Η Αναστασία Τσίχλα, η γυναίκα που βοήθησε τα μάλα στην ανάληψη της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη Νότια Αφρική, ιδιοκτήτρια ποδοσφαιρικής ομάδας και στέλεχος της FIFA, μας μιλάει για τη ζωή της, για την οργάνωση του Μουντιάλ και φυσικά για το ποδόσφαιρο.
Την πρωτογνώρισα πριν από 12 χρόνια μέσα στο παλιό γήπεδο του Γιοχάνεσμπουργκ. Ηταν κομψότατη. Η Αναστασία Τσίχλα ισορροπούσε με τα λεπτά τακούνια της επάνω στο γρασίδι. Εκατό ημέρες πριν από τη σέντρα του 19ου Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου συναντηθήκαμε και πάλι με την πρώτη γυναίκα – μέλος της FIFA και μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Μουντιάλ 2010, στο ανακαινισμένο πλέον γήπεδο «Σόκερ Σίτι», όπου θα γίνει η τελετή έναρξης και θα διεξαχθεί ο τελικός.
Αργότερα απολαύσαμε τη γαλήνη στο κατάλευκο σπίτι της, στην εξοχή της Πρετόρια – «Το άσπρο είναι αγνότητα και σου δίνει αέρα να αναπνεύσεις» τονίζει. Στους τοίχους του πρωταγωνιστούν ο Ιησούς, ήρωες της αρχαιοελληνικής μυθολογίας και κυκλαδίτικες ελαιογραφίες. Καθόμαστε σε μια ζαχαρί, σιδερένια τραπεζαρία, μπροστά στη μικρή πισίνα. Η Νατάσα περιέφραξε το σπίτι με δέντρα και φυτά της ζούγκλας. Ενα μονοπάτι σε οδηγεί στον οικισμό Μπλε Κοιλάδα, σε γήπεδα ποδοσφαίρου, γκολφ και τένις και σε καταπράσινους λόφους που διασχίζονται από έναν μικρό ποταμό. Αγναντεύουμε τις αστραπές στον ορίζοντα και αρχίζουμε τη συζήτηση.
Να ξεκινήσουμε από τα παιδικά σας χρόνια;
«Γεννήθηκα στο μαιευτήριο “Ελενα” και μεγάλωσα σε ένα διαμέρισμα στην πλατεία Κλαυθμώνος. Η βεράντα μας ήταν σαν μεγάλη αυλή και είχαμε πολλά ζωάκια. Εχω μια μικρότερη αδελφή, τη Μαρία. Οι γονείς μου είναι από την Ξάνθη, ο παππούς μου καλλιεργούσε καπνά και φουντουκιές. Ακόμη πηγαίνω στο πατρικό μας στη Σταυρούπολη Ξάνθης. Βρίσκω συγγενείς, ακούω τον Νέστο, ανεβαίνω στην κορυφή του λόφου, όπου η γιαγιά μου Αναστασία έχτισε ένα ξωκλήσι έπειτα από ένα όραμα που είδε».
Πώς βρεθήκατε στη Νότια Αφρική;
«Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου – ήταν διευθυντής στην καπνοβιομηχανία ΣΕΚΕ – ήρθαμε στο Γιοχάνεσμπουργκ. Επειτα από λίγα χρόνια γυρίσαμε στην Ελλάδα, όπου γνώρισα τον άνδρα μου Αγγελο Τσίχλα. Ηταν τερματοφύλακας στον Ατρόμητο Αθηνών και συμπτωματικά η οικογένειά του ζούσε στη Νότια Αφρική. Γέννησα τον πρώτο μας γιο στην Ελλάδα και έπειτα ήρθαμε στο Γιοχάνεσμπουργκ όπου γεννήθηκε ο δεύτερος γιος μας. Ο “Αντζελο” μπήκε στην τότε ξακουστή ομάδα των Κορίνθιανς και συγχρόνως διατηρούσε ένα ρεστοράν στο κέντρο της πόλης».
Ποια ήταν η σχέση σας με το απαρτχάιντ;
«Το εστιατόριό μας είχε μια μεγάλη πίσω αυλή. Ο Αντζελο μάζευε εκεί στα κρυφά όλους τους ταλαντούχους έγχρωμους υπαλλήλους των μαγαζιών οργανώνοντας φοβερά ματς! Μόνο που η κατάληξη όλων των παικτών – λευκών και έγχρωμων – ήταν στη φυλακή. Βλέπετε, ήταν παράνομο οι λευκοί να συναναστρέφονται τους “μελαχρινούς”. Και έτρεχα με το μωρό στην αγκαλιά να μαζεύω λεφτά από το ταμείο για να τους αποφυλακίσω όλους. Σχεδόν κάθε μήνα ερχόταν η κλούβα. Ετσι, όμως, ανακαλύψαμε τα ταλέντα. Ετσι γίναμε γνωστοί στις παραγκογειτονιές του Σοβέτο. Και γι’ αυτό μας λατρεύουν».
Την περίοδο του απαρτχάιντ καταφέρατε να ενώσατε μέσα από το ποδόσφαιρο όλα τα χρώματα.
«Τότε, οι ομάδες ήταν χωρισμένες ανάλογα με τη φυλή τους. Κάνοντας κρυφές συναντήσεις, ενώσαμε τους έγχρωμους, τους Ινδούς, τους λευκούς. Η ζωή μας κινδύνευε, δεχόμασταν απειλητικά τηλεφωνήματα. Ημουν όμως αποφασισμένη να ανασυγκροτήσω το ποδόσφαιρο της χώρας. Το 1986 κατορθώσαμε το ποδόσφαιρο να έχει ένα σώμα “πολύχρωμο”, το National Soccer League. Τότε, ο κόσμος άρχισε να βλέπει ποδόσφαιρο».
Εκείνη την περίοδο κάνατε και τα πρώτα σας βήματα στο ποδόσφαιρο;
«Ημουν πάντα παρούσα στα “παράνομα” ματς. Κάποια μέρα άρχισα να λέω την άποψή μου. Ξέρω τι χρειάζεται μια ομάδα. Ξέρω να οργανώσω μια ομάδα από την αρχή ως το τέλος».
Τι χρειάζεται λοιπόν για να οργανωθεί σωστά μια ομάδα;
«Κατ’ αρχάς, ένα μέρος ωραίο και χαρούμενο, όπου ο ποδοσφαιριστής θα αισθάνεται άνετα στην προπόνηση. Πρέπει οι παίκτες να ξέρουν ότι θα βρουν έμπιστους ανθρώπους για να λύσουν οποιοδήποτε πρόβλημά τους – ενίοτε και κάποιο που δεν είναι ποδοσφαιρικό».
Πώς επιλέγετε έναν παίκτη;
«Δεν τον επιλέγω μόνο επειδή είναι καλός στο γήπεδο, αλλά επειδή είναι καλός και έξω από αυτό. Λέω στους παίκτες μου ότι ένας καλός ποδοσφαιριστής είναι ένα πακέτο που περιλαμβάνει ταλέντο, σεβασμό, αξιοπρέπεια, υπευθυνότητα. Aν έχεις καλό μάτι και αναγνωρίζεις μερικά πράγματα, μόλις βρεις το καλό “πακέτο”, το παίρνεις στην ομάδα σου, κάνεις σωστή συμφωνία μαζί του και το βάζεις να παίξει. Ετσι, και ο παίκτης θα είναι ευχαριστημένος και η ομάδα. Αν καταφέρεις να κάνεις μια ομάδα οικογένεια, έχεις πετύχει! Είναι πολύ δύσκολο, αλλά εμείς το κατορθώσαμε και τώρα προσπαθούν και οι μεγάλες ομάδες να το κάνουν. Στην πρώην ομάδα μας, τη Μαμέλοντι Σάνταουνς, εργαζόμασταν μαζί με την αδελφή μου και τους συζύγους μας. Οταν την αναλάβαμε, το 1988, με τον άνδρα μου προπονητή, πήρε το πρωτάθλημα. Εγινα διευθύνων σύμβουλος. Να μη σου πω ότι το 1990 πήραμε τα πάντα, ό,τι έπαθλο υπήρχε στο αφρικανικό ποδόσφαιρο… Το 1991 έγιναν οι πρώτες εκλογές στην εκτελεστική επιτροπή PremierLeague της Νότιας Αφρικής όπου εξελέγην – η πρώτη γυναίκα, και μάλιστα λευκή. Συγχρόνως, έγινα μέλος στην εκτελεστική επιτροπή της Νοτιοαφρικανικής Ενωσης Ποδοσφαίρου (SAFA) και στη CAF, την αντίστοιχη UEFA της Αφρικής. Τώρα, έχουν μπει και άλλες δυναμικές γυναίκες στο μάνατζμεντ ομάδων. Ολες μπορούμε».
Πώς πείθετε έναν παίκτη να πάρει στα σοβαρά την ομάδα;
«Τους ρωτώ: “Στο τέλος του μήνα, δεν σου δίνω το 100% του μισθού σου; Εσύ γιατί μου δίνεις μόνο το 50%;”. Ημουν γυναίκα και, παρ’ ότι σε νεαρή ηλικία, με είδαν σαν μητέρα τους. Μην ξεχνάς ότι εδώ δεν είναι Ελλάδα, εδώ όλες οι κοπέλες από μικρή ηλικία κάνουν παιδιά. Επαιρνα τα παιδιά μαζί μου και, αν είχαν και αυτοί μωρά, τους έλεγα “Φέρτε τα στην προπόνηση. Φέρτε τις γυναίκες σας”. That’smystyle! Και είναι επιτυχημένο! Μπροστά στα παιδιά τους παίζουν με περισσότερο πάθος».
Δίνετε την αίσθηση ότι τα κάνατε όλα γρήγορα.
«Ξεκίνησα σχεδόν έφηβη. Με το μωρό στην αγκαλιά, ζούσα την ένταση και την περιπέτεια των γηπέδων τόσο δυνατά όσο και τώρα. Αρχισα να δουλεύω parttime, λόγω των παιδιών, δίνοντας συμβουλές μάρκετινγκ σε διάφορες ομάδες. Οι ποδοσφαιριστές με συμβουλεύονται ακόμη και στα προσωπικά τους. Θεωρώ ότι όποιος εργάζεται σε σένα καλό είναι να μην έχει προβλήματα, το οποίο φυσικά είναι αδύνατον. Ωστόσο, αν μπορείς, αξίζει να τον βοηθήσεις. Αν είσαι εσύ αδιάφορος για τον υπάλληλό σου, γιατί να ενδιαφέρεται αυτός για σένα;».
Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί σας;
«Εχω μαθητεύσει στο πώς να διευθύνω μια ομάδα κοντά σε προέδρους και παράγοντες της Μάντσεστερ, της Αρσεναλ, της Μπάγερν. Eχω πουλήσει παίκτες μου στην Μπάρι και στη Λιντς Γιουνάιτεντ. Εχω “προπονηθεί” σε πολλές εθνικές ομάδες και ομοσπονδίες της Νότιας Αμερικής και πάντοτε λέω ότι στο ποδόσφαιρο συνεχώς μαθαίνεις».
Τι είναι το ποδόσφαιρο για εσάς;
«Είναι μια μεγάλη πρόκληση, ένα σπουδαίο σχολείο που μπορεί να αποτρέψει τους νέους από λάθος διεξόδους. Ηταν αδιανόητο για μια γυναίκα να μπει στο ποδόσφαιρο, ανάμεσα σε έγχρωμους οι οποίοι έλεγαν αυτό που λένε και οι Ελληνες: “Τι ξέρεις εσύ από ποδόσφαιρο;”».
Γιατί το ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές σπορ στον κόσμο;
«Γιατί χαρακτηρίζεται από συνεχή κίνηση, είναι γρήγορο και με πολλούς παίκτες. Ξέρεις πώς το αισθάνομαι; Σαν τέχνη. Η κίνηση όλων των παικτών με εκφράζει, με κάνει να νιώθω ελεύθερη».
Τι ρόλο παίζει το γκολ στην τέχνη αυτή;
«Είναι η κορύφωση, το στολίδι που κάνει το έργο τέχνης ολοκληρωμένο. Η ευχαρίστηση ή η απογοήτευση που νιώθει ο θεατής, αυτή η σύγκρουση συναισθημάτων της κερκίδας με απογειώνει».
Υπάρχει κάποιο γκολ που θυμάστε ακόμη;
«Θυμάμαι το γκολ του αμυντικού μου Καμπούλε, ο οποίος δυστυχώς δεν ζει πια. Η μπάλα να βρίσκεται ψηλά, να κατεβαίνει στα πόδια του και να ξανανεβαίνει ψηλά και να ξανακατεβαίνει στα πόδια του. Και αυτός να περνάει παίκτες πηγαίνοντας την μπάλα εκεί που θέλει. Ενας χορευτής μπαλέτου! Ηταν, για μένα, το γκολ του αιώνα».
Ο Θεός είναι φίλαθλος;
«Πρέπει να είναι».
Προσεύχεστε την ώρα του παιχνιδιού;
«Βέβαια! Πολλές φορές με βλέπουν να φιλώ το σταυρουδάκι μου. Ωστόσο δεν αξίζει να το φιλάς μόνο όταν χάνεις, αλλά και όταν κερδίζεις».
Οι σαγκόμας, οι αφρικανοί μάγοι, κάνουν και εκείνοι τα μαγικά τους;
«Οταν σαρώναμε τα κύπελλα, οι παίκτες μου με έβλεπαν να προσεύχομαι. Αφησαν λοιπόν τα φυλαχτά τους και τώρα προσεύχονται και αυτοί».
Οι αντίπαλοί σας πώς σας αντιμετωπίζουν;
«Στο ποδόσφαιρο είσαι αντίπαλος μόνο τα 90 λεπτά που παίζεις μέσα στις τέσσερις γραμμές».
Πώς καταφέρνει μια επιτυχημένη γυναίκα, σε έναν χώρο που ανδροκρατείται, να ισορροπεί στο σπίτι με έναν σύζυγο και δύο γιους;
«Ο σύζυγός μου με στήριξε από την αρχή. Από την άλλη, πιστεύω σε αυτό που λέει: “Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, ενώσου μαζί τους”. Στα παιδιά άρεσε να επιστρέφω από τα ταξίδια και να τους διηγούμαι ιστορίες – ποδοσφαιρικές πάντα».
Οι ελληνικές ομάδες πώς σας φαίνονται;
«Μου αρέσουν όλες οι ελληνικές ομάδες όταν παίζουν στο εξωτερικό. Παρ’ όλο που γαλουχήθηκα από τον Ολυμπιακό, ομολογώ πως όταν ο Παναθηναϊκός παίζει έξω, έχει πείσμα, έναν τσαμπουκά που μου αρέσει».
Τι νομίζετε ότι λείπει από το ελληνικό ποδόσφαιρο;
«Λείπει το πάθος από κάποια αφεντικά. Αν έχεις έναν μεγαλομέτοχο που κατέχει τη θέση αυτή μόνο για προβολή και για να κάνει άλλες μπίζνες μέσω της ομάδας, τότε το άθλημα υποφέρει».
Πώς θα μπορούσε να σταματήσει η βία στα γήπεδα;
«Ο φανατισμός δεν έχει όρια, το πάθος έχει. Αν είχα ομάδα στην Ελλάδα, πριν από τον αγώνα θα πήγαινα να χαιρετήσω τον πρόεδρο της αντίπαλης ομάδας, να με βλέπουν οι φίλαθλοι, ώστε να μη τσακώνονται. Μετά τον αγώνα, είτε είχαμε χάσει είτε είχαμε κερδίσει, πάλι θα πήγαινα να τον αγκαλιάσω, θα του έλεγα “μπράβο σας” ή “την επόμενη φορά”. Ετσι, σταματάμε τη βία».
Εσείς πώς αντιδράτε όταν σας αδικούν σε ένα παιχνίδι;
«Δεν αφήνω ποτέ να ξεχαστεί η αδικία, υπενθυμίζοντας στα ΜΜΕ το λάθος που έγινε, ώστε να μην επαναληφθεί. Τότε, ο διαιτητής μπαίνει στον χώρο και προσέχει. Ποτέ όμως δεν στρέφω τους οπαδούς εναντίον του».
Να υποθέσω ότι έχετε αδυναμία σε κάποιους ποδοσφαιριστές;
«Ναι, και έχω την τιμή να κάθομαι δίπλα τους στη FIFA! Είναι ο Πελέ, ο Πλατινί, ο Μπεκενμπάουερ και ο σερ Μπόμπι Τσάρλτον».
Από τους νεότερους;
«Ο Ντρογκμπά της Τσέλσι είναι δεινός σκόρερ. Εχει μια εκρηκτική εσωτερική δύναμη που φαίνεται στον αγώνα. Ο Τόρες έχει επιθετικά προσόντα. Ο Ροναλντίνιο είναι γλυκός, ακόμη και όταν κάνει λάθος, βάζει τα χέρια στο κεφάλι και ζητάει συγγνώμη. Υπάρχουν βέβαια και ποδοσφαιριστές που είναι απλώς προϊόντα μάρκετινγκ, οι οποίοι όμως “σβήνουν” γρήγορα».
Από τους Ελληνες ποιους ξεχωρίζετε;
«Τον Καραγκούνη, που έχει τσαμπουκά και μεγάλη καρδιά, αλλά και τον Σαλπιγγίδη, που έβαλε ένα κρίσιμο γκολ στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου».
Η τύχη παίζει μεγάλο ρόλο σε ένα παιχνίδι;
«Η τύχη είναι ενέργεια. Μερικές φορές καταλαβαίνω ότι θα χάσει μια ομάδα με το που μπαίνει στο γήπεδο, από τη γλώσσα του σώματος».
Εχετε κάποιο μότο που μεταφέρετε στους παίκτες σας;
«Οσο περισσότερο προσπαθείς τόσο πιο τυχερός γίνεσαι».
Ποιους ανθρώπους θαυμάζετε;
«Θαυμάζω τις ακτιβίστριες. Τις επαναστάτριες της Νότιας Αφρικής που στο απαρτχάιντ έγραψαν ιστορία με τη δράση τους. Στην κορυφή του θρόνου όμως κάθεται ένας: Ο Μαντίμπα (σ.σ.: έτσι αποκαλούν τον Νέλσον Μαντέλα)».
Θα είναι ασφαλείς οι φίλαθλοι επισκέπτες στη χώρα σας κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ;
«Ολοι μου κάνουν αυτήν την ερώτηση. Εχουν προσληφθεί 32.500 αστυνομικοί και προσωπικό ασφαλείας. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί. Και μια που σπούδασα κοινωνική λειτουργός, θέλω να συμβουλεύσω όλους και όλες όσοι θα έρθουν: Προφυλαχτείτε. Σε κάθε Μουντιάλ ακούω για το πόσες χιλιάδες ιερόδουλες έρχονται. Εδώ η πορνεία είναι παράνομη. Ισως την περίοδο του Μουντιάλ να δοθούν από το υπουργείο Υγείας κάποιες άδειες. Αλλά, γι’ αυτό πας στο Μουντιάλ; Για να μπεις σε οίκο ανοχής»;
Η Εθνική μας πώς θα τα πάει;
«Ο πρώτος αγώνας με την Κορέα είναι, πιστεύω, ο πιο δύσκολος. Ο καιρός στο Πορτ Ελίζαμπεθ είναι παράξενος και εύχομαι να μην έχει τρομερό αέρα. Αν αρχίσουμε καλά, έχουμε ελπίδες. Η Νιγηρία δεν είναι η Νιγηρία που ήταν κάποτε, την κερδίζουμε. Αν παίξουμε όπως παίζουμε, με “πυρετό”, τελείωσε. Η Αργεντινή όλοι ξέρουμε επίσης ότι δεν είναι αυτό που ήταν. Πάντοτε βέβαια στο ποδόσφαιρο υπάρχει μια κάμψη και μετά μια ανάκαμψη, αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπούμε στο γήπεδο και να φοβηθούμε το όνομα».
Ποια χώρα πιστεύετε ότι θα σηκώσει το κύπελλο;
«Η Βραζιλία, δεν το συζητάω. Εχουν μετατρέψει το ποδόσφαιρο σε χορό! Κάνουν τον κόσμο να το απολαμβάνει. Παρεμπιπτόντως, το παρατσούκλι της Σάνταουνς είναι “Μπραζίλιανς”».
Τι σχέδια έχετε για μετά το Μουντιάλ;
«Ηδη έχω αγοράσει μια νέα ομάδα, την Τάνγκα Ρόγιαλ Ζούλου».
Υπάρχει κάποια άλλη ομάδα που θα θέλατε να είναι δική σας;
«Ο Ατρόμητος, αλλά τώρα τον πήρε άλλος»!
Ποιο είναι το μεγάλο σας όνειρο;
«Να οργανώσουμε μια μέρα το Μουντιάλ στην Ελλάδα. Μπορούμε, αν το θέλουν οι παράγοντες. Τα γήπεδα και οι προδιαγραφές υπάρχουν και καταλαβαίνεις τι όφελος θα είχε ο τουρισμός, μια και γίνεται μέσα στον Ιούνιο».
Αν με το καλό πάρουμε τη διοργάνωση, είστε έτοιμη να μετακομίσετε αν σας το προτείνουν;
«Φυσικά. Κατ’ αρχάς, στη Νότια Αφρική έχουμε κάνει δύο φορές προετοιμασία για να το πάρουμε, την πρώτη φορά μάς το πήρε η Γερμανία. Εχω δηλαδή πείρα δέκα χρόνων. Κάποτε, ένας μεγάλος παράγοντας του ελληνικού ποδοσφαίρου μού είπε: “Σοβαρολογείς ότι μπορεί να το διοργανώσει η Ελλάδα;”. Μα ολόκληρους Ολυμπιακούς έκανε η Ελλάδα! Επτά με οκτώ γήπεδα που χρειάζονται τα έχουμε».
Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 503, σελ. 40-44, 6/06/2010.
