Κ αλώς ήλθατε στον μαγευτικό κόσμο του «Λαβύρινθου του Πάνα» («Εl laberinto del Fauno»). Εναν κόσμο που φοβίζει, ίσως και να τρομάζει. Που εντυπωσιάζει και προκαλεί θαυμασμό και στο τέλος σε αφήνει χορτάτο. Που επιδιώκει (και τα καταφέρνει) να διατηρήσει το βλέμμα σου κολλημένο επί 119 λεπτά στην οθόνη. Η συναισθηματική ποικιλία είναι το μόνο βέβαιο ότι πηγάζει από τούτο το παραμυθένιο λούνα παρκ εικόνων και συναισθημάτων, την έκτη ταινία του μεξικανού σκηνοθέτη Γκιγέρμο ντελ Τόρο, η οποία εμφανίστηκε από το πουθενά στο περυσινό Φεστιβάλ των Καννών και να που σήμερα διεκδικεί έξι Οσκαρ.
Στην Ισπανία του 1944, και ενώ ο δικτάτορας Φράνκο βρίσκεται στην εξουσία μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ένας απάνθρωπος αξιωματικός ( Σέρχι Λόπες ) εγκαθίσταται στην επαρχία για να «καθαρίσει» την περιοχή από τους αντάρτες. Τον συνοδεύει η σύζυγός του και η κόρη της από προηγούμενο γάμο, η Οφέλια (Ιβάνα Μπακέρο ). Ξεφεύγοντας από την εφιαλτική πραγματικότητα της καινούργιας ζωής της, η τελευταία θα ανακαλύψει έναν υπόγειο κόσμο δίπλα στο νέο της σπίτι με φρουρό τον Πάνα, τον αρχαίο έλληνα θεό των βοσκών και των κοπαδιών, ο οποίος θα της ανοίξει την πόρτα σε ένα γοητευτικό μα επικίνδυνο βασίλειο…
Το βλέμμα της μικρής Οφέλια, παρατηρητικό, γεμάτο απορία, έκπληξη, φόβο και παιδικότητα, είναι ο σιωπηλός αλλά σταθερός ξεναγός μας μέσα στο δαιδαλώδες, σκοτεινό υπόγειο σύμπαν του Πάνα, μιας θεότητας που αντιπροσωπεύει τη Φύση ως «Ολον», το καλό και το κακό, χωρίς ηθική ισορροπία. Είναι το τρομακτικό βασίλειο της μαγείας κάτω από τον αληθινό, τον ρεαλιστικό επίγειο εφιάλτη, τον τρόμο του φασισμού.
Τα τέρατα στα έγκατα της γης (ή μήπως στο μυαλό της Οφέλια;) δεν είναι παρά μια μορφή άμυνας του παιδιού, η αποκρυστάλλωση της λαχτάρας της να ξεφύγει από την κακοφωνία της ζωής, να παραμείνει αθώα. Οση απώθηση και αν προκαλούν οι τερατώδεις μορφές του βασιλείου του Πάνα, φαντάζουν αμόλυντες μπροστά στα διαβρωμένα πρόσωπα των στρατιωτών του ανθρώπινου βασιλείου. Οσο ωριμάζει η γνωριμία της Οφέλια με τα τέρατα του βασιλείου του Πάνα τόσο πιο μακριά από τον επάνω κόσμο θέλει να βρεθεί. Πάνω σε αυτή την αντιπαράθεση ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο μεγαλουργεί με την πιο όμορφη αλληγορία που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Αφηγείται αβίαστα αλλά σταθερά την ιστορία του, πραγματικά σαν παραμύθι, σαν τη δική του «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», τη δική του «Αμελί», το δικό του «Μπλε βελούδο». Σύμβουλοί του η πηγαία, σχεδόν παιδική φαντασία του και βεβαίως οι συνεργάτες.
Τα ντεκόρ του Γιουτζένιο Καμπαλέρο θα τα ζήλευε ακόμη και ο Ρικ Χάιναξ, ο σκηνογράφος του Τιμ Μπάρτον στον «Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη», ο φωτογράφος Γκιγέρμο Ναβάρο παίζει στα δάχτυλα χρώματα, φωτισμούς και σκιές, συμβάλλοντας ενεργά στην ατμόσφαιρα αυτού του σκοτεινού κομψοτεχνήματος. Ακόμη και τα τέρατα του Πάνα, νεκροφιλικές, χλωμές φιγούρες εμπνευσμένες από πίνακες του Γκόγια, ενώ σε κανονικές περιστάσεις θα σε έκαναν να αλλάξεις πεζοδρόμιο, εδώ σε αναγκάζουν να τους προσφέρεις τη συμπάθειά σου.
Ταινίες όπως ο «Λαβύρινθος του Πάνα» μάς υπενθυμίζουν ότι το σινεμά παραμένει μια τέχνη που έχει πολλά ακόμη να προσφέρει. Που μπορεί ακόμη, αν πραγματικά το θέλει, να ανοίξει παράθυρα στη φαντασία μας. Να γίνει μια απολαυστική πανδαισία εικόνων, ένα σταυρόλεξο ιδεών, ένα σιντριβάνι από φαντασία που σε συνεπαίρνει, σε υπνωτίζει, σε εμψυχώνει, σε προβληματίζει και σε γεμίζει. Οσο περισσότερο τη σκέφτεσαι τόσο περισσότερο σου αρέσει, τόσο θέλεις να την ξαναδείς.
