Τα θεμέλια του καπιταλισμού έτριξαν πριν από 100 χρόνια ακριβώς. Ηταν η πρώτη οικονομική κρίση του εικοστού αιώνα, κάτι σαν προσεισμική δόνηση του μεγάλου «κραχ» που επρόκειτο να ακολουθήσει το 1929. Μέσα σε λίγες ημέρες ο δείκτης μετοχών της Γουόλ Στριτ έπεσε στο 50% της αξίας του 1906, με αποτέλεσμα να πολιορκηθούν οι αμερικανικές τράπεζες από ορδές αλλοφρόνων επενδυτών που έσπευδαν να αποσύρουν μαζικά τις καταθέσεις τους.
Ο Οκτώβριος του 1907 σήμανε την απαρχή δεινών για την αμερικανική οικονομία. Και το σοκ φάνηκε ισχυρότερο εξαιτίας της «χρυσής δεκαετίας» που είχε προηγηθεί. Στο διάστημα 1896-1906 ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ είχε πιάσει το 7%, ενώ το ΑΕΠ είχε διπλασιασθεί και οι αποδοχές των επενδυτών ήταν πλουσιοπάροχες. Ολα έδειχναν ότι άρχιζε ο «χρυσός αιώνας» των Αμερικανών. Και ξαφνικά ξέσπασε πανικός που έμεινε στην Ιστορία ως «ο πανικός των τραπεζιτών». Κράτησε πέντε μήνες. Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1908.
Το κακό ξεκίνησε με την ανάκληση δανείων από κάποιες τράπεζες της Νέας Υόρκης και αστραπιαία απλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Συννέφιασε ξαφνικά και ακολούθησε η «απόλυτη θύελλα». Μια οικονομική καταιγίδα που θα είχε συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, αν δεν είχαν τότε σώσει την κατάσταση αυτοί που έμειναν στην Ιστορία ως «δύο γίγαντες»: ο πρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ και ο τραπεζίτης Τζον Πιερπόν Μόργκαν, ιδρυτής του ομώνυμου χρηματοοικονομικού κολοσσού. Ο Μόργκαν έκανε τις δέουσες κινήσεις που έσωσαν το σύστημα: ήταν ο άνθρωπος που κράτησε ανοικτό το χρηματιστήριο ενώ καταποντιζόταν, υπογράφοντας προσωπικές επιταγές για όλους τους χρηματομεσίτες. Και ο διορατικός Ρούζβελτ ήταν αυτός που έβαλε φρένο στους επονομαζόμενους κλεφτοβαρόνους, δηλαδή τους μεγαλοτραπεζίτες (μηδέ του Μόργκαν εξαιρουμένου) που θησαύριζαν, παίζοντας με τα χρήματα που τους εμπιστεύονταν οι πελάτες τους, δηλαδή εκατομμύρια μικροκαταθέτες.
Ο Μόργκαν έσωσε τότε την κατάσταση όχι μόνο ως συντονιστής ενός επιτελείου τραπεζιτών και χρηματιστών που κατεύθυνε τη ροή του χρήματος. Εριξε στην αγορά χρήμα από την προσωπική του περιουσία – έφερε το υπερωκεάνιο «Λουζιτάνια» από την Αγγλία φορτωμένο με ράβδους χρυσού και ήταν το μεγαλύτερο φορτίο χρυσού που διέσχισε ποτέ τον Ατλαντικό. Και όσο για τον Ρούζβελτ, η διορατικότητά του τον έσπρωξε στα δέοντα ώστε να ψηφιστεί από το Κογκρέσο στις 22 Δεκεμβρίου 1913 (χρονιά που πέθανε ο Μόργκαν) ο νόμος ΓκλάςΟουεν (Glass-Οwen) για την ίδρυση της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve). Ετσι μπήκε κάποια τάξη στο τραπεζικό σύστημα. Εικοσι χρόνια αργότερα- ως επακόλουθο του μεγαλύτερου «κραχ» του 1929- το αμερικανικό Κογκρέσο έκανε ακόμη ένα βήμα, ψηφίζοντας τον νόμο Γκλας-Στίγκαλ (Glass-Steagall) που θέσπιζε τη διάκριση ανάμεσα στις εμπορικές τράπεζες (που παίρνουν καταθέσεις και δίνουν δάνεια) και τις επενδυτικές (αυτές που παίζουν με μετοχές και έχουν πολύ μεγαλύτερο ρίσκο).
Ο νόμος αυτός, που εξουδετέρωνε τα αντικρουόμενα συμφέροντα των τραπεζών και προστάτευε κυρίως τους μικροεπενδυτές, καταργήθηκε από το Κογκρέσο το 1999. Μέσα στο πλαίσιο της επικρατούσας ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού λύθηκαν τα χέρια των τραπεζιτών, οι οποίοι μπορούν και πάλι να κάνουν πολλές δουλειές, έστω και αν προκύπτουν αντικρουόμενες δραστηριότητες.
