Ευριπίδου, Γερανίου, Σοφοκλέους, Αθηνάς, Ερμού, Πειραιώς και Αγίων Ασωμάτων: οι επτά οδοί που περικλείουν τη γειτονιά του Ψυρρή. Δεκαπέντε χρόνια μετά την έκρηξη των μπαρ και των νυχτερινών κέντρων, η ιστορική συνοικία βιώνει τη δική της κρίση αναζητώντας την ταυτότητά της στην πολυεθνική πλέον Αθήνα.
«Μας ακούτε; Σταματήστε να πουλάτε ναρκωτικά στα παιδιά μας. Φύγετε από τη γειτονιά. Ξέρουμε τα πρόσωπά σας. Αν δεν φοβάστε κανέναν, θα φοβηθείτε εμάς τους κατοίκους. Εμείς είμαστε αυτοί που θα σας σταματήσουμε» επαναλαμβάνει στα αγγλικά, τονίζοντας κάθε λέξη του, ο Αυστραλός Ντιν, ο οποίος κρατώντας την ντουντούκα κοιτάζει προς τον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Σαρρή. Πίσω του βρίσκονται άνθρωποι κάθε ηλικίας, κρατώντας πλακάτ που γράφουν «Εξω τα ναρκωτικά και η βία από τη γειτονιά μας», ενώ στα σκονισμένα παράθυρα της πολυκατοικίας προβάλλουν πού και πού θολές σκιές. Είναι μεσημέρι της 29ης Μαρτίου και οι κάτοικοι του Ψυρρή έχουν βγει για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η γειτονιά τους. Η συνοικία των κουτσαβάκηδων της παλιάς Αθήνας, η γειτονιά των τσαγκαράδικων και των βιοτεχνιών των προηγούμενων δεκαετιών, το άντρο της διασκέδασης, των γκαλερί και των θεάτρων των τελευταίων χρόνων, το «Σόχο της Αθήνας» όπως έσπευσαν να το ονομάσουν κάποιοι, σήμερα φαίνεται να περνά την πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας του.
Πλατεία Θεάτρου, 5.00 το απόγευμα: Η πορεία έχει μόλις λήξει. Ο Ντιν είναι επιχειρηματίας από την Αυστραλία και κατοικεί τα τέσσερα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Ψυρρή. Επειτα από αλλεπάλληλες συζητήσεις για την κατάσταση της περιοχής, αποφάσισε μαζί με άλλους κατοίκους να πραγματοποιήσουν μια πορεία ενάντια στα ναρκωτικά και στην εγκληματικότητα. «Η περιοχή του Ψυρρή έχει γεμίσει με εμπόρους ναρκωτικών και χρήστες» μας λέει. «Καθημερινά βρίσκουμε σύριγγες και ματωμένα βαμβάκια έξω από τα σπίτια μας. Τους τελευταίους έξι μήνες τα πράγματα έχουν γίνει ακόμη χειρότερα. Εχουν σχηματιστεί συμμορίες που ληστεύουν γυναίκες στα στενά. Καταλαβαίνω ότι και αυτοί είναι άνθρωποι απεγνωσμένοι, που ίσως πεινάνε. Οτι πολλοί από αυτούς προβαίνουν σε αυτές τις εγκληματικές πράξεις για να ξεπληρώσουν τα αφεντικά τους που τους έφεραν στη χώρα. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την Ελλάδα, δεν μπορούμε να αλλάξουμε την Αθήνα, αλλά τη γειτονιά μας θα την αλλάξουμε. Γιατί η περιοχή δεν ήταν πάντα έτσι και δεν πρέπει να παραμείνει έτσι».
Διασχίζουμε τα στενά του Ψυρρή. Καφετέριες, μπαρ, τυροπιτάδικα, ταβέρνες, σουβλατζίδικα σε κάθε γωνιά. Μια συνοικία που φαίνεται να έχει φτιαχτεί σαν ένα ιδιότυπο γκέτο διασκέδασης. Μόνο που πλέον ο κόσμος φαίνεται να το εγκαταλείπει: Σχεδόν σε κάθε δρόμο ένα βρώμικο χαρτί «Ενοικιάζεται» κολλημένο σε κάποια βιτρίνα φανερώνει ότι το πείραμα απέτυχε. Μια ομάδα Πακιστανών μάς προσπερνά βιαστικά. Κατευθύνονται στο υπόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας, το οποίο έχουν μετατρέψει σε τζαμί. Παλιά εγκαταλελειμμένα αρχοντικά ανάμεσα σε πολυκατοικίες, μετανάστες ανάμεσα σε παλιούς κατοίκους. Η συνοικία του Ψυρρή αλλάζει δραματικά, καθώς προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα της πολυπολιτισμικής Αθήνας.
Οδός Αγίου Δημητρίου, ένα σοκάκι λίγο μετά την πλατεία Ηρώων. Το παραδοσιακό μανάβικο και το καφενείο φέρνουν στον νου μας την παλιά γειτονιά του Ψυρρή. «Είμαι γέννημα θρέμμα της περιοχής» αναφέρει ο Δαμιανός Ζηνόπουλος, τωρινός ιδιοκτήτης του καφενείου που λειτουργεί από τη δεκαετία του ’60. Πίνοντας ελληνικό καφέ, μας αφηγείται ιστορίες για τους παλιούς κατοίκους. Για τον μανάβη με το παρατσούκλι Κόλιας, που τα παιδιά της γειτονιάς τού έκρυβαν το καρότσι με την πραμάτεια του. Για τον Σπύρο τον μπουγατσά, που ζύμωνε το φύλλο στο σπίτι του και έφτιαχνε την καλύτερη μπουγάτσα της Αθήνας, αλλά και για τον ιδιοκτήτη του γραφείου κηδειών της περιοχής που κοιμόταν μέσα στα φέρετρα που πουλούσε.
Στην παρέα μας προστίθεται και η στιχουργός Μαρία Ιωάννου-Μουστάκη, που ήρθε στην περιοχή το 1954. «Κατάγομαι από τη Νάξο, η συνοικία του Ψυρρή είναι καθαρά δική μας παροικία» μας λέει. «Κάθε χρόνο μάλιστα τη Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται παζάρι, όπου παραγωγοί της Νάξου πουλάνε κρέας και τυριά από το νησί. Είδα την περιοχή να αλλάζει, σε όλες τις φάσεις της. Παλιά περπατούσαμε και από κάθε σημείο βλέπαμε την Ακρόπολη. Επειτα, κάπου στα μισά της δεκαετίας του ’60, άρχιζαν να γκρεμίζουν τα αρχοντικά για να φτιάξουν τις πολυκατοικίες-τέρατα, όπου στεγάστηκαν πολλά τσαγκαράδικα και άλλες βιοτεχνίες. Εφυγαν έτσι πολλοί παλιοί κάτοικοι. Ο δεύτερος διωγμός ήρθε τη δεκαετία του ’90. Τότε έφυγαν τα τσαγκαράδικα και ήρθαν τα τρελάδικα, όπως τα λέω εγώ. Αρχισαν να ανοίγουν ανεξέλεγκτα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης, καφετέριες και μπαρ, σε όποια αποθήκη και τρύπα υπήρχε. Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε πλέον από την ένταση της μουσικής. Υπάρχουν βέβαια και μαγαζάτορες που μας σέβονται. Σήμερα, με την εγκληματικότητα και τους μετανάστες, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Ερχονται κατά καιρούς και κάτι κουλτουριάρηδες και μας λένε πόσο ωραία είμαστε εδώ. Πολλοί από αυτούς βέβαια εγκαταστάθηκαν τελικά εδώ και είδαν τη γλύκα».
Αφήνοντας πίσω την κεντρική πλατεία του Ψυρρή και προχωρώντας προς το Θησείο, παλαιοπωλεία, εγκαταλελειμμένες αποθήκες και κάποια λιγοστά πλέον σιδεράδικα και μηχανουργεία θυμίζουν ότι κάποτε στην περιοχή χτυπούσε η καρδιά της μικρής βιοτεχνίας.
«Μετά τον μεγάλο σεισμό του 1999 πολλοί βιοτέχνες φρόντισαν να χαρακτηριστούν τα κτίριά τους επικίνδυνα για να πάρουν αποζημίωση ή δάνεια για μετεγκατάσταση. Για πολλές φθίνουσες βιοτεχνίες στο ιστορικό κέντρο ο σεισμός ήταν δώρο Θεού» μας λέει ο σκηνοθέτης Νίκος Περάκης. «Μετακόμισα στου Ψυρρή το 2002, αφού διαμόρφωσα σε γραφείο και κατοικία ένα εγκαταλελειμμένο παντοφλάδικο. Εδώ και μερικούς μήνες οι καθημερινές κλοπές και επιθέσεις έχουν αυξηθεί. Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει αυτό στατιστικά, αλλά στο στενό που κάθομαι – και δεν κάθομαι κάθε βράδυ στο σπίτι – έχω μετρήσει πέντε κλοπές τσαντών σε έναν μήνα. Δύο από αυτές μάλιστα που είχαν στόχο ενοίκους της πολυκατοικίας μας ήταν πολύ βίαιες. Ηρθα εδώ για να μείνω πάντως. Το ίδιο και οι κινέζοι χονδρέμποροι και οι πακιστανοί εστιάτορες και οι μπανγκλαντεσιανοί μπακάληδες. Κάποια στιγμή θα αντιδράσουν και αυτοί. Πέρυσι είχαν διαμαρτυρηθεί μπροστά στο δημαρχείο και είμαι σίγουρος ότι θα το ξανακάνουν όταν τους καλέσει ο Αυστραλός που έχει το know-how μιας χώρας με μεγάλη μετανάστευση από την Ασία. Οι Ασιάτες της γειτονιάς, συχνά θύματα και αυτοί, είναι φιλήσυχοι άνθρωποι, καλά οργανωμένοι, έχουν λέσχες, μπιλιαρδάδικα, πολιτιστικούς συλλόγους και τα Σαββατοκύριακα κάνουν μουσικούς διαγωνισμούς».
Τρίτη βράδυ στου Ψυρρή, και η εικόνα στην οδό Μιαούλη δεν θυμίζει σε τίποτε το ξέφρενο σκηνικό της διασκέδασης της περασμένης πενταετίας. Λιγοστές παρέες κάθονται στα τραπέζια, ενώ μετανάστες πηγαινοέρχονται πουλώντας στυλό με λέιζερ. Κάποιους δρόμους πιο πέρα οι γνωστοί κράχτες των μαγαζιών προσπαθούν να προσελκύσουν παρέες τουριστών, ενώ το μπουζούκι αντηχεί σε μαγαζιά που είναι σχεδόν άδεια. Εξω από το κλαμπ «Jolie» συναντάμε τον ιδιοκτήτη του Αντώνη Καμπίρη. «Ανοίξαμε πριν από τέσσερα χρόνια» μας λέει. «Τότε είχαμε απίστευτη κίνηση. Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Περπατούσες το βράδυ και νόμιζες ότι ήσουν στην πλατεία Ομονοίας στις 12.00 το μεσημέρι. Εδώ και δύο χρόνια ξεκίνησε η πτωτική πορεία. Η διαφήμιση άλλων περιοχών, η δυσφήμηση της δικής μας, η μεταφορά του ΟΚΑΝΑ, που σήμερα βέβαια έχει φύγει, και φυσικά η οικονομική κρίση έπαιξαν τον ρόλο τους. Η περιοχή του Ψυρρή πάντως δεν είναι ένα επικίνδυνο μέρος, εγκληματικότητα σήμερα υπάρχει παντού. Ολα αυτά όμως συνέβαλαν ώστε να δω να πέφτει η κίνηση στο μαγαζί μου κατά 30%-40%».
Αφήνοντας πίσω μας τη γειτονιά του Ψυρρή και διασχίζοντας την οδό Μιαούλη, κατευθυνόμενοι προς το μετρό, έχουμε ακόμη τη μυρωδιά των ναξιώτικων τυριών που πουλιούνται εκεί κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Μια παρέα νεαρών από την Καλλιθέα απολαμβάνουν την μπίρα τους καθισμένοι στο πεζοδρόμιο. «Μας αρέσει που δεν έχει τόσο κόσμο» μας λένε. «Πού να πας στο Γκάζι, που μαζεύει πλέον κάθε καρυδιάς καρύδι; Εδώ τώρα έρχονται πιο ψαγμένα άτομα. Η περιοχή γίνεται ξανά εναλλακτική». Αλήθεια ή ψέματα; Η γειτονιά του Ψυρρή αργοπεθαίνει ή απλώς αλλάζει; Η απάντηση θα φανεί στο χειροκρότημα.
Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 495, σελ. 40-46, 11/04/2010.
