”Να πάρουμε τον βαθμό για να τελειώνουμε…”
Ενα ματς, 90 λεπτά, ένας βαθμός, μια πρόκριση. Ο Χουάν Ραμόν Ρότσα δεν… κολύμπησε στα νερά του Ατλαντικού και της Μεσογείου για να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1995 (όπως είχε «υποσχεθεί») ύστερα από τη νίκη (1-0) του Παναθηναϊκού με το γκολ του Δημήτρη Μάρκου και την αξέχαστη εμφάνιση του Γιόζεφ Βάντσικ κάτω από τα δοκάρια. Ούτως ή άλλως όμως το «Ντας Αντας» μόνο καλές αναμνήσεις έχει αφήσει στους φίλους του Τριφυλλιού… Υπό τις οδηγίες ενός άλλου λατινοαμερικάνου προπονητή, του Σέρχιο Μαρκαριάν, οι Πράσινοι θα βρεθούν μεθαύριο ενώπιος ενωπίω με τη μεγάλη ευρωπαϊκή πρόκληση, επτά χρόνια μετά. Το πρωτάθλημα ήταν και παραμένει ο βασικός στόχος, αλλά η ευρωπαϊκή αύρα δεν έχει σβήσει, το ευκταίο μοιάζει πολύ κοντινό έπειτα από τις δύο νίκες επί της Σπάρτα Πράγας και τα «όλε – όλε» αυτή τη φορά μπορούν να ακουστούν και με ισοπαλία. Ο «ρούκι» στη διοργάνωση Σωτήρης Κυργιάκος και ο εσχάτως… πολιτογραφηθείς Πορτογάλος (ως παίκτης της Σπόρτινγκ Λισαβόνας) Δημήτρης Ναλιτζής μιλούν στο «Βήμα» για την αναμέτρηση της Τρίτης.
Για τον Σωτήρη Κυργιάκο το καλοκαίρι του 2001 δύσκολα θα βρει όμοιό του. Ο διεθνής με την Εθνική Ελπίδων κεντρικός αμυντικός μεταπήδησε από τον Αγιο Νικόλαο στον ΟΦΗ, αλλά προτού προλάβει να φορέσει τη φανέλα του σε επίσημο ματς ήρθε το σήμα από τον «μεγάλο αδελφό»: αποψιλωμένος στα μετόπισθεν από τους τραυματισμούς των Γιάννη Γκούμα και Λεωνίδα Βόκολου, ο Παναθηναϊκός αναζητούσε στήριγμα για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ στο πρόσωπο του υψηλόσωμου νεαρού.
Από τότε πέρασαν έξι μήνες και ο Κυργιάκος όχι μόνο καθιερώθηκε στην πράσινη ενδεκάδα και περπάτησε όλον τον δρόμο στην κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση, αλλά κλήθηκε και έπαιξε στην Εθνική Ανδρών. Και τώρα, στο Οπόρτο;
– Νιώθεις ότι έχετε φτάσει στην πηγή και απομένει να… σκύψετε και να μαζέψετε το νερό;
«Αν δεν πάρουμε ένα βαθμό στα τελευταία δύο παιχνίδια θα πάει χαμένη όλη η προσπάθεια των προηγούμενων μηνών. Αν παίξουμε όμως έτσι όπως παίζουμε πάντα στα ματς του Τσάμπιονς Λιγκ και με τη βοήθεια του Θεού θα το πάρουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε».
– Η αίσθηση που επικρατεί στην ομάδα είναι ότι η πρόκριση οριστικοποιείται στην Πορτογαλία;
«Φυσικά! Να πάρουμε ένα βαθμό, να τελειώνουμε. Τι να κάνουμε, να περιμένουμε το ματς με τη Ρεάλ; Είδαμε τι έγινε στο Οπόρτο που όλοι έλεγαν ότι θα χάσουν οι Ισπανοί. Στο ποδόσφαιρο δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα γίνει. Μπάλα είναι και γυρίζει, που λένε. Εχουμε δείξει ότι μπορούμε να παίρνουμε τα αποτελέσματα που θέλουμε ακόμη και σε εκτός έδρας παιχνίδια και αυτό θα πάμε να κάνουμε».
– Με την κλασική συνταγή του συστήματος 3-5-2;
«Ο προπονητής αποφασίζει γι’ αυτό. Δεν έχω πρόβλημα ούτε στο 4-4-2 ούτε με αυτό το σύστημα που παίζουμε στο Τσάμπιονς Λιγκ».
– Πού αποδίδεις αυτή την αποφασιστικότητα, τη σιγουριά για θετικό αποτέλεσμα που εμπνέετε όταν παίζετε σε αυτή τη διοργάνωση;
«Το γήπεδο της “Λεωφόρου” παίζει βασικό ρόλο. Ο κόσμος είναι φανταστικός, μας μεταδίδει πριν από την έναρξη των αγώνων την αίσθηση ότι θα νικήσουμε. Ακόμη και όταν αυτό δεν συνέβη, στο ματς με την Πόρτο, μας χειροκροτούσαν. Ξέρουμε ότι παίζουμε με καλές ή και με πολύ μεγάλες ομάδες, ο ένας παίκτης βοηθάει τον άλλο, ο προπονητής είναι δίπλα μας συνέχεια και αυτό “βγαίνει” στο γήπεδο».
– Αυτές οι επιτυχίες όμως στο Τσάμπιονς Λιγκ έμειναν σταθερός παρονομαστής, ακόμη και όταν άλλαξαν παίκτες, ακόμη και με διαφορετικούς προπονητές. Αναστασιάδης, Αποστολάκης, Κυράστας, Μαρκαριάν…
«Ως πέρυσι δεν μπορούσα να έχω γνώμη, εφέτος όμως κατάλαβα ότι όλα οφείλονται στη νοοτροπία της ομάδας, στην αίσθηση της φανέλας του Παναθηναϊκού. Αν αγωνιζόμουν σε άλλη μεγάλη ελληνική ομάδα, είτε στον Ολυμπιακό, ο οποίος συμμετέχει στο Τσάμπιονς Λιγκ, είτε στην ΑΕΚ, η οποία έχει πάρει σημαντικές προκρίσεις στο Κύπελλο UEFA, δεν θα είχα την ευκαιρία να ζήσω τέτοιες εμπειρίες, τέτοιες στιγμές. Νιώθουμε ότι αγωνιζόμαστε σε μια ομάδα που δεν είναι μόνο μεγάλη στη χώρα της αλλά “μετράει” πολύ και στην Ευρώπη, όπου την ξέρουν και την υπολογίζουν όλοι. Αυτό μας δίνει αυτοπεποίθηση».
– Πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμοστείς από τη Β’ Εθνική στο Τσάμπιονς Λιγκ και από το γηπεδάκι του Αγίου Νικολάου στο «Μπερναμπέου», στο «Χάιμπουρι» και στο «Αουφσάλκε Αρίνα»;
«Καθόλου εύκολο, αλλά είχα τη στήριξη και τη βοήθεια των προπονητών και των συμπαικτών μου. Είχα και έχω καλούς δασκάλους, αλλά και εγώ είμαι… καλός μαθητής. Ο Ρενέ (σ.σ.: Χένρικσεν) είναι 32 ετών, εγώ είμαι 22, έτσι είναι οι ρόλοι. Η γλώσσα του ποδοσφαίρου όμως είναι μία, δεν χρειάζονται πολλές λέξεις. Τώρα συνεννοούμαστε με τα μάτια μέσα στο γήπεδο».
– Ο Χένρικσεν φωνάζει στα ελληνικά;
«Ναι, ξέρεις τώρα… “Βγες”, “παρ’ τον”, “διώξε”, “έρχεται”, “πίσω σου”, τέτοια. Και ο Γκούμας με έχει βοηθήσει πολύ».
– Νιώθεις περισσότερο τυχερός ή περισσότερο δικαιωμένος;
«Τυχερός ήμουν στην αρχή. Τώρα νιώθω δικαιωμένος περισσότερο για τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν. Τυχερός ήμουν στο πρώτο παιχνίδι, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία. Τότε ναι… Υστερα από 30 παιχνίδια στην εφετινή σεζόν όμως έχω αποδείξει ότι μπορώ να παίζω σε αυτή την ομάδα και αυτό είναι φοβερό αίσθημα».
