«Π ρώτη φορά βλέπω τόσο πολλά λιοντάρια να διοικούνται από πρόβατα». Η φράση ανήκει σε γερμανό αξιωματικό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αναπαράγεται στον τίτλο (και στους διαλόγους) της τελευταίας ταινίας του Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Ενας καθηγητής κολεγίου (Ρέντφορντ) συζητεί με έναν από τους καλύτερους φοιτητές του ( Αντριου Γκάρφιλντ ), ο οποίος συμπεριφέρεται σαν να είναι ο χειρότερος. Μια φιλελεύθερη δημοσιογράφος ( Μέριλ Στριπ ) παίρνει συνέντευξη από έναν φιλόδοξο και πανέξυπνο ρεπουμπλικανό γερουσιαστή ( Τομ Κρουζ ), του οποίου οι προσωπικές πεποιθήσεις οδηγούν στο να ρισκάρει τις ζωές Αμερικανών.
Δύο αμερικανοί στρατιώτες ( Ντέρεκ Λιουκ και Μάικλ Πένια ) βρίσκονται ακινητοποιημένοι στη Μέση Ανατολή ύστερα από μια επιχείρηση που στράβωσε.
Οι παραπάνω σκηνικοί χώροι είναι αρκετοί για να ορίσουν την πορεία της τελευταίας ταινίας του Ρ. Ρέντφορντ «Λέοντες αντί αμνών» («Lions for lambs») που τον επανέφερε στη σκηνοθεσία επτά χρόνια μετά τον «Θρύλο του Μπάγκερ Βανς». Με δραματουργικό χρόνο μόλις ένα 24ωρο, κατά τη διάρκεια του οποίου οι τρεις ιστορίες αλληλοτέμνονται, ο Ρέντφορντ χωρίς ίχνος διδακτισμού ακτινογραφεί τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία και φωτογραφίζει το θολό πρόσωπό της. Δεν αναζητεί λύσεις στα σοβαρά προβλήματα που θίγει, αλλά προτείνει την αντιμετώπισή τους με ανάλογη σοβαρότητα. Οι «Λέοντες» μοιάζουν με απόσταγμα ουσίας της πρόσφατης ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών, οι διάλογοι υπενθυμίζουν στον θεατή το πώς η Αμερική έφτασε στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα. Το φιλμ αναρωτιέται γιατί οι νέοι αδιαφορούν για τη διαμόρφωση του μέλλοντος. Αναρωτιέται για το πόσο αληθινή είναι τελικά η ελευθερία των ΜΜΕ που, ενώ έχουν την ελευθερία του λόγου απέναντι στην πολιτική εξουσία, αυτοευνουχίζονται. Πόσο δίκιο μπορεί να έχει ο συντηρητικός γερουσιαστής; Κάθε άλλο παρά μονόπλευρα, ο Ρέντφορντ καταθέτει την επιχειρηματολογία όλων των πλευρών και χωρίς να την κρίνει αφήνει εμάς να αποφασίσουμε. Οι «Λέοντες αντί αμνών» είναι τρία μονόπρακτα-φιλέτα με πολύ καλές ερμηνείες, ιδίως από τον Κρουζ, ο ήρωας του οποίου μοιάζει με φυσική συνέχεια του πολεμοχαρούς Μάβερικ στο «Τοπ Γκαν».
«Υπάρχει μεγάλη ανασφάλεια για την εισπρακτική επιτυχία των πολιτικών ταινιών στις μέρες μας» είπε ο Ρέντφορντ, ο οποίος εξεπλάγη όταν διάβασε το σενάριο του άγνωστου Μάθιου Κάρναχαν. «Η ιδέα που με ιντριγκάρισε ήτανότι αυτές οι ιστορίες μπορούν να ενωθούν δραματουργικά ώστε να αναγκάσουν το κοινό να σκεφτεί πού στέκεται αυτή τη στιγμή». Ανέκαθεν πολιτικοποιημένος, ο Ρέντφορντ δελεάστηκε επίσης από την ιδέα μιας ταινίας με την προοπτική της αφύπνισης των νέων που δεν έχουν συνηθίσει να παρακολουθούν ταινίες οι οποίες διαπραγματεύονται σοβαρά ζητήματα, όπως συμβαίνει με τον ήρωα του Αντριου Γκάρφιλντ.
Σημαντικό ρόλο για την υλοποίηση των «Λεόντων» έπαιξε τόσο η συμμετοχή της Μέριλ Στριπ όσο και εκείνη του Τομ Κρουζ, που είχε εκφράσει ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη ταινία και τον ρόλο του γερουσιαστή. Οχι μόνον ως ηθοποιός αλλά και ως παραγωγός. Ο Κρουζ ήθελε το «Λέοντες αντί αμνών» να είναι η πρώτη παραγωγή που θα αναλάβει η ανανεωμένη πλέον United Αrtists: «Ενιωθα ότι πρέπει να γίνω αυτός ο τύπος,να κατανοήσω αυτά που γνωρίζει,να μπω βαθιά στον ψυχισμό και στον τρόπο σκέψης του». Ο Κρουζ πέρασε πολύ χρόνο μελετώντας τη σύγχρονη κυβέρνηση, την ιστορία της συντηρητικής σκέψης και τα τρέχοντα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Συνομίλησε με στελέχη υψηλών κυβερνητικών κλιμακίων «οι οποίοι ήταν πολύ ανοιχτοί και μοιράστηκαν μαζί μου τις απόψεις τους».
▅ Βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του δημοσιογράφου Ζαν Ντομινίκ Μπομπί, το γαλλόφωνο φιλμ «Το σκάφανδρο και πεταλούδα» («Le scaphandre et le papillon») του Αμερικανού Τζούλιαν Σνάμπελ αναφέρεται στον συγγραφέα, ο οποίος αν και παράλυτος σε όλο του το σώμα εκτός από το αριστερό μάτι, ανακάλυψε την ομορφιά και το νόημα μπροστά στον θάνατο. Ανοιγοκλείνοντας το βλέφαρο του ματιού του, ο Μπομπί υπαγόρευσε τις σκέψεις του και μέσα σε έναν χρόνο και κάτι ολοκλήρωσε το βιβλίο «Το σκάφανδρο και η πεταλούδα». Δέκα ημέρες μετά την έκδοσή του έφυγε από τη ζωή.
Αποφεύγοντας το μελόδραμα και με καλή αίσθηση του χιούμορ, ο Σνάμπελ χειρίζεται θαρραλέα το ριψοκίνδυνο θέμα του. Στενοχωριέσαι με την κατάσταση του Μπομπί αλλά ποτέ δεν σου επιτρέπει να του δείξεις οίκτο. Ο Ματιέ Αμαλρίκ υποδύεται τον συγγραφέα, όμως στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν βλέπουμε καν τον Μπομπί παρά μόνο όσα ο ίδιος βλέπει μέσω του αριστερού ματιού του.
«Η νύχτα μάς ανήκει» («We own the night»)
του Τζέιμς Γκρέι
Απογοήτευση προκάλεσε η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη της θαυμάσιας «Μικρής Οδησσού». Πομπώδες και αφελώς ηθικοπλαστικό, το φιλμ ασχολείται με τη «μεταμόρφωση» του «μαύρου προβάτου» ( Χοακίν Φίνιξ ) μιας οικογένειας αστυνομικών σε πολύ καλό και πολύ ηθικό υπερασπιστή του νόμου. Παρά το νεύρο ορισμένων σκηνών, όπως ένα κυνηγητό αυτοκινήτων υπό καταρρακτώδη βροχή και μια εισβολή της αστυνομίας σε άντρο κακοποιών, και παρά το πολύ ελκυστικό καστ ( Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ρόμπερτ Ντιβάλ,Εύα Μέντες – εικονίζεται με τον Φίνιξ) για να σωθεί η ταινία, που θυμίζει παραγωγή του αστυνομικού σώματος της Νέας Υόρκης!
«Επτά μέρες φαγούρα» («Τhe heartbreak kid»)
των Πίτερ και Μπομπ Φαρέλι
Εννέα χρόνια μετά τη μεγάλη επιτυχία τους, το «Κάτι τρέχει με τη Μαίρη», οι αδελφοί Φαρέλι, «άρχοντες» του σκατολογικού χιούμορ με στόχο την πολιτική ορθότητα, σκηνοθετούν και πάλι τον Μπεν Στίλερ (φωτογραφία) σε κάτι πιο «ανώδυνο» αλλά και πιο αδύναμο. Ο Στίλερ υποδύεται τον συμπλεγματικό εργένη που τελικά παντρεύεται τη λάθος γυναίκα ( Μαλίν Ακερμαν ) και στον μήνα του μέλιτος βρίσκει τη σωστή ( Μισέλ Μόνγκαν ). Ο κωμικός ηθοποιός παραμένει μετρ στις σκηνές αμηχανίας, αλλά η προβλέψιμη εξέλιξη της ιστορίας ανήκει στα μείον της. Η ταινία είναι ριμέικ μιας ξεχασμένης κωμωδίας του 1983 με τον Τσαρλς Γκρόντιν.
