγαθά και υπηρεσίες τελούσαν υπο την κηδεμονία του κράτους.Τα προϊόντα εκτός κρατικής επιρροής βρίσκονταν στην κατοχή εταιριών που είχαν σχηματίσει ιδιότυπα καρτέλ στην ελληνική αγορά.Η ανάπτυξη της Ελλάδας, με κάποιες εξαιρέσεις, βασίζονταν σε κρατικές επενδύσεις.
Η ανταγωνιστηκότητα και η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, αν και αυξάνονταν, υπολείπονταν του εργατικού κόστους ανα μονάδα.Για αυτό και οι εξαγωγές ήταν χαμηλές.Η είσοδος στο νέο νόμισμα θα δυσκόλευε τη κατάσταση, αφού θα ευνοούσε τις εισαγωγές.Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ένα μεγάλο εμπορικό έλλειμα.Αυτό με τη σειρά του οδηγούσε σε ένα εξίσου υψηλά ελλειματικό ισοζύγιο τρέχουσων συναλλαγών.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα αιμοραγούσε οικονομικά και τα κρυφά ελλείματα των δημόσιων οικονομικών εκείνης της περιόδου (αποκαλύφθηκαν με τα περίφημα Greek statistics), κάθε άλλο παρά βοηθούσαν. Όπως κάθε πετυχημένη θεραπεία βασίζεται σε μια έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση, έτσι και τα προβλήματα που θα έφερνε το ευρώ, δεν εντοπίστηκαν όσο υπήρχε χρόνος.Κανείς δεν είχε προβλέψει πως τόσο η ισοτιμία που επελέγει, όσο και η υπερβολικά υποτιμημένη δραχμή, θα οδηγουσαν στην ξαφνική αύξηση τιμών που ακολούθησε.Αυτό γιατί, όπως έγραψε και κάποιος αναλυτής, τα προϊόντα που στοίχιζαν 100 δραχμές έφθασαν το 1 ευρώ, σαν η ισοτιμία δραχμής – ευρώ να ήταν 100 προς 1 και όχι 340 προς 1.
Το μέρος δηλαδή που αντιπροσώπευε το υπόλοιπο 240 της ισοτιμίας, ήταν το ποσοστό στο οποίο ανατιμήθηκε περίπου το κάθε αγαθό.Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μικρό εμφιαλωμένο νερό.Στοίχιζε 50 δραχμές, τώρα στοιχίζει 50 λεπτά ή 170 δραχμές ( 170/50 = 3,4 ή 2,4 φορές αύξηση ).
Η κακή ισοτιμία, που στην ουσία αντικατόπτριζε χρόνια και διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας ( η αντιμετώπιση του εμπορικού ελλείματος με υποτίμηση της δραχμής και όχι με αύξηση της ανταγωνιστικότητας ), είχε ως αποτέλεσμα η οικονομία να υποστεί ένα σοκ.Θα οδηγούμασταν μάλιστα σε συρρίκνωση, μιας και μεγάλο μέρος της ρευστότητας κατευθύνθηκε στις τράπεζες οι οποίες δεν το επαναδιοχέτευσαν στην οικονομία.Η συρρίκνωση μπορεί να ήρθε αργότερα λόγω παγκόσμιας ύφεσης, προς το παρόν όμως αποφεύχθηκε, για δύο απλούς λόγους.Μεγάλα έργα και Ολυμπιακοί Αγώνες 2004.
