Η ΨΗΦΟΣ εμπιστοσύνης στους έλληνες προπονητές η οποία χαρακτήρισε την περίοδο που μόλις έληξε ανανεώνεται. Ο Παναθηναϊκός αντικατέστησε τον Γιάννη Κυράστα με τον Αγγελο Αναστασιάδη, όχι γιατί απέτυχε κάθε άλλο αλλά ίσως επειδή επρόκειτο για επιλογή του κ. Γιώργου Βαρδινογιάννη, ο οποίος επίσης αντικαταστάθηκε… Ο Ολυμπιακός κράτησε τον Γιάννη Ματζουράκη και η ΑΕΚ εμπιστεύεται τον Γιάννη Παθιακάκη, ο οποίος ανέλαβε μεσούσης της περιόδου ως λύση ανάγκης για την αντικατάσταση του πολυδιαφημισμένου πέρυσι τέτοιον καιρό σέρβου Λιούμπισα Τουμπάκοβιτς. Τον δρόμο φαίνεται ότι άνοιξαν οι Πράσινοι, εκτός όμως από τους μεγάλους του κέντρου η «μόδα» του έλληνα προπονητή ακολουθείται και από τις άλλες ομάδες. Ο Αρης και ο Ηρακλής χτύπησαν και οι δύο την πόρτα του Κυράστα, με αποτέλεσμα οι οικονομικές απαιτήσεις του πρώην προπονητή του Παναθηναϊκού να ανεβούν στα ύψη. Τελικά ο επιτυχημένος εφέτος Κυράστας υπαίτιος σε μεγάλο βαθμό για τη στροφή των παραγόντων προς τους έλληνες συναδέλφους του συμφώνησε με τον Ηρακλή, ενώ ο Αρης προσέλαβε τον Μπάμπη Τεννέ, επίσης Ελληνα. Στον ΟΦΗ ο διάδοχος του Εγκεν Γκέραρντ θα είναι ο επί 15 χρόνια βοηθός του Αρης Βασιλείου. Ο Μάκης Κατσαβάκης μετά το επιτυχημένο πέρασμα από τον Πανιώνιο έχει γίνει και αυτός περιζήτητος και καταλήγει στον Πανηλειακό. Η Παναχαϊκή προσέλαβε τον Βαγγέλη Βλάχο, η Καλαμάτα κρατάει τον Βασίλη Γεωργόπουλο, όπως και ο Εθνικός Αστέρας τον Σπύρο Λιβαθηνό.
Από τις επτά πρώτες ομάδες του πρωταθλήματος που τελείωσε οι έξι (Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ, ΟΦΗ, Ηρακλής, Αρης) έχουν έλληνες τεχνικούς και η έβδομη, ο ΠΑΟΚ, έχει τον Ντούσαν Μπάγεβιτς, ο οποίος μπορεί να είναι Σέρβος την εθνικότητα αλλά στην Ελλάδα «ανδρώθηκε» ως προπονητής και έχει ήδη αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα.
ΓΙΑ ΝΑ φθάσουν οι Ελληνες να γίνουν… περιζήτητοι έπρεπε οι ξένοι προπονητές να γνωρίσουν μαύρες στιγμές. Ο σέρβος «καθηγητής» Λιούμπισα Τουμπάκοβιτς δεν πρόλαβε καλά καλά να γιορτάσει τον ερχομό του νέου χρόνου. Ο επίσης Σέρβος Ιλια Πέτκοβιτς στον Αρη δεν προλάβαινε να μετράει επικριτές. Ο Ολλανδός Αρι Χάαν απολύθηκε από τον φιλόδοξο ΠΑΟΚ και στα… στερνά ανέλαβε, για τις τελευταίες μόνο αγωνιστικές, τον Πανηλειακό. Ο Ιταλός Αλμπέρτο Μπιγκόν απολύθηκε γιατί οι επιλογές του δεν ευχαρίστησαν ούτε τους ποδοσφαιριστές ούτε τους οπαδούς ούτε τη διοίκηση του Ολυμπιακού. Σήμερα οι περισσότεροι πρόεδροι υποστηρίζουν ότι το μεγαλύτερο προσόν ενός τεχνικού είναι να γνωρίζει την ελληνική πραγματικότητα. Ολα τα υπόλοιπα ενδιαφέρουν λιγότερο.
Οι μεγαλύτερες αποτυχίες ελληνικών ομάδων τα τελευταία χρόνια χρεώθηκαν σε ξένους. Ο Ουκρανός Ολεγκ Μπλαχίν και ο Ολλανδός Τάις Λίμπρεχτς στα «πέτρινα χρόνια» του Ολυμπιακού είχαν στη διάθεσή τους σχεδόν ό,τι ζήτησαν, χωρίς να καταφέρουν να κερδίσουν το πρωτάθλημα. Ο πρώτος έφερε στην Ελλάδα τα περίφημα «υπερηχητικά μινγκ», τον Ολεγκ Προτάσοφ, τον Γενάντι Λιτόφτσενκο και τον Γιούρι Σάβιτσεφ, και δεν κατάφερε παρά να τερματίσει δεύτερος, με πολλούς βαθμούς διαφορά από τον πρωτοπόρο Παναθηναϊκό. Ο Ολλανδός είχε δύο ευκαιρίες αλλά τις έκαψε και τις δύο. Την πρώτη φορά το 1986 αποκάλεσε τον Ολυμπιακό «χωριό» και τη δεύτερη φορά, το 1994, απομακρύνθηκε γιατί πρότεινε την απόκτηση ποδοσφαιριστών, όπως ο Κένετ Αντερσον, ο οποίος εντελώς συμπτωματικά συνεργαζόταν με τον μάνατζέρ του…
Στην ΑΕΚ, μετά τη φυγή του Μπάγεβιτς, οι τέσσερις ξένοι που δούλεψαν, ο Ρουμάνος Ντουμίτρου Ντουμιτρίου, οι Σέρβοι Ντράγκοσλαβ Στεπάνοβιτς και Τουμπάκοβιτς και ο πανταχού παρών Μπλαχίν, έκαναν τους οπαδούς της Ενωσης να νοσταλγήσουν το καλό ποδόσφαιρο. Οι τρεις πρώτοι, οι οποίοι είχαν την πολυτέλεια να εισηγηθούν και μεταγραφές, φόρτωσαν την ΑΕΚ με τρία ακριβά αποκτήματα από αυτά που στην «αργκό του ποδοσφαίρου» αποκαλούνται «παλτά». Ο πρώτος έφερε τον συμπατριώτη του Αντον Ντόμπος, ο δεύτερος τον Σκοπιανό Μπόμπαν Μπαμπούνσκι και ο τρίτος τον συμπατριώτη του Βλαντίμιρ Ματιάσεβιτς, ποδοσφαιριστές που κόστισαν αρκετά και δεν είχαν αγωνιστική προσφορά. Ο Τουμπάκοβιτς έφερε και τους επίσης Γιουγκοσλάβους Νένταν Μπιέκοβιτς και Ντράγκαν Τσίριτς, οι οποίοι επίσης προσέφεραν ελάχιστα σε σχέση με ό,τι ο κόσμος της ΑΕΚ περίμενε.
Ακόμη και στον Παναθηναϊκό του «σφιχτού» Γιώργου Βαρδινογιάννη κάποιοι ξένοι προπονητές επέβαλαν επιλογές αν μη τι άλλο συζητήσιμες. Ο Σουηδός Γκίντερ Μπένγκστον έφερε το καλοκαίρι του 1987 τον συμπατριώτη του Κλάους Νίλσεν για να παίξει στη θέση του Δημήτρη Σαραβάκου… Ο σουηδός προπονητής ήρθε σαν όνομα και έφυγε τη μαύρη νύχτα του αποκλεισμού από τη Δυναμό Βουκουρεστίου αφήνοντας στον Παναθηναϊκό κληρονομιά μια ήττα διασυρμό με 6-1 στο Βουκουρέστι. Ο Βόσνιος Ιβιτσα Οσιμ δούλεψε ενάμιση χρόνο, δεν κέρδισε το πρωτάθλημα και περισσότερο τον θυμούνται γιατί άφησε παρακαταθήκη κάποιες ιστορικές ατάκες, όπως εκείνη για την μπάλα που είναι… πόρνη. Ζητούσε μεταγραφικές ενισχύσεις, δεν του άρεσε ο Σαραβάκος, μάλωνε με τους ρεπόρτερ του Παναθηναϊκού και οι παραξενιές του έγραψαν ιστορία κάποτε άφησε σαββατιάτικα την ομάδα μόνη στο ξενοδοχείο για να πάει να φάει μπριζόλες σε ταβέρνα της Παιανίας. Παραμένει, παρ’ όλα αυτά, ένας από τους καλύτερους ξένους τεχνικούς που δούλεψαν ποτέ στην Ελλάδα και δεν συγκρίνεται με τον ερασιτέχνη θαυματοποιό Κροάτη Βέλιμιρ Ζάετς, ο οποίος κατάφερε να μη βγάλει τους Πρασίνους στην Ευρώπη για πρώτη φορά έπειτα από 13 ολόκληρα χρόνια, καταστρέφοντας ως προπονητής τις ωραίες αναμνήσεις που είχε δημιουργήσει ως παίκτης.
Χωρίς μεγάλους ξένους προπονητές στην Ελλάδα και με δεδομένη την επιτυχία του Κυράστα στον Παναθηναϊκό έφθασαν όλες οι ομάδες εφέτος να ψάχνουν Ελληνες γιατί συν τοις άλλοις «γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα». Το οποίο σε… ελεύθερη μετάφραση μπορεί και να σημαίνει ότι οι τεχνικοί έχουν πολύ μικρά κασέ, δεν έχουν ιδιαίτερες οργανωτικές απαιτήσεις αλλά βολεύονται με έναν γυμναστή της αρεσκείας τους, δεν ζητούν συγκεκριμένους ποδοσφαιριστές στις μεταγραφές αφήνοντας τους προέδρους να κάνουν ό,τι θέλουν, γνωρίζουν πώς πρέπει να συμπεριφέρονται απέναντι στους διαιτητές, ξέρουν να συμβουλέψουν τον πρόεδρο για τα κέντρα του παρασκηνίου, γνωρίζουν ότι στις μεγάλες ελληνικές ομάδες όλα επιτρέπονται, έχουν «φίλους» στον Τύπο ώστε να προστατευθεί η ομάδα από αποκαλύψεις και σκληρές κριτικές και όταν απολύονται δεν κάνουν προσφυγές στη FIFA για να πάρουν τα λεφτά τους. Και, το κυριότερο, ανέχονται τον πρόεδρο, όταν αυτός (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι) θέλει να έχει λόγο για τα πάντα, ακόμη και στη σύνθεση! Ολα αυτά οι έλληνες παράγοντες, τουλάχιστον εκείνοι της παλαιάς σχολής, τα εκτιμούν ιδιαίτερα…
Είναι γνωστό ότι ο κάποτε πρόεδρος της ΠΑΕ ΑΕΚ Μιχάλης Τροχανάς… συμβούλεψε τον Πέτρο Ραβούση να αντιμετωπίσει την Παρί Σεν Ζερμέν με τρεις επιθετικούς, με αποτέλεσμα η Ενωση να συντριβεί με 3-0 μέσα στο «Νίκος Γκούμας». Στη θέση του Μάκη Κατσαβάκη που αρνήθηκε να ικανοποιήσει τον πρόεδρο του Πανιωνίου Αχιλλέα Μπέο (δεν δέχθηκε να χρησιμοποιήσει τον Μίλοε Κλάεβιτς και παραιτήθηκε) υπάρχουν τρεις έτοιμοι να δουλέψουν χωρίς να χαλάσουν το χατίρι στον πρόεδρο. Στον Ηρακλή ο πρώην πρόεδρος Πέτρος Θεοδωρίδης είχε τοποθετήσει προπονητή τον Βασίλη Αντωνιάδη, ο οποίος είναι κουμπάρος του! Στην Ξάνθη ουδείς θυμάται πότε ο Ματζουράκης τόλμησε να εναντιωθεί σε παραχώρηση ποδοσφαιριστή που αποφάσιζε ο μεγαλομέτοχος Χρήστος Πανόπουλος. Στην Παναχαϊκή ο πρόεδρος Αρης Λουκόπουλος υπεδείκνυε στον Χρήστο Αρχοντίδη ακόμη και τις αλλαγές που έπρεπε να κάνει στο ημίχρονο. Μπορείτε να φανταστείτε ξένο τεχνικό αναγνωρισμένης αξίας να ανέχεται κάτι τέτοιο; Δύσκολα.
Στην πραγματικότητα η άποψη ότι οι έλληνες τεχνικοί είναι καλύτεροι από τους ξένους είναι μύθος. Τέτοιες γενικεύσεις οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα. Οι νεότεροι Ελληνες είναι καλύτεροι από τους παλαιότερους γιατί ενημερώνονται, ταξιδεύουν στο εξωτερικό, βλέπουν και μαθαίνουν. Κανένας όμως ακόμη δεν έχει πετύχει κάτι σπουδαίο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και γι’ αυτό κανένας δεν έχει πρόταση από σοβαρή ευρωπαϊκή ομάδα, όπως συνέβη με τον Τούρκο Φατίχ Τερίμ, ο οποίος μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA με τη Γαλατάσαραϊ, τον περασμένο μήνα, υπέγραψε στην ιταλική Φιορεντίνα.
Οπως έχει πει κάποτε και ο σπουδαίος σουηδός τεχνικός Νιλς Λίντχολμ, «δεν υπάρχουν χώρες που παράγουν καλούς ή κακούς προπονητές αλλά ομάδες που πρέπει να γνωρίζουν να επιλέγουν τους κατάλληλους ανθρώπους, αυτούς που θα φέρουν επιτυχημένα εις πέρας τον σοβαρό προγραμματισμό τους».
Μακάρι οι ελληνικές ομάδες να σκέφτονται έτσι, αν και η μαζική στροφή τους προς τους συμπατριώτες μας τεχνικούς περισσότερο μιμητισμό και πειραματισμό υποδηλώνει παρά συνειδητή και προγραμματισμένη επιλογή. Το ζητούμενο είναι μετά τη μόδα της πρόσληψης έλληνα προπονητή να μη γίνει μόδα και η απόλυσή του…
Η ανύπαρκτη του «γένους» σχολή…
ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ πρόβλημα δεν είναι η γνώση της «ελληνικής πραγματικότητας», γιατί αυτή έτσι κι αλλιώς τη γνωρίζουν καλά και οι παράγοντες, οι οποίοι συχνά και τη διαμορφώνουν. Το ζήτημα είναι αν αυτή η τάση θα δώσει την ευκαιρία στους έλληνες τεχνικούς να διαμορφώσουν μια ελληνική προπονητική σχολή. Αυτήν τη στιγμή κάτι τέτοιο δεν υπάρχει και οι έλληνες τεχνικοί διακρίνονται περισσότερο για την προσαρμοστικότητά τους στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε ομάδας παρά για τις κοινές αντιλήψεις τους. Ο Γιάννης Κυράστας έπαιξε εφέτος με τον ΠΑΟ 4-4-2 και σε καμία περίπτωση δεν εγκατέλειψε τη ζώνη στην άμυνα, πράγμα που στην ως τώρα καριέρα του δεν είχε ποτέ δοκιμάσει προπονώντας ομάδα της Α’ Εθνικής. Ο Αγγελος Αναστασιάδης και ο Μπάμπης Τεννές παίζουν με τέσσερις στατικούς αμυντικούς, ο Σπύρος Λιβαθηνός, ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος, ο Γιώργος Φοιρός και ο Βασίλης Δανιήλ είναι λάτρεις του 5-3-2, ο Γιάννης Ματζουράκης προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του κάθε αγώνα, όπως και ο Αλκέτας Παναγούλιας, ο Γιάννης Παθιακάκης και αρκετοί νεότεροι. Πέρυσι 10 έλληνες προπονητές οι οποίοι είχαν ερωτηθεί από αθλητικό περιοδικό ποιο είναι το αγαπημένο τους σύστημα έδωσαν επτά διαφορετικές απαντήσεις! Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν κοινά στοιχεία στην τακτική, στους τρόπους δουλειάς και στη νοοτροπία και αυτό είναι λογικό αφού δεν υπάρχει προπονητική ακαδημία ποδοσφαίρου και όλοι αποκτούν τα διπλώματά τους παρακολουθώντας σεμινάρια στην Καλαμάτα και δίνοντας εξετάσεις σε καθηγητές που ορίζει και αναγνωρίζει ο Σύλλογος Ελλήνων Προπονητών. Ο,τι κάνουν δηλαδή το κάνουν μεταξύ τους!
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο ομοσπονδιακός τεχνικός Δανιήλ πρότεινε όλες οι εθνικές ομάδες, από τα κλιμάκια της Παίδων ως την Εθνική Ανδρών, να αγωνίζονται με τον ίδιο τρόπο, έγινε αποδέκτης αντιρρήσεων από τους υπευθύνους προπονητές των κλιμακίων των τοπικών ενώσεων, οι οποίοι ήθελαν να εφαρμόζουν διαφορετική στρατηγική για να κερδίζουν ο ένας τον άλλον!
Ποιοι ξένοι έρχονται και γιατί οι… άλλοι αρνούνται
Οι ξένοι προπονητές που έρχονται στην Ελλάδα ανήκουν βασικά σε δύο κατηγορίες. Ή πρόκειται για νέους πρώην ποδοσφαιριστές, που το όνομά τους είναι γνωστό στην Ελλάδα, ή είναι βετεράνοι γυρολόγοι κατά κανόνα Βαλκάνιοι και δη Γιουγκοσλάβοι που έρχονται εδώ γιατί δεν βρίσκουν αλλού τόσο καλό μεροκάματο. Στους πρώτους εύκολα κατατάσσει κανείς τον Ολλανδό Αρι Χάαν, γνωστό από τη θητεία του στον Αγιαξ, τον Σέρβο Μόγια Ράντονιτς, ο οποίος μετά την απόλυσή του από την Παναχαϊκή γύρισε στην πατρίδα του και ασχολήθηκε με το εμπόριο αλλαντικών, τον Βούλγαρο Κρίστο Μπόνεφ, που θεωρεί την Ελλάδα δεύτερο σπίτι του, τον Ιρλανδό Ρόνι Γουίλαν, που πέρασε από τον Πανιώνιο, τον Σέρβο Ντούσαν Μιτόσεβιτς, που σίγουρα ήταν καλύτερος ποδοσφαιριστής από ό,τι προπονητής, τον Βραζιλιάνο Ζαϊρζίνιο, τον Κροάτη Βέλιμιρ Ζάετς, τον Ουκρανό Ολεγκ Μπλαχίν και πολλούς άλλους. Στη δεύτερη κατηγορία υπάρχει ο στρατός των περαστικών «ιτς», οι Ιλια Πέτκοβιτς, Λιούμπομιρ Πέτροβιτς, Τόμισλαβ Ιβιτς, Ντράγκαν Κοκότοβιτς, Ζόραν Μπάμποβιτς, κάποιοι Σκανδιναβοί, όπως οι Μάρτιν Κουούζελα, Μπο Γιόχανσον, Ματς Γίνγκμπλαντ, Γκίντερ Μπέγκστον, ο οποίος τώρα είναι μάνατζερ, οι Ολλανδοί Τάις Λίμπρεχτς, Αλμπερτ Φαφιέ και Ρίνους Ισραελ, ο Βραζιλιάνος Εδουάρδο Αμορίμ, ο Αγγλος Χάουαρντ Κένταλ, οι Τσέχοι Γιόζεφ Γεραμπίνσκι, Πιετρ Πάκερτ και Βλαντίμιρ Ταμπόρσκι, οι Γερμανοί Χάιντς Χέερ, Γκέοργκ Κέσλερ και Χανς Τιλκόφσκι, οι Ρουμάνοι Εμεριχ Γένεϊ και Ντουμίτρου Ντουμιτρίου και παρά πολλοί άλλοι.
Αρκετοί, υπογράφοντας ένα καλό συμβόλαιο, δεν κάνουν άλλο από το να περιμένουν πότε ακριβώς θα εισπράξουν τη ρήτρα της αποζημίωσης αυτό που προβλέπεται σε περίπτωση που η ομάδα θα θελήσει να λύσει τη συνεργασία μαζί τους. Οι περιπτώσεις του Εγκεν Γκέραρντ, του Ντούσαν Μπάγεβιτς και του Γιάτσεκ Γκμοχ, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα με σκοπό να μείνουν και στέριωσαν εδώ, τόσο ώστε να θεωρούνται σήμερα Ελληνες, είναι εξαιρέσεις που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα που θέλει τους περισσότερους από τους ξένους να έρχονται στην Ελλάδα για να κάνουν τη γνωστή «αρπαχτή», παρ’ όλο που από αρκετούς από αυτούς δεν λείπουν ούτε οι γνώσεις ούτε οι ικανότητες και οι επιτυχίες.
Η αλήθεια είναι ότι οι ελάχιστοι μεγάλοι προπονητές οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα δούλεψαν με αξιοσημείωτη επιτυχία και πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται τη δουλειά τους, ακόμη και αν αυτή δεν συνοδεύτηκε από κατακτήσεις τίτλων. Ο Νίκος Νιόπλιας υποστηρίζει ότι ο Βόσνιος Ιβιτσα Οσιμ βελτίωσε όλους τους ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού και ασχολήθηκε μαζί τους όσο κανείς άλλος. Στην ΑΕΚ, πολύ πριν από τον Μπάγεβιτς, αγάπησαν δύο άλλους ξένους, τον θρυλικό Ζλάτκο «Τσικ» Τσαϊκόφσκι και τον σκληρό, αλλά δίκαιο Αυστριακό Χέλμουτ Σενέκοβιτς ο οποίος κέρδισε με την Ενωση το Κύπελλο το 1983. Στη Λάρισα εκτός από τον Γκμοχ δούλεψε με επιτυχία ο μετέπειτα τεχνικός της Εθνικής Πολωνίας Αντρέι Στρεϊλάου. Στον Πανιώνιο δεν θα ξεχάσουν ποτέ τον Βέλγο Ουρμπέν Μπραμς και στον Ιωνικό έμειναν όλοι γοητευμένοι από την ποιοτική δουλειά του Ουρουγουανού Σέρτζιο Μαρκαριάν. Στον ΠΑΟΚ ο Ούγγρος Γκιούλα Λόραντ ταυτίστηκε με την ιστορία του συλλόγου, αφού ξεψύχησε στον πάγκο της ομάδας, ενώ πολύ καλές εντυπώσεις άφησαν ο Αγγλος Λες Σάνον και ο Αυστριακός Βάλτερ Σκότσικ.
Υπάρχουν λοιπόν ξένοι που δουλεύουν και η πρακτική δείχνει ότι όσο μεγαλύτερα ονόματα είναι τόσο καλύτερη είναι και η δουλειά τους. Κάτι που οι έλληνες παράγοντες το γνωρίζουν πολύ καλά, γι’ αυτό και κατά καιρούς ψάχνουν τον ευρωπαίο προπονητή-όνομα.
Ο κ. Σωκράτης Κόκκαλης για να φτιάξει τον Ολυμπιακό της Ευρώπης απευθύνθηκε στον διάσημο Ιταλό Τζιοβάνι Τραπατόνι, ενώ και πριν από την πρόσληψη του Μπάγεβιτς είχε συζητήσει με τον μεγάλο Ολλανδό Γιόχαν Κρόιφ. Η ΑΕΚ προτού καταλήξει πριν από δύο καλοκαίρια στο άτυχο «πείραμα Στεπάνοβιτς» μίλησε με τον Ιταλό Αρίγκο Σάκι, ο Αρης συζήτησε εφέτος με τον συμπατριώτη του Νέβιο Σκάλα και ο ΠΑΟΚ έφθασε πολύ κοντά στο να κάνει πρόταση το καλοκαίρι του 1998 στον πρώην προπονητή της Εθνικής Ολλανδίας και νυν των Ρέιντζερς της Γλασκώβης Ντικ Αντβοκαατ. Καμία από αυτές τις κινήσεις δεν υλοποιήθηκε για δύο λόγους: πρώτον, γιατί τα κασέ των συγκεκριμένων τεχνικών ήταν τεράστια η ΑΕΚ, π.χ., δεν μπορούσε να εγγυηθεί στον Σάκι 450 εκατ. δρχ. ετήσια αποζημίωση και, δεύτερον, γιατί εκεί όπου τα χρήματα υπήρχαν για παράδειγμα στην περίπτωση του Ολυμπιακού δεν υπήρχε η συγκατάθεση των τεχνικών, οι οποίοι γνωρίζοντας πόσο εύκολα αλλάζουν ιδέες οι έλληνες παράγοντες και πόσο φτωχό και ανυπόληπτο στην Ευρώπη είναι το οικείο πρωτάθλημα δεν δέχονται να έρθουν στην Ελλάδα γιατί το θεωρούν ρίσκο για την καριέρα τους.
