Τα διαζύγια, η συμφιλίωση και ο νέος έρωτας
Τελικώς η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά! Πέρυσι ο Μπομπ Ντίλαν, εφέτος ο Ρόμπερτ Πλαντ. Κάτι συμβαίνει στα γερόντια της ροκ, πιθανότατα κάποιον κρυφό άσο έκρυβαν στα μανίκια τους ή έχουν ανακαλύψει κάποια μαγική συνταγή ώστε οι νέες κυκλοφορίες τους όχι μόνο να συναγωνίζονται τους νεότερους της δισκογραφίας αλλά με διαφορά να υπερέχουν σε ό,τι καταπιάνονται τελευταίως. Το 2007 μουσικά θα χαρακτηριστεί από τις δραστηριότητες του Ρόμπερτ Πλαντ είτε μέσω της πολυπόθητης και πολυσυζητημένης επανασύνδεσης των Led Zeppelin είτε κυρίως μέσω του άλμπουμ «Raising Sand», μιας απροσδόκητης συνεργασίας του με τη νέα ιέρεια της κάντρι και πιο συγκεκριμένα του blue grass Αλισον Κράους, το οποίο σύσσωμος ο ξένος Τύπος έχει χαρακτηρίσει «άλμπουμ της χρονιάς».
Και ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ως μια απολύτως συντονισμένη κίνηση από τον άλλοτε αυτοαποκαλούμενο «χρυσό θεό της ροκ», η αλήθεια απέχει πολύ από κάτι τέτοιο. Μόλις πριν από μερικούς μήνες στις συνεντεύξεις που έδινε – ανάμεσά τους και αυτή στο «Βήμα» – διερρήγνυε τα ιμάτιά του ότι επανασύνδεση των Led Zeppelin δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Και φυσικά τον πιστεύαμε αφού για δεκαετίες δεν έπαιζε καν τα τραγούδια τους στις σόλο εμφανίσεις του δείχνοντας εμφανώς τη διάθεσή του να αποσυνδέσει την προσωπική καριέρα του από τη «χρυσή» εποχή του συγκροτήματός του. Και πάλι όμως κάνει τη διαφορά αφού δεν πρόκειται για μια περιοδεία, όπως συνέβη με τόσο πολλούς όπως οι Police πρόσφατα, η οποία αναμφίβολα θα είχε τεράστια απήχηση, αλλά στην περίπτωση των Zeppelin για μια συναυλία που θα δουν αποκλειστικά και μόνο 20.000 άνθρωποι.
Το χθες και…
Ο Ρόμπερτ Πλαντ υποστηρίζει ότι ο λόγος που αναθεώρησε είναι γιατί «οφείλαμε τόσο σε εμάς όσο και στο κοινό μια “μεγάλη τελευταία συναυλία”». Αλλά και γιατί, όπως τόνισε στο BBC, κλείνουν τα 40 χρόνια από τη δημιουργία του γκρουπ και την ίδια χρονιά έφυγε ο άνθρωπος που τους ανακάλυψε, ο σπουδαίος παραγωγός και ιδιοκτήτης της Atlantic Records Αχμέτ Ερτεγκάν, γνωστός και ως «ο Τούρκος» στη μουσική βιομηχανία. Εδώ να πούμε ότι το συγκρότημα διαλύθηκε το 1980, αμέσως μετά τον θάνατο του ντράμερ Τζον Μπόναμ, και έκτοτε έχει πραγματοποιήσει τρεις επανασυνδέσεις. Η πρώτη έγινε το 1985 με αφορμή το Live Aid, όπου τη θέση του ντράμερ κατέλαβαν ο Φιλ Κόλινς και ο Τόνι Τόμσον των Chic. Δεν άρεσε όμως καθόλου στα τρία εναπομείναντα μέλη Ρόμπερτ Πλαντ, Τζίμι Πέιτζ και Τζον Πολ Τζόουνς. Ζήτησαν μάλιστα να μη συμπεριληφθεί η εμφάνισή τους στο σχετικό DVD. Η δεύτερη έγινε με αφορμή τη θεματική σειρά του MTV «Unplugged Series», χωρίς όμως τον μπασίστα Τζον Πολ Τζόουνς, και το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν το λάιβ άλμπουμ και DVD «No Quarter». Οι δυο τους συναντήθηκαν τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1998, για το άλμπουμ «Walking Into Clarksdale». Η τρίτη συνάντηση των τριών έγινε το 1995 με αφορμή την ένταξη των Led Zeppelin στο Rock and Roll Hall of Fame και μάλιστα ο Τζον Πολ Τζόουνς είχε κάνει και ένα πικρό σχόλιο σχετικά με την απουσία του την προηγούμενη φορά λέγοντας: «Ευχαριστώ, φίλοι μου, που τελικώς θυμηθήκατε τον αριθμό του τηλεφώνου μου». Σε αυτή την τέταρτη τη θέση του ντράμερ θα καταλάβει ο γιος του Μπόναμ Τζέισον.
…το σήμερα
Κανένας, ούτε ο ίδιος ο Πλαντ, δεν περίμενε να πετύχει σε τέτοιον βαθμό η χημεία του με την Αλισον Κράους στο «Raising Sand». Στις συνεντεύξεις του σήμερα υποστηρίζει ότι τέτοιου είδους ρίσκα έπρεπε να τα κάνει 30 χρόνια πριν. Και έχει απόλυτο δίκιο. Τι αξία έχει να επαναλάβεις τις δόξες του παρελθόντος; Είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο ότι θα αποτύχεις. Ετσι στα σόλο άλμπουμ του, αν και και εμφανώς υπήρχε βελτίωση, ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει από το φάντασμα των Zeppelin. Στο «Raising Sand» ως διά μαγείας όλα άλλαξαν. Βρέθηκε στο στούντιο με έναν από τους σπουδαιότερους αμερικανούς παραγωγούς, τον Τ-Bone Burnett, με εξαιρετικούς μουσικούς όπως ο κιθαρίστας Μαρκ Ρίμποτ και φυσικά τη βιολονίστρια και κάτοχο μιας αγγελικής φωνής Αλισον Κράους. Οσοι αγάπησαν το σάουντρακ από την ταινία των αδελφών Κοέν «Oh Brother, Where Are Thou?» τη γνωρίζουν ήδη και την ακολουθούν σε κάθε δισκογραφικό βήμα της. Τραγούδια του Τομ Γουέιτς, του Τζιν Κλαρκ, των Every Brothers, της Σαμ Φίλιπς και του Τάουνς Βαν Ζαντ ενορχηστρώθηκαν από την αρχή, ο Πλαντ κατέβασε τους τόνους, η Κράους ανέβασε και η μαγεία επετεύχθη. Δεν είναι τυχαίο ότι πήγε στο Νο 2 των αμερικανικών τσαρτς από την πρώτη εβδομάδα γλιστρώντας με μαεστρία στον κλοιό του χιπ-χοπ που τα κυβερνά.
Η «κλειστή» συναυλία
Τη συναυλία των Zeppelin θα δουν αποκλειστικά και μόνο 20.000 άνθρωποι, η ζήτησή της έφτασε όμως στα ύψη αφού περισσότεροι από 1.000.000 άνθρωποι θέλησαν να την παρακολουθήσουν. Τελικώς όμως μόνο 20.000 φανατικοί θαυμαστές του αρχετυπικού χαρντ ροκ συγκροτήματος θα ξεκινήσουν εκείνες τις ημέρες από όλα τα μέρη του πλανήτη για να παρακολουθήσουν τη μοναδική συναυλία που φάνταζε ως σήμερα όνειρο και μόνο. Τα εισιτήριά της κοστίζουν 125 λίρες, οι τυχεροί προέκυψαν από κλήρωση και ως χώρος έχει επιλεχθεί το εντυπωσιακό Ο2 του Λονδίνου. Αρχική ημερομηνία είχε ορισθεί η 26η Νοεμβρίου, μετατέθηκε όμως στις 10 Δεκεμβρίου, αφού ο Τζίμι Πέιτζ έσπασε ένα δάχτυλο και θα χρειαστεί να αναρρώσει προκειμένου να μεγαλουργήσει στην κιθάρα.
Ξανά μαζί στο όνομα του χρήματος
Γιατί όλη αυτή η φασαρία τελικώς για τους Led Zeppelin; Μα γιατί φυσικά πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα και πιο εμπορικά συγκροτήματα στην ιστορία της μουσικής. Μαζί με τον Πρίσλεϊ, τους Μπιτλς και τον μεγαστάρ της κάντρι Γκαρθ Μπρουκς είναι τα μόνα ονόματα που έχουν ξεπεράσει σε πωλήσεις στις ΗΠΑ τα 100 εκατ. άλμπουμ. Το μυστικό της επιτυχίας τους δεν έγκειται φυσικά μόνο στο γεγονός ότι δημιούργησαν τον όρο χαρντ ροκ, που στην πορεία εξελίχθηκε σε χέβι μέταλ, αφού άλλωστε ως προς αυτό ευθύνονται και οι Black Sabbath, αλλά γιατί κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μουσικό υβρίδιο που συνδύαζε μοναδικά την αγάπη τους για το ροκ-εν-ρολ και τα μπλουζ με τον μυστικισμό της αγγλικής φολκ, της κέλτικης και της κλασικής μουσικής, με τη ρέγκε, την ποπ, τη σόουλ, το φανκ, ακόμη και την αραβική και την ινδιάνικη μουσική. Ενα δυνατό κοκτέιλ που έβαζε με τη μυθολογία των στίχων αλλά και με τη δεξιοτεχνία τόσο του Τζίμι Πέιτζ όσο και των υπολοίπων μουσικών σε μια διαφορετική τροχιά τη φαντασία εκατομμυρίων φίλων του ροκ που μιμούνταν κάθε κίνηση του Πέιτζ στην κιθάρα και κάθε τίναγμα του μαλλιού του Πλαντ την ώρα που έβγαζε τις περιβόητες κορόνες του σε τραγούδια-ύμνους πλέον όπως τα «Black Dog», «Stairway To Heaven», «Whole Lotta Love», «Kashmir» και «Dazed And Comfused». Ηδη κυκλοφορεί και μια νέα συλλογή με τίτλο «Mothership», που θα περιέχει τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας τους.
