Ρωσικές τακτικές δυνάμεις συγκρούονται με μονάδες του στρατού της Γεωργίας αλλά και με γεωργιανούς ελεύθερους σκοπευτές στη Νότια Οσετία, οδομαχίες διεξάγονταν ως αργά το Σάββατο στα περίχωρα της οσετιακής πρωτεύουσας Τσχινβάλι, η ρωσική αεροπορία βομβάρδισε δύο γεωργιανές βάσεις και τον λιμένα του Πότι στον Εύξεινο Πόντο και ο πρόεδρος Σαακασβίλι της Γεωργίας κήρυξε χθες στρατιωτικό νόμο, διέταξε να εγκαταλειφθούν ορισμένα κρατικά κτίρια και προειδοποίησε ότι «δεν αποκλείει» να βομβαρδίσουν οι Ρώσοι την πρωτεύουσα Τιφλίδα. Ειδοποίησε επίσης την Ουάσιγκτον ότι θα αποσύρει τους 2.000 άνδρες που υπηρετούν στο Ιράκ. Πληροφορίες η ακρίβεια των οποίων δεν ελέγχεται αναφέρουν ότι υπάρχουν εκατοντάδες νεκροί μεταξύ των αμάχων και άνω των 400 τραυματίες, οι Ρώσοι μιλούν για 30 και πλέον νεκρούς και 60 τραυματίες των δυνάμεών τους και ο πρόεδρος Μεντβέντεφ, ο οποίος συγκάλεσε αργά την Παρασκευή το ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο για «να λάβει αποφάσεις εν όψει των επιθετικών ενεργειών» της Γεωργίας, δήλωσε ότι «δεν θα μείνει αναπάντητη αυτή η εγκληματική ενέργεια». Από το απόγευμα της Παρασκευής μετακινούνται προς την Οσετία ρωσικά τανκς και πυροβολικό με αεροπορική κάλυψη.
Η αιφνίδια όξυνση της πολύμηνης κρίσης μεταξύ Γεωργίας και Ρωσίας, η οποία έλαβε από την Παρασκευή πολεμικό χαρακτήρα και απειλεί να εξελιχθεί σε σύγκρουση με επιπτώσεις σε όλη την περιοχή του Καυκάσου, προκάλεσε αντιδράσεις και δραστηριοποίησε τη διεθνή διπλωματία, χωρίς όμως κάποιο θετικό αποτέλεσμα μέχρι στιγμής. Αλλωστε εμφανίστηκαν οι γνωστές από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου διαιρέσεις: η Βρετανία και οι ΗΠΑ υποστηρίζουν τον πρόεδρο της Γεωργίας και επιρρίπτουν την ευθύνη της σύγκρουσης στη Μόσχα, ενώ η Γαλλία, η Ισπανία και η Φινλανδία τηρούν ίσες αποστάσεις και προσπαθούν «να αποκαταστήσουν τις ισορροπίες στην περιοχή», κατά δήλωση εκπροσώπου της γαλλικής προεδρίας της ΕΕ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, τη σύγκληση του οποίου ζήτησε η Ρωσία την Παρασκευή, δεν κατόρθωσε να λάβει καμία απόφαση επειδή οι ΗΠΑ απέρριψαν ρωσικό προσχέδιο ψηφίσματος υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν καταλογίζει και στη Ρωσία μέρος της ευθύνης. Στη Γεωργία πρόκειται να μεταβεί σήμερα, Κυριακή, ο αμερικανός βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών Μάθιου Μπράιζα με εντολή της υπουργού κυρίας Ράις για να διαβεβαιώσει τον πρόεδρο Σαακασβίλι ότι «οι ΗΠΑ υποστηρίζουν την εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας, χώρας δημοκρατικής και φιλικής» στη Δύση. Στην Τιφλίδα μεταβαίνει επίσης φινλανδός διπλωμάτης απεσταλμένος του ΟΑΣΕ για «να επιδιώξει να αρχίσει ένας διάλογος μεταξύ των τριών εμπλεκομένων». Ο γεωργιανός πρόεδρος δήλωσε το Σάββατο ότι «υπό όρους» θα δεχόταν ανακωχή και εν συνεχεία «διάλογο αλλά μόνο με τη Μόσχα».
Πληροφορίες από διπλωματικές και κυβερνητικές πηγές στην Ουάσιγκτον και στην Ευρώπη συγκλίνουν στο ότι η ΕΕ, το ΝΑΤΟ αλλά και οι ΗΠΑ είναι «σοβαρά ενοχλημένοι» με την τροπή που παίρνει η κατάσταση και, αντίθετα με τη στάση την οποία δημοσίως τηρούν οι κυβερνήσεις τους, επιρρίπτουν ευθύνες στη Γεωργία και ιδιαίτερα στον πρόεδρό της Σαακασβίλι. Αλλωστε τα σχόλια και οι αναλύσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών ΜΜΕ και εφημερίδων μιλούν για «εκβιαστική πρωτοβουλία» του Σαακασβίλι «να παρασύρει τη Δύση και το ΝΑΤΟ σε ενεργό υποστήριξή του», πράγμα το οποίο, όπως τονίζουν, ενοχλεί ακόμη και την Ουάσιγκτον. Σημειώνουν επίσης ότι «η πρωτοβουλία του γεωργιανού προέδρου ενδέχεται να καταλήξει σε μπούμερανγκ» – μάλιστα η βρετανική «Guardian» γράφει ότι δόθηκε τώρα «η μεγάλη ευκαιρία στη Μόσχα να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της» με τη Γεωργία.
Εχει ιστορία αρκετών δεκαετιών η διένεξη μεταξύ Γεωργίας και Νότιας Οσετίας. Επί Στάλιν, ο οποίος ήταν γεωργιανής καταγωγής, σημειώθηκαν κάποιες ένοπλες συγκρούσεις και το 1950 η Γεωργία κήρυξε στρατιωτικό νόμο στην περιοχή, ο οποίος ήρθη 14 χρόνια αργότερα. Φυλετικές και θρησκευτικές ήταν και παραμένουν οι ρίζες της διένεξης – η πλειονότητα των 70.000 κατοίκων της Νότιας Οσετίας διαφέρει από τους Γεωργιανούς φυλετικά και θρησκευτικά – μολονότι χριστιανοί, «ευλογούνται» από τη ρωσική Εκκλησία και όχι από τη γεωργιανή. Είναι ενδεικτικό ότι στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι στρατιώτες της Νέας Οσετίας δεν υπηρετούσαν σε συντάγματα Γεωργιανών αλλά Ρώσων, ακόμη και Ουζμπέκων.
Προτού ακόμη καταρρεύσει η Σοβιετική Ενωση, επί Γκορμπατσόφ, το φθινόπωρο του 1989, η Νότια Οσετία αυτοανακηρύχθηκε «αυτόνομη περιοχή» και αποσχίστηκε από τη Γεωργιανή Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, γεγονός το οποίο προκάλεσε ένοπλη σύρραξη η οποία, με διακυμάνσεις, κράτησε ως το καλοκαίρι του 1992. Τότε υπογράφηκε στο (ρωσικό) Σότσι ανακωχή, έγινε ανταλλαγή αιχμάλωτων και τραυματιών και δημιουργήθηκε μια ειρηνευτική δύναμη 500 ανδρών από τη Ρωσία, τη Γεωργία και τη Νότια Οσετία. Η κατάσταση έδειχνε να ηρεμεί, παρ’ όλο που η Νότια Οσετία συνέταξε δικό της Σύνταγμα, έκανε εκλογές και το 1996 εξέλεξε και πρόεδρο. Με πρωτοβουλία της Μόσχας τον χειμώνα του 2000 η Ρωσία και η Γεωργία υπέγραψαν διακρατική εμπορική συμφωνία η οποία θεωρούσε σχεδόν δεδομένη την αυτονομία της Οσετίας. Το 2002 η Οσετία εκλέγει πρόεδρο τον Εντουάρντ Κοκόιτα, ο οποίος ευθύς αμέσως ζητεί από τη Ρωσία να αναγνωρίσει την «ανεξαρτησία» της χώρας. Ακολουθούν διαβουλεύσεις με τη Μόσχα και την Τιφλίδα, οι οποίες το 2005 καταλήγουν σε συμβιβασμό – η Γεωργία θα αναγνωρίσει την «περιορισμένη αυτονομία» της Οσετίας και η Ρωσία δεν θα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της. Αυτό όμως δεν ικανοποιεί τους Οσέτιους, οι οποίοι στις αρχές του 2006 διοργανώνουν δημοψήφισμα για την πλήρη ανεξαρτησία τους – και, φυσικά, εξασφαλίζουν το 93,2% των ψήφων.
Την άνοιξη του 2006 και ύστερα από συμφωνία με την Ουάσιγκτον καταφθάνουν στη Γεωργία αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι οι οποίοι αναλαμβάνουν την οργάνωση και τον εξοπλισμό του στρατού της Γεωργίας. Η «Washington Post» αποκαλύπτει εκείνες τις ημέρες ότι ο Λευκός Οίκος θεωρεί τη Γεωργία παράγοντα-«κλειδί» στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και εξαίρει τη συμβολή της στην αντιμετώπιση των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν. Στο ίδιο πνεύμα το γεωργιανό Κοινοβούλιο ψηφίζει νόμο για την «προσωρινή διοίκηση» της Οσετίας και κατηγορεί τη Ρωσία ότι αθέτησε τις υποχρεώσεις της. Από το σημείο αυτό και πέρα έχουμε μια διαρκή σύγκρουση – στο πολιτικό, στο διπλωματικό αλλά και στο στρατιωτικό πεδίο. Γεωργιανές δυνάμεις ενεργούν επιθέσεις στην Οσετία, το καλοκαίρι του 2007 ρίχνουν όλμους στην πρωτεύουσα Τσχίνβαλι της Οσετίας, η Γεωργία κατηγορεί τη Ρωσία ότι εξοπλίζει «ατάκτους» και στέλνει βαρέα όπλα στην Οσετία, μια προσπάθεια της Οργάνωσης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη τον Οκτώβριο 2007 να λυθούν τα προβλήματα με αμοιβαίες υποχωρήσεις αποτυγχάνει και έκτοτε επικρατεί μια κατάσταση την οποία ο ρώσος πρόεδρος Μεντβέντεφ χαρακτήρισε τον περασμένο Μάιο «αφύσικη και προφανώς επικίνδυνη».
Η κατάσταση πήρε εντελώς νέα, οξύτερη τροπή με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου. Ο τότε πρόεδρος Πούτιν προειδοποίησε την Ουάσιγκτον και την ΕΕ ότι αυτή θα έχει «απρόβλεπτες συνέπειες και σε άλλες περιοχές του κόσμου», υπονοώντας σαφώς την περίπτωση της Οσετίας και της Αμπχαζίας. Πράγματι, τον περασμένο Μάρτιο η Νότια Οσετία ζήτησε να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία της κατά το προηγούμενο του Κοσσυφοπεδίου και λίγες ημέρες αργότερα η ρωσική Δούμα ζήτησε από το Κρεμλίνο «να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας» – χωρίς όμως ανταπόκριση. Η πρωτοβουλία της ρωσικής Δούμας υποκινήθηκε από την αίτηση της Γεωργίας να γίνει δεκτή στο ΝΑΤΟ, όπως παραδέχεται το Κρεμλίνο. Απογοητευμένη από την αρνητική απόφαση της Διάσκεψης του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, τον περασμένο Απρίλιο, η Γεωργία πρότεινε στην Οσετία να υπογράψουν «συμφωνητικό συνδιοίκησης», το οποίο η Οσετία απέρριψε. Η απάντηση της Γεωργίας ήταν στρατιωτικής μορφής.
