Τη «μαφία των Ζωνιανών» πρόδωσαν ένα… ανταλλακτικό αυτοκινήτου, ένα μπλακάουτ στο χωριό και οι καταθέσεις τριών υπαλλήλων μιας αντιπροσωπείας ΙΧ. Στη συμμορία των ορεσίβιων κακοποιών συμμετείχαν τουλάχιστον είκοσι άτομα, τα οποία δρούσαν με στρατιωτική πειθαρχία και πιθανόν συμμετείχαν και σε σειρά άλλων ληστρικών επιθέσεων από τις αρχές του 2006, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν εξιχνιαστεί. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από το περιεχόμενο της ογκώδους δικογραφίας για τη δράση της κρητικής μαφίας, την οποία αποκαλύπτει σήμερα «Το Βήμα της Κυριακής». Η πολυποίκιλη δραστηριότητα και οι διασυνδέσεις της «μαφίας του Μυλοποτάμου» απασχόλησαν για πολλές εβδομάδες το πανελλήνιο, ύστερα από την αιματηρή επίθεση εναντίον πομπής αστυνομικών οχημάτων, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ειδικού φρουρού Στάθη Λαζαρίδη. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου διατυπώθηκαν εικασίες και υπόνοιες για τις ενέργειες και τις διασυνδέσεις των κακοποιών, αλλά και για τις κινήσεις των αστυνομικών.
Για περίπου δυόμισι μήνες, μια ομάδα περίπου είκοσι αξιωματικών, με υπευθύνους τους κκ. Στέλιο Σύρρο, Λάμπρο Παππά, Γιάννη Ραχωβίτσα, Γιώργο Γαλιάτσο, Ιωσήφ Καμπανάκη (πρόκειται για αναλυτή πληροφοριών που χρησιμοποιεί το ειδικό λογισμικό «Ι2»), επιχειρούσαν να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία για τους εμπλεκομένους στην επίθεση κατά των αστυνομικών, αλλά και σε άλλες εγκληματικές ενέργειες.
Σύμφωνα με το 57σέλιδο διαβιβαστικό έγγραφο, το οποίο συνέταξε η ΕΛ.ΑΣ. στις 23 Ιανουαρίου 2008, στον κύκλο του αίματος συμμετείχαν δεκαοκτώ άτομα, τα ονόματα των οποίων καταγράφονται στη δικογραφία ένα προς ένα. Υπήρχαν ωστόσο και άλλοι συνεργοί, οι οποίοι δεν έχουν μέχρι στιγμής προσδιοριστεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι δώδεκα από αυτούς μοιράζονται σε δύο οικογένειες των Ζωνιανών, από έξι στην καθεμία. Ως αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης προσδιορίζεται ένας 36χρονος (μέλος μιας από τις δύο οικογένειες) που έχει το παρατσούκλι ο… «Τζίτζικας».
Το διαβιβαστικό έγγραφο της Αστυνομίας ξεκινά με την επίσημη… ομολογία της αδυναμίας της ΕΛ.ΑΣ. τα τελευταία χρόνια να ελέγξει τη συμμορία των Ζωνιανών. Οπως σημειώνεται «η παραπάνω ομάδα, εκμεταλλευόμενη το δυσπρόσιτο του ορεινού όγκου του Ψηλορείτη και κυρίως το “άβατο” που είχε δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια από την απουσία της Αστυνομίας, αλλά και γενικότερα της συντεταγμένης πολιτείας και κάθε μορφής νομιμότητας, διενεργούσε μεγάλης κλίμακας εμπόριο όπλων και πυρομαχικών, καλλιεργούσε ινδική κάνναβη την οποία στη συνέχεια εμπορευόταν, μαζί με άλλα σκληρά ναρκωτικά, όπως κοκαΐνη κτλ.».
Τα μέλη της συμμορίας χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους κωδικούς, καθώς και συσκευές ασυρμάτων προκειμένου να ενημερώνονται όχι μόνο για τις κινήσεις της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και για το Λιμενικό και για την… Πυροσβεστική.
Στη δικογραφία επισημαίνεται ότι «έναυσμα» της αιματηρής σύγκρουσης με την Αστυνομία ήταν η σύλληψη από αστυνομικούς του Ρεθύμνου δύο μελών της συμμορίας, στις 2 Νοεμβρίου 2007, για διακίνηση ναρκωτικών. Ο ένας από τους δύο δράστες κατόρθωσε να διαφύγει (αργότερα παραδόθηκε οικειοθελώς) έπειτα από επέμβαση άλλων συνεργών του, οι οποίοι επιτέθηκαν κατά των αστυνομικών στις περιοχές «Αγαλμα του Νιώτη» και «Γέφυρα του Φονιά» – όπως σημειώνεται στα έγγραφα -, της ευρύτερης περιοχής του Μυλοποτάμου.
Πρώτο βήμα των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. στην προσπάθεια εντοπισμού των μελών της «μαφίας των Ζωνιανών» ήταν να άρουν το απόρρητο των επικοινωνιών και να προσδιορίσουν (μέσω των καταγραφών των κεραιών της κινητής τηλεφωνίας) ποιοι Ζωνιανοί βρίσκονταν στο σημείο όπου επιχειρήθηκε, στις 2 Νοεμβρίου 2007, η διαφυγή του συλληφθέντος για τα ναρκωτικά. Και εκεί δημιουργήθηκε ο πρώτος κύκλος των υπόπτων.
Ακολούθησε, το πρωί της 5ης Νοεμβρίου 2007, η γνωστή αστυνομική επιχείρηση στα Ζωνιανά που οδήγησε στην αιματηρή ενέδρα.
Οπως επισημαίνεται λοιπόν στο έγγραφο της Αστυνομίας «η επίθεση ήταν στρατιωτικά οργανωμένη με διασταυρούμενα πυρά, προμελετημένη και στοχευμένη κατά των επιχειρούντων αστυνομικών. Οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν ακροβολισμένοι και καλυμμένοι σε επίκαιρα, στρατηγικά επιλεγμένα, σημεία στα πρώτα σπίτια του χωριού προς την πλευρά του σπηλαίου Σφενδόνι και του κέντρου διασκέδασης με την επωνυμία “Ρίζες”».
Από το σημείο της επίθεσης οι αστυνομικοί, μόλις… κατέλαβαν τα Ζωνιανά, μάζεψαν 22 κάλυκες, 36… γόπες τσιγάρων και μια μάλλινη κουκούλα που έστειλαν στα εγκληματολογικά εργαστήρια. Επιπλέον οι αστυνομικοί επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους σε εννέα όπλα που βρέθηκαν στις 8 Δεκεμβρίου 2007 σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι κοντά στα Ζωνιανά. Στα φυσίγγια που μαζεύτηκαν από το σημείο όπου στήθηκε η αιματηρή ενέδρα, αλλά και στα όπλα που εντοπίστηκαν στο εγκαταλελειμμένο σπίτι ανακαλύφθηκαν τα αποτυπώματα αλλά και δείγματα DNA πολλών εκ των μετέπειτα συλληφθέντων.
Η έρευνα όμως της Αστυνομίας για να προσδιορίσει την εμπλοκή των προσώπων στην ενέδρα περιείχε και άλλες μεθόδους. Και πρώτα από όλα την κατάρριψη των άλλοθι των υπόπτων.
Πολλοί από αυτούς υποστήριξαν ότι την ώρα της επίθεσης… έβοσκαν πρόβατα γύρω από το χωριό ή ότι ήταν σε κάποια από τα καφενεία των Ζωνιανών. Αυτά όμως τα άλλοθι καταρρίπτονταν από άλλες μαρτυρίες κατοίκων, από συγγενείς τους ή ακόμη και από το «στίγμα» που έδιναν τα κινητά τους στις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν οι αστυνομικοί για το άλλοθι που προέβαλλαν τρεις από τους βασικούς υπόπτους, οι οποίοι υποστήριξαν ότι την ώρα της επίθεσης βρίσκονταν για συναλλαγή τους σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στο Ηράκλειο. Το άλλοθί τους φαινόταν ισχυρό, αφού το επιβεβαίωναν οι υπάλληλοι της αντιπροσωπείας, ενώ παρουσίαζαν και σχετικό παραστατικό με τη συναλλαγή εκείνης της ημέρας. Οι αστυνομικοί ωστόσο από τις καταγραφές της κινητής τηλεφωνίας και από άλλες πληροφορίες θεωρούσαν βέβαιο ότι τα τρία αυτά πρόσωπα συμμετείχαν στην αιματηρή ενέδρα κατά των αστυνομικών και το άλλοθί τους ήταν «ψεύτικο».
Επέμειναν και ζήτησαν νεώτερη κατάθεση από τους υπαλλήλους της αντιπροσωπείας, οι οποίοι παραδέχθηκαν ότι «η συναλλαγή έγινε την επόμενη ημέρα της επίθεσης, δηλαδή την Τρίτη 6 Νοεμβρίου. Οι κακοποιοί των Ζωνιανών τους απείλησαν και αναγκάστηκαν να αλλοιώσουν τα σχετικά παραστατικά και να πουν αρχικά ότι η συναλλαγή έγινε την προηγούμενη ημέρα ώστε να αποκτήσουν άλλοθι».
Ο νομικός κ. Δ. Βέρρας, συνήγορος πέντε εκ των κατηγορουμένων για την υπόθεση αυτή, παραδέχεται ότι «η έρευνα της αστυνομίας όσον αφορά τη συλλογή του αποδεικτικού υλικού ήταν μεθοδική, συνεχής και συστηματική. Είναι από τις λίγες φορές που η Αστυνομία δείχνει υψηλή επαγγελματική συμπεριφορά. Ομως ένα μέρος του αποδεικτικού υλικού στηρίζεται για κάποιους κατηγορουμένους μόνο σε τηλεφωνικές κλήσεις και σε αποτυπώματα επί κινητών αντικειμένων. Εχω την πεποίθηση ότι αυτά τα στοιχεία δεν δείχνουν με βεβαιότητα την ενοχή των κατηγορουμένων και θα αμφισβητηθούν στο δικαστήριο».
ΕΡΕΥΝΕΣ Τα επιβαρυντικά ευρήματα της Αστυνομίας
Οι αστυνομικοί συγκέντρωσαν επιβαρυντικά στοιχεία για τους άγνωστους κατόχους μεγάλης ποσότητας όπλων και ναρκωτικών που βρέθηκαν στις 23 Νοεμβρίου 2007 σε αγροτική περιοχή κοντά στα Ζωνιανά. Η Αστυνομία ανακάλυψε τον… κάτοχο του μικρού οπλοστασίου από ένα ηλεκτρoνικό εξάρτημα αυτοκινήτου που βρέθηκε στο σημείο εκείνο, ανάμεσα στα όπλα και στα ναρκωτικά. Διενεργήθηκε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι το εξάρτημα – που είχε συγκεκριμένο κωδικό – ανήκε στο αυτοκίνητο μάρκας BMW ενός από τους βασικούς υπόπτους.
Επιπλέον, στην κατοχή άλλου υπόπτου βρέθηκε λίστα που περιελάμβανε αστυνομικές υπηρεσίες του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου, όπου δίπλα υπήρχαν κωδικοποιημένοι αριθμοί και γράμματα, φωτογραφίζοντας τις σχέσεις και τη συνεργασία με αστυνομικούς και το γιατί τόσα χρόνια κατάφερνε να επιβιώνει και να αναπτύσσεται το… πριγκιπάτο της ανομίας.
Τέλος, σειρά επιβαρυντικών στοιχειών για τους κατηγορουμένους προέκυψε από την εξέταση ενός περιστατικού που σημειώθηκε στις 16 Απριλίου 2007, οπότε άγνωστοι δράστες πυροβόλησαν τον μετασχηματιστή της ΔΕΗ με αποτέλεσμα να διακοπεί για αρκετές ώρες η παροχή ρεύματος στην περιοχή των Ζωνιανών. Οι υπάλληλοι της ΔΕΗ οι οποίοι αποκατέστησαν τη ζημιά είχαν μαζέψει κάλυκες από το σημείο, οι οποίοι «ταυτοποιήθηκαν» με τα ευρήματα της αιματηρής επίθεσης κατά των αστυνομικών.
