Από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα στο τέταρτο Πακέτο

Από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα στο τέταρτο Πακέτο Τα χρήματα που μας έδιναν (και δεν τα παίρναμε) και αυτά που μας δίνουν (και δεν θα τα πάρουμε) Εργα σαν τη ζεύξη Ρίου - Αντιρρίου μπορούν να κατασκευαστούν και άλλα στην Ελλάδα με χρηματοδότηση από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ. Τέτοια έργα θα είναι η υποθαλάσσια αρτηρία στη Θεσσαλονίκη και οι διεθνείς οδικοί άξονες. Αρκεί βεβαίως

Από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα στο τέταρτο Πακέτο

Από τον Μάρτιο του 1983, οπότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το ελληνικό αίτημα για την παροχή ειδικών οικονομικών ενισχύσεων «για την άρση των δυσμενών επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία λόγω τη ένταξής της στην ΕΟΚ», ως και σήμερα, καταδεικνύεται ότι η χώρα δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί (επαρκώς, λένε ορισμένοι) τους κοινοτικούς πόρους που εισρέουν κάθε χρόνο. Η αδυναμία απορρόφησης πόρων και ορθολογικής διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών έχει φθάσει πλέον στο σημείο να «απαξιώνεται» το μέγεθος των εισροών από την ΕΕ και μάλιστα να υποστηρίζεται από το υπουργείο Οικονομίας ότι η Ελλάδα δεν έχει και τόση ανάγκη τους κοινοτικούς πόρους, «οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεν θα χορηγούνται μετά το 2013». Χειρότερο ακόμη είναι το γεγονός ότι το υπουργείο Οικονομίας λησμονεί τα λεγόμενα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα που έχει μια επένδυση με πόρους της ΕΕ στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, στην προσθετικότητα, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και στην αύξηση της παραγωγικότητας και εν τέλει στην αύξηση του εισοδήματος, στη σύγκλιση και στη συνοχή.


Στην πραγματικότητα το όλο θέμα των οικονομικών δοσοληψιών της Ελλάδας με την ΕΕ σε σχέση με τα ΚΠΣ έχει πολλές διαστάσεις. Η πρώτη διάσταση αφορά τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών για το ύψος των εισροών και, για να είμαστε ειλικρινείς, στις διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις που έγιναν από την εποχή των ΜΟΠ ως και σήμερα η ελληνική πλευρά ήταν κερδισμένη από αυτή την άποψη. Δηλαδή, πετύχαινε η χώρα να της εγκρίνουν οικονομικές παροχές που, αν απορροφώνταν και επενδύονταν ορθολογικά, η χώρα θα είχε άλλη – καλύτερη – όψη. Δυστυχώς όμως η Ελλάδα δεν κατόρθωνε να απορροφήσει τα ποσά που δικαιούταν από τα πακέτα αλλά και όσα απορροφούσε δεν τα διέθετε πάντα «εκεί που έπρεπε». Αυτή είναι η δεύτερη διάσταση.


Η τρίτη διάσταση.(σε συνδυασμό με τη δεύτερη) αφορά την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης στην απορρόφηση των κοινοτικών πόρων. Ενώ δημιουργήθηκε σταδιακά μια «παράλληλη δημόσια διοίκηση», η οποία απετελείτο αρχικά από τα ικανότερα στελέχη της ευρύτερης δημόσιας διοίκησης και του ιδιωτικού τομέα, δεν κατέστη δυνατόν το όλο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών να ανταποκριθεί στις προσδοκίες. Και αυτό παρά το γεγονός ότι εκτός από την «παράλληλη δημόσια διοίκηση» δημιουργήθηκαν και άλλες βοηθητικές και υποβοηθητικές υπηρεσίες. Η τέταρτη διάσταση αφορά την «κομματικοποίηση» του όλου θέματος. Κάθε κυβέρνηση που διαδέχεται την προηγούμενη χάνει πολλούς μήνες για «απογραφές» και για να «αποδείξει» ότι κάποιο ΚΠΣ δεν πήγε καλά – εξαιτίας, φυσικά, της προηγούμενης κυβέρνησης – και στη συνέχεια μερικούς ακόμη μήνες για να κάνει αλλαγές στα έργα που έχουν εγκριθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση. Αν σε αυτά προσθέσει κανείς και τις αλλαγές στα πρόσωπα διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών, τότε η εικόνα της «κομματικοποίησης» ολοκληρώνεται. Αυτονόητο είναι ότι κάθε κυβέρνηση που διεδέχετο μια άλλη όριζε και άλλες προτεραιότητες όσον αφορά τα έργα (ποιο θα γίνει πιο γρήγορα και ποιο αργότερα), αλλά και ποιες περιφέρειες θα είχαν περισσότερα οφέλη από άλλες. Αυτά τα γεγονότα όμως είχαν και έχουν και μιαν άλλη παράμετρο που σχετίζεται με τη στάση της ΕΕ απέναντι στην Ελλάδα. Αφού κάθε κυβέρνηση εξέθετε την προηγούμενη, εξετίθετο ταυτόχρονα και η χώρα, δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα της (τότε) ΕΟΚ και της (τώρα) ΕΕ «δεν ξέρουν κυβερνήσεις αλλά χώρες-μέλη». Αυτό ίσχυε από την εποχή των ΜΟΠ και ισχύει και τώρα.


* Πόσα εισπράττουμε


Ποιο είναι όμως το «δούναι και λαβείν» με την ΕΟΚ και την ΕΕ; Τι ποσά δικαιούταν να εισπράττει η Ελλάδα και πόσα τελικά εισέπραττε; Γιατί «εφηύραμε» τα έργα-γέφυρες; Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα είχε υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση και χρηματοδότηση το Μνημόνιο τον Μάρτιο του 1982, το οποίο, έναν χρόνο αργότερα, έγινε αποδεκτό. Η συμφωνία μεταξύ τής τότε ελληνικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι η κοινοτική συμμετοχή στα λεγόμενα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) θα έφθανε τα περίπου 2,5 δισ. ECU (νομισματική μονάδα της οποίας η ισοτιμία καθορίστηκε το 1999 σε 1 ευρώ). Η διάρκεια εφαρμογής των ΜΟΠ καθορίστηκε για τα έτη 1986-1989, αλλά παρά τις μεγάλες ανάγκες της χώρας τα έργα των προγραμμάτων δεν προχώρησαν ικανοποιητικά, με εξαίρεση το ολοκληρωμένο πρόγραμμα της Κρήτης. Οι καθυστερήσεις που σημειώθηκαν υποχρέωσαν τις δύο πλευρές να συμφωνήσουν ότι όσα κεφάλαια δεν απορροφήθηκαν θα πρέπει να ενσωματωθούν στο πρώτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (Α´ ΚΠΣ).


Για το Α´ ΚΠΣ (1989-1993) η κοινοτική συμμετοχή καθορίστηκε σε περίπου 7,2 δισ. ECU. Στο ποσό αυτό θα έπρεπε να προστεθεί, σύμφωνα με τους αρχικούς υπολογισμούς, και η εθνική συμμετοχή και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, οπότε προβλεπόταν ότι τα έτη αυτά θα επενδύονταν συνολικά περισσότερα από 14,3 δισ. ECU. Δυστυχώς όμως ο «λογαριασμός» του Α´ ΚΠΣ «χάθηκε καθ’ οδόν». Οπως διαπιστωνόταν σε εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΟΚ, αλλά και σε εκθέσεις τού τότε υπουργείου Οικονομίας κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο εφαρμογής του Α´ ΚΠΣ έγιναν αρκετές παρατυπίες, ενώ ορισμένα κεφάλαια «μεταφέρθηκαν» στο Β´ ΚΠΣ (1994-1999) λόγω των καθυστερήσεων που είχαν σημειωθεί στην εκτέλεση των έργων.


Το Β´ ΚΠΣ άρχιζε με καλύτερους οιωνούς, αλλά και πάλι υπήρξαν σημαντικά προβλήματα στην εφαρμογή του, δεδομένου ότι η ελληνική διοίκηση δεν είχε ακόμη προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα των αυστηρών κοινοτικών κανόνων διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών. Οι προϋπολογισθείσες κοινοτικές δαπάνες για τη δεύτερη προγραμματική περίοδο θα έφθαναν τα 13,9 δισ. ECU (σε τιμές 1994), ενώ η ιδιωτική συμμετοχή προϋπολογίστηκε σε 8,6 δισ. ECU. Επρόκειτο φυσικά για ένα υπεραισιόδοξο σενάριο το οποίο διαψεύστηκε, αφού τελικά η ιδιωτική συμμετοχή δεν ξεπέρασε τα 3,5 δισ. ECU. Ούτως ή άλλως οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση των έργων είχαν τα γνωστά αποτελέσματα. Οσα έργα καθυστερούσαν «βαπτίστηκαν» ως «έργα-γέφυρες» και η εκτέλεσή τους αναβλήθηκε για το Γ´ ΚΠΣ. Ωστόσο, παρά τις όποιες αδυναμίες αναγνωρίζεται ότι «κατά την περίοδο εφαρμογής του Β´ ΚΠΣ, η βελτίωση των συνθηκών της ελληνικής οικονομίας και τα μέτρα για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας και διαρθρωτικών αλλαγών καθώς και η συμβολή του ίδιου του Β´ ΚΠΣ δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη απόδοση της αναπτυξιακής προσπάθειας της χώρας η οποία συνεχίζεται και κατά την περίοδο 2000-2006», όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του υπουργείου Οικονομίας.


Πάντως, μια αντικειμενική εικόνα των αποτελεσμάτων του Β´ ΚΠΣ μπορούμε να έχουμε από την Ειδική Εκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΕ για την εκ των υστέρων αξιολόγηση των προγραμμάτων 1994-1999, που δημοσιεύθηκε στις 12.12.2006. Στην έκθεση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι για το Β´ ΚΠΣ διατέθηκαν τελικά 14.333 εκατ. ευρώ (όσα και για την Πορτογαλία) και ότι δημιουργήθηκαν 400.000 θέσεις εργασίας. Επίσης ότι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα ήταν χαμηλότερη των προσδοκιών, αφού η κατά κεφαλήν δαπάνη δεν ξεπέρασε τα 396 ευρώ, τοποθετώντας έτσι την Ελλάδα στην 7η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.


Οσον αφορά το Γ´ ΚΠΣ (η εφαρμογή του οποίου συνεχίζεται), η κοινοτική συμμετοχή καθορίστηκε στα 22,7 δισ. ευρώ και η ιδιωτική συμμετοχή αρχικά στα 15 δισ. ευρώ και στη συνέχεια στα περίπου 10,7 δισ. ευρώ. Η εικόνα με το Γ´ ΚΠΣ είναι πιο καθαρή, δεδομένου ότι γύρω από τις επιλογές έργων, τις χρηματοδοτήσεις τους, τους ελέγχους των δαπανών κτλ. έχουν γίνει πολλές συζητήσεις, οι οποίες και συνεχίζονται. Το Γ´ ΚΠΣ ξεκίνησε με τα έργα-γέφυρες από το Β´ ΚΠΣ και με πολύ φιλόδοξους στόχους. Θετικό επίσης είναι το γεγονός ότι με την έναρξη της τρίτης προγραμματικής περιόδου η Ελλάδα εισέπραξε το 7% του συνόλου των χρηματοδοτήσεων. Ωστόσο έγιναν και στην προκειμένη περίπτωση αρκετά λάθη και παραλείψεις, κυρίως όσον αφορά τον σχεδιασμό της αναπτυξιακής πολιτικής, αλλά παρ’ όλα αυτά έγιναν έργα που καθυστερούσαν επί δεκαετίες. Δυστυχώς όμως και η πορεία του Γ´ ΚΠΣ ανεκόπη λόγω της αλλαγής της κυβέρνησης στις 7 Μαρτίου 2004, η οποία προχώρησε σε «απογραφή» και χωρίς να διαπραγματευθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περικοπές των δαπανών. Το Γ´ ΚΠΣ υπέστη αρκετές περικοπές, μεταφορές κεφαλαίων από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, τρεις αναθεωρήσεις και παρ’ όλα αυτά οι νέες απώλειες πόρων είναι δεδομένες. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι με βάση τις ανάγκες της χώρας σε υποδομές, τεχνολογία και έρευνα, κατάρτιση και επαγγελματική εκπαίδευση, αναβάθμιση ανθρωπίνου δυναμικού κτλ. θα έπρεπε να είχαν συμβολαιοποιηθεί όλα τα έργα, όπως άλλωστε ορίζει και η συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της ΕΕ. «Αντ’ αυτού» όμως οι νομικές δεσμεύσεις (συμβολαιοποίηση μεταξύ Δημοσίου και φορέων εκτέλεσης των έργων) βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα. Για μεν το εθνικό σκέλος το ποσοστό δεσμεύσεων περιορίζεται στο 83%, για δε το περιφερειακό στο 87%. Οι «επιδόσεις» αυτές είναι χαμηλότερες και από τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις, αλλά και χαμηλότερες απ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η κατάσταση με το Γ´ ΚΠΣ είναι χειρότερη απ’ ό,τι φαίνεται, διότι οι απορροφήσεις κεφαλαίων μόλις ξεπερνούν το 50% των όσων θα έπρεπε να είναι. Τώρα, από το Γ´ ΚΠΣ θα έπρεπε να έχουν απομείνει για απορρόφηση «κάτι υπόλοιπα», και όμως βρίσκονται στον αέρα περισσότερα από 10 δισ. ευρώ.


Και ενώ το Γ´ ΚΠΣ αντιμετωπίζει τα ανωτέρω προβλήματα, η προεργασία για το Δ´ ΚΠΣ (του λεγόμενου Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς, ΕΣΠΑ) καθυστερεί. Βέβαια η κυβέρνηση διαβίβασε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα κείμενο 152 σελίδων, το ενδιαφέρον του οποίου εντοπίζεται κυρίως στις αναφορές για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.


* «Μακρός ο δρόμος»


Οι αναφορές δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει να διανύσει μακρό δρόμο προς την ανατροφοδοτούμενη ανάπτυξη, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα περίπου 20 δισ. ευρώ της κοινοτικής συνδρομής για τα έτη 2007-2013. Επίσης αναφέρεται ότι δεν είναι επαρκής η πρόοδος σε θέματα αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, της οργάνωσης των αγορών προϊόντων και των συντελεστών παραγωγής και ότι το επίπεδο ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας παραμένει συγκριτικά χαμηλό, γεγονός που υπονομεύει την εξασφάλιση συνθηκών αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version