Τους πόρους με τους οποίους θα καλύψει τα αναδρομικά των δικαστικών αναζητεί τώρα η κυβέρνηση. Με αποφάσεις τους οι δικαστικοί εξομοιώνουν τις αμοιβές τους με αυτές των ανωτάτων δημοσίων υπαλλήλων, γεγονός το οποίο θα προκαλέσει δαπάνη στον προϋπολογισμό που δεν υπήρχε στα πλάνα του υπουργείου Οικονομίας. Ηδη ως τώρα έχουν κατατεθεί περίπου 4.500 αγωγές για καταβολή αναδρομικών που υπερβαίνουν το ένα δισ. ευρώ.
Οπως είναι γνωστό, το Μισθοδικείο με σειρά αποφάσεων διπλασίασε τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα εξομοίωσε τις αποδοχές των προέδρων των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, που κυμαίνονται περί τα 5.500 ευρώ, με αυτές του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων οι οποίες ανέρχονται σε 10.271 ευρώ. Ανάλογη είναι και η αύξηση των αποδοχών των δικαστών των άλλων βαθμών.
Χθες ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ.Αλογοσκούφης δεν απέκλεισε, ούτε όμως και επιβεβαίωσε, την πιθανότητα επιβολής «δικαστόσημου», σε περίπτωση που προκύψουν μεγάλες δημοσιονομικές πιέσεις από την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων για τις αυξήσεις των αποδοχών τους.
Η απόφαση που αυτή τη στιγμή έχει «δέσει τα χέρια» του υπουργού Οικονομίας αναφέρει ότι οι αποδοχές των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών πρέπει να είναι πάντοτε ανώτερες από τις αποδοχές των κρατικών λειτουργών, όπως είναι οι διοικητές του ΟΤΕ, της ΔΕΗ και των άλλων οργανισμών, των προέδρων ανεξάρτητων αρχών.
Ο κ. Αλογοσκούφης από τη μία πλευρά δεν θέλει να δώσει χρήματα τα οποία σήμερα δεν μπορεί εύκολα να υπολογιστούν με ακρίβεια, αφού κάθε περίπτωση δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού είναι διαφορετική, και από την άλλη πλευρά ξέρει πολύ καλά ότι οι δικαστές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν με αποφάσεις τους πολλά προβλήματα εκτροχιάζοντας τον προϋπολογισμό ακόμη περισσότερα. Πάντως άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να καλυφθεί αυτή η δαπάνη, όταν και αν οριστικοποιηθεί η εξομοίωση των μισθών των δικαστικών. Αν προκύψει τέτοιο θέμα, όπως είπε ο υπουργός, «θα δούμε πώς θα την αντιμετωπίσουμε και με ποιους πόρους,γιατί πρέπει να βρεθούν πόροι για να καλυφθούν αυτές οι διεκδικήσεις». Πάντως ο κ. Αλογοσκούφης επεσήμανε ότι, αν και «σέβομαι τη δουλειά των δικαστών και τις αποφάσεις των δικαστηρίων», ο στόχος παραμένει «να διασφαλίσουμε την προσπάθεια που γίνεται για τη μείωση των ελλειμμάτων» .
Ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Κ. Κουσούλης σχολιάζοντας όσα ανέφερε ο υπουργός είπε:
«Οι έλληνες δικαστές έχουν αποδείξει εμπράκτως ότι σέβονται τις αρχές της δημοσιονομικής τάξης, της μισθολογικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής αλληλεγγύης.Με το ίδιο αίσθημα ευθύνης είμαστε αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα. Το οποίο δεν αφορά μόνο τους δικαστές, αλλά όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο».Και πρόσθεσε ο κ. Κουσούλης: «Δυστυχώς,το υπουργείο Οικονομικών αρνείται πεισματικά να εξετάσει την ουσία του προβλήματος και αναλίσκεται σε αλαζονικές δηλώσεις».
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος κ. Σ. Μπάγιας δήλωσε:
«Νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Δεν ζητούμε τίποτε περισσότερο από τα αυτονόητα,πέρα από αυτά που ισχύουν για κάθε έλληνα πολίτη.Σεβασμό και εφαρμογή των αποφάσεων του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο, σημειωτέον,δεν αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς. Το αίτημά μας το θέτουμε με σαφήνεια και καθαρότητα χωρίς περιστροφές και χωρίς υπεκφυγές».
Παράλληλα, οι υπόλοιπες δικαστικές ενώσεις εμμένουν στην εφαρμογή των αποφάσεων του Μισθοδικείου. Μάλιστα, επισημαίνουν ότι κατά τις συναντήσεις που είχαν με τον κ. Αλογοσκούφη και τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Αν. Παπαληγούρα, για το θέμα των αναδρομικών αυξήσεών τους, δέχθηκαν ακόμη και συμβιβαστική λύση προκειμένου να διευκολύνουν την κυβέρνηση.
Μέλη των διοικήσεων των δικαστικών ενώσεων τόνιζαν χθες ότι, ακόμη και αν δεχθούν την εκδοχή της διάλυσης του Μισθοδικείου, οι αναδρομικές αυξήσεις πρέπει να καταβληθούν σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και τις διεθνείς συμβάσεις. Και πρόσθεταν με νόημα ότι «τα διεθνή και ευρωπαϊκά δικαστήρια επανδρώνονται από συναδέλφους, ανεξάρτητα αν δεν έχουν ελληνική ιθαγένεια».
