Κανένας δεν έδωσε προσοχή στον μικρόσωμο νεαρό που ανέβαινε την κυλιόμενη σκάλα του κτιρίου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη εκείνο το μεσημέρι του Σεπτεμβρίου του 1958. Κρατούσε μια ολοκαίνουργια «διπλωματική τσάντα» και φορούσε μπλέιζερ με ένα ανοιχτόχρωμο γκρι παντελόνι – δείγματα ότι ήταν «ένας καινούργιος». Από το βλέμμα του καθώς περιεργαζόταν πράγματα και ανθρώπους τριγύρω του μαρτυρούσε ότι πρώτη φορά έμπαινε στο επιβλητικό κτίριο των Ηνωμένων Εθνών. Θα ήταν μεγάλο ψέμα να πω ότι κάποιος, είτε εγώ, που είχα φθάσει στη Νέα Υόρκη τρεις μόνο εβδομάδες νωρίτερα για να παρακολουθήσω την προσπάθεια της Ελλάδας να εγγραφεί το Κυπριακό στη Γενική Συνέλευση, είτε άλλος δημοσιογράφος, πρόσεξε τον νεαρό εκείνο διπλωμάτη της ελληνικής αντιπροσωπείας. [Εκείνος επιμένει ότι με θυμάται.] Πάντως προτού περάσουν λίγα χρόνια όλοι αρχίσαμε να τον προσέχουμε. Ηταν ο Πέτρος Μολυβιάτης, ο ως την περασμένη Τετάρτη υπουργός Εξωτερικών που αποχώρησε ύστερα από μισόν ακριβώς αιώνα υπηρεσίας στο ελληνικό κράτος.
Γεννημένος στη Λέσβο το 1928 από γονείς Μικρασιάτες, με σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Μολυβιάτης εισήλθε στο υπουργείο Εξωτερικών στις 28 Δεκεμβρίου 1956. H παρουσία του στον ΟΗΕ, το πρώτο του «βάπτισμα στο εξωτερικό», κράτησε λίγες μόνο εβδομάδες. Ηταν άλλωστε ένας απλός ακόλουθος. H πραγματική «θητεία» του στο εξωτερικό άρχισε έναν χρόνο αργότερα, όταν ως τρίτος γραμματέας πρεσβείας, το 1959, τοποθετείται στη Μόσχα. «Ηταν μια δραματική εποχή» δήλωσε σε ρώσους δημοσιογράφους που τον ρωτούσαν σχετικά όταν πριν από λίγους μήνες ως υπουργός Εξωτερικών συνόδευε τον πρωθυπουργό κ. K. Καραμανλή στη Μόσχα.
Εκανε μια δήλωση στους δημοσιογράφους λίγες ημέρες αφότου ανέλαβε υπουργός, τον Μάρτιο του 2004. «Ούτε εγώ ούτε ο εκπρόσωπος του υπουργείου (σ.σ.: ο κ. Γ. Κουμουτσάκος) θα σας πούμε ποτέ ψέματα. Αν είναι κάτι που δεν πρέπει να μάθετε, απλώς δεν θα σας το πούμε». Το τήρησε αυτό με απόλυτη συνέπεια. Και όταν καμιά φορά συνέβαινε κάποιος δημοσιογράφος να έχει μια πληροφορία που το υπουργείο δεν ήθελε να γίνει ευρύτερα γνωστή, δεν δίσταζε ο ίδιος ο υπουργός να πάρει στο τηλέφωνο τον δημοσιογράφο και να του ζητήσει να μη δημοσιεύσει την πληροφορία εξηγώντας του με πειστικά επιχειρήματα το γιατί. Ηταν ένας από τους λόγους για τους οποίους οι δημοσιογράφοι εκτιμούσαν τον Πέτρο Μολυβιάτη. Ενας άλλος λόγος ήταν το χιούμορ του: μαύρο καμιά φορά, όπως το γεύθηκαν αρκετοί ξένοι συνομιλητές του.
Οταν, πέρυσι, είχε έρθει στην Αθήνα ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Ρόμπερτ Ζέλικ – ένας προικισμένος και πολύ έμπειρος διπλωμάτης -, είχε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον υπουργό στο γραφείο του. Για όσους δεν έχουν δει σε φωτογραφία αυτό το γραφείο, θυμίζω ότι ακριβώς πίσω από την υπουργική πολυθρόνα υπάρχει ο Χάρτης του Ρήγα, με όλη τη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία ενωμένη. Ο Ζέλικ έδειξε ενδιαφέρον, έκανε κάποιες ερωτήσεις, ο Μολυβιάτης τού εξηγούσε, οπότε ο Αμερικανός άρχισε να κάνει «περίεργους» υπαινιγμούς και ετοιμαζόταν να προχωρήσει – ήταν φανερό – σε κάποιες υποδείξεις, αλλά δεν πρόλαβε. Τον διέκοψε ο Μολυβιάτης λέγοντας: «Στο τέλος τον κρέμασαν» τον Ρήγα. Ο αμερικανός υφυπουργός κατάλαβε. Δεν προχώρησε σε «νουθεσίες».
Την ίδια πικρή γεύση είχε και ο Τομ Μίλερ, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ που κατέχει το ρεκόρ επισκέψεων στο μέγαρο του υπουργείου Εξωτερικών. Να πω ότι ο υπουργός ενθουσιαζόταν με την παρουσία του θα ήταν υπερβολή. Πρέπει όμως να σημειώσω εδώ ότι ο πρεσβευτής των ΗΠΑ είχε ομολογήσει σε συνομιλητή του ότι «ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει όταν έχεις να συζητήσεις κάτι με τον Μολυβιάτη». Δεν είχε άδικο. Θα αναφέρω μια περίπτωση.
Ηταν δύο μήνες περίπου πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Μίλερ είχε ζητήσει να δει «εκτάκτως» τον υπουργό και, μολονότι ένα 24ωρο προηγουμένως τον είχε δεχθεί ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου πρέσβης Γιώργος Γεννηματάς, ο υπουργός τον δέχθηκε στο γραφείο του. Ο Μίλερ είπε κάτι γενικότητες για την ασφάλεια των Αγώνων, για τις «ανησυχίες» της Ουάσιγκτον κτλ. κτλ. και προχώρησε στο να κάνει υποδείξεις για το τι «πρέπει να κάνει» η κυβέρνηση! Και τότε έγινε… το σωστό. Τον διακόπτει ο Μολυβιάτης: «Με συγχωρείς, αυτά που λες είναι κατόπιν οδηγιών της κυβέρνησής σου;» τον ρωτά ο υπουργός. Ο Μίλερ τα χάνει λιγάκι: «Οχι, όχι ως Μίλερ τα λέω» απαντά. «E, τότε και εγώ τα ακούω ως Πέτρος Μολυβιάτης» παίρνει την απάντηση του υπουργού.
Δύο εβδομάδες έκανε να ξαναφανεί στο υπουργείο πρόσωπο από την αμερικανική πρεσβεία. Το «ζεμάτισμα» του πρεσβευτή ήταν πολύ αποτελεσματικό. Το έχει κατά νου και αυτός που τον διαδέχθηκε – ένας τελείως διαφορετικός χαρακτήρας. [Σημειώνω εδώ ότι το περιστατικό αυτό με τον Τομ Μίλερ το άκουσα με πολύ βαρύτερους χαρακτηρισμούς από άσπονδους φίλους του στην Ουάσιγκτον. Σημειώνω επίσης ότι η κυρία Κοντολίζα Ράις στην περυσινή συνάντησή της με τον Πέτρο Μολυβιάτη στην Ουάσιγκτον βρήκε τρόπο με πολύ διπλωματική γλώσσα να του ζητήσει συγγνώμη για κάποιες «θερμές» συζητήσεις που «ενδεχομένως» είχε ο υπουργός με αμερικανούς διπλωμάτες. Ο Μολυβιάτης φυσικά δεν σχολίασε. Ηταν ευγενικός.]
H ευγένεια του Πέτρου Μολυβιάτη είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του. Και όπλο του. Το υπογράμμισε και ο Ιγκόρ Λαβρόφ, ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών που είχε συνομιλίες μαζί του στην Αθήνα πριν από λίγες ημέρες. Παλιός φίλος και συμμέτοχος με τον Μολυβιάτη στις προσπάθειες για την εμπέδωση της ασφαλείας στα Δυτικά Βαλκάνια, ο Λαβρόφ είπε στον Καραμανλή, τον οποίο επισκέφθηκε αργότερα, ότι πολύ εξετίμησε την ευγένεια, την προθυμία και την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του έλληνα ομολόγου του στον χειρισμό ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος.
Τις ίδιες εκτιμήσεις κάνουν και οι συνεργάτες του, διπλωμάτες και μη. Το γραφείο του Μολυβιάτη ήταν πράγματι ένα… πιστοποιητικό ταυτότητας. Δεν θα έβλεπες φακέλους, έγγραφα ή σημειώματα. H άμεση, ταχεία διεκπεραίωση των εγγράφων ήταν το πρώτο, το κύριο μέλημά του. H πολύχρονη διπλωματική εμπειρία του τού επέτρεπε να επισημαίνει το «γιατί και πώς» του κάθε εγγράφου με μια απλή ανάγνωση και το έστελνε στη διεύθυνση που έπρεπε να χειριστεί το κάθε σχετικό ζήτημα νωρίς το πρωί. Κρατούσε μόνο ένα ή δύο το πολύ θέματα που έκρινε ότι έπρεπε να χειριστεί ο ίδιος. H ημέρα του «άρχιζε» με σύσκεψη με τον γενικό γραμματέα του υπουργείου, τον πρέσβη Χάρη Ροκανά σήμερα, τον Γ. Γεννηματά προηγουμένως, και με τον εκπρόσωπο Γιώργο Κουμουτσάκο. H αρμόδια διεύθυνση εκαλείτο πάντοτε να πει τη γνώμη της «έστω και προφορικά» και οι πρέσβεις της Ελλάδας σε μερικές πρωτεύουσες δέχονταν το (σχεδόν) καθημερινό τηλεφώνημά του. Ο Κασκαρέλης στις Βρυξέλλες και ο Βασιλάκης έχουν πολλές φορές πεταχτεί στον ύπνο τους από το υπουργικό τηλεφώνημα – λόγω διαφοράς ώρας. Ο Μολυβιάτης δεν παρέλειψε ποτέ να ζητήσει ευγενικά «συγγνώμη» για το αγουροξύπνημά τους. Και εκείνοι ποτέ δεν «του κράτησαν» κακία.
Είχε πάντοτε πολύ καλές σχέσεις με τους δημοσιογράφους και, χωρίς να έχει αυταπάτες, δεν δίσταζε να βοηθάει ορισμένους – ακόμη και μερικούς εμπαθείς εναντίον του – να αντιληφθούν αυτό «το πολυμπερδεμένο κουβάρι που λέγεται διεθνής πραγματικότητα». Διατήρησα μαζί του πάντοτε φιλικές σχέσεις. Μια φορά τον είδα συνοφρυωμένο και μια φορά μόνο δεν απάντησε σε τηλεφώνημά μου. Ηταν τότε εκεί στα χιονισμένα βουνά της Λουκέρνης, πριν από δύο χρόνια. Δεν είχε συντελεστεί ακόμη το μοιραίον, είχε μια σύντομη μάλλον συζήτηση με τον επίτροπο Γκύντερ Φερχόιγκεν, αμέσως πήγε στον Τάσσο Παπαδόπουλο και όταν ύστερα από μισή ώρα βγήκε από το δωμάτιο του κυπρίου προέδρου ο υπουργός ήταν έτσι όπως ποτέ δεν τον είχα δει. Με κοίταξε αλλά δεν με είδε! Το πρόσωπό του ήταν ξαναμμένο, τα χείλη του σφιγμένα. Οι πρέσβεις Γεννηματάς και Τριτάρης που τον περίμεναν στον διάδρομο δεν ήταν σε καλύτερη φόρμα.
Το τηλεφώνημα που δεν μου απάντησε – πράγμα σχεδόν ανήκουστο για τον Πέτρο Μολυβιάτη – πάλι με το Κυπριακό είχε σχέση. Ηταν τις παραμονές που θα πήγαινε στην Κύπρο ο Πρωθυπουργός και οι πληροφορίες που έφθαναν στο «Βήμα» από τις «συνήθως καλώς ενημερωμένες πηγές» δημιουργούσαν ερωτήματα. Τηλεφώνησα στο γραφείο του υπουργού και παρακάλεσα την κυρία Λώρη Μολυβιάτη, την κόρη του, η οποία χειριζόταν τις συναντήσεις του, να με συνδέσει με τον υπουργό «όταν εκείνος ευκαιρήσει» – περιμένοντας ότι αυτό θα γίνει, όπως συνήθιζε, στο τέλος της ημέρας. Δεν απάντησε. Επανέλαβα την παράκληση την επομένη. Πάλι χωρίς απάντηση. Δέκα ημέρες αργότερα, ίσως και περισσότερο, συναντηθήκαμε στην Αθηναϊκή Λέσχη ένα μεσημέρι και εκεί ο Μολυβιάτης μού λέει σε απολογητικό ύφος – τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε: «Αν νομίζεις ότι δεν πήρα τα τηλεφωνήματά σου, κάνεις μεγάλο λάθος. Μα τι μπορούσα να σου πω; Μήπως δεν καταλάβαινα τι ήθελες να με ρωτήσεις…».
Ηταν σε ένα τέτοιο μεσημεριανό γεύμα στην Αθηναϊκή Λέσχη πριν από μερικούς μήνες που οι μόνιμοι ομοτράπεζοι φίλοι και συνάδελφοι του Πέτρου Μολυβιάτη πήραν το μήνυμα ότι ήθελε να παραιτηθεί. «Αυτά τα συνεχή ταξίδια με κούρασαν» τους δήλωσε. Και προσέθεσε: «Στις πρώτες 80 εβδομάδες έκανα 81 ταξίδια στο εξωτερικό». Ρεκόρ για το Γκίνες. Είχα ρωτήσει κάποτε τον Πρωθυπουργό, όταν άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για απομάκρυνση του Μολυβιάτη, αν επρόκειτο να αντικαταστήσει τον υπουργό. «Ο Πέτρος θα φύγει όταν μου το ζητήσει εκείνος» ήταν η απάντηση του Κώστα Καραμανλή.
Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, ένας εκ των «μονίμων» ομοτράπεζων, προσπάθησε να του αλλάξει τη διάθεση: «Και όμως δείχνεις μια χαρά». Δεν το αρνήθηκε. Ηταν όμως φανερό ότι ο Μολυβιάτης είχε πια λάβει την απόφασή του. Στην ορκωμοσία των νέων διπλωματών, πριν από τρεις εβδομάδες, έκανε έναν υπαινιγμό που λίγοι πρόσεξαν. Μίλησε συγκινημένος για την «παλιά γενιά» των διπλωματών που ό,τι είχε να προσφέρει το προσέφερε. Την περασμένη Τρίτη δεν είχε πλέον λόγο να μιλάει συνθηματικά. «Συμπλήρωσα πενήντα χρόνια» στον δημόσιο χώρο, είπε αποχαιρετώντας το υπουργείο Εξωτερικών.
Τα αποχαιρετιστήρια μηνύματα που έλαβε ο Μολυβιάτης από ξένους ομολόγους του είναι μάλλον χαιρετιστήρια και πειστήρια φιλικών σχέσεων. Ανάμεσα σε αυτά, και του Τζακ Στρο, του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας. Και όμως η πρώτη επικοινωνία τους ήταν μάλλον επεισοδιακή. Ο Μολυβιάτης δεν είχε πολλές εβδομάδες υπουργός όταν συναντήθηκε με τον Στρο – κάπου στην Κεντρική Ευρώπη, αν θυμάμαι καλά. Ο έλληνας υπουργός τού παρέθετε ορισμένα ζητήματα – για τα Βαλκάνια, το Κυπριακό, τις (τότε) διαπραγματεύσεις της EE με την Αγκυρα κτλ. – αλλά δεν έπαιρνε καμία σοβαρή απάντηση. Ο βρετανός υπουργός απέφευγε να αναλάβει κάποια δέσμευση, απαντούσε με ένα «let’s see» (= «ας δούμε») ή «let’s hope» (= «ας ελπίσουμε») και τα παρόμοια. Οπότε ο Μολυβιάτης… έσκασε και λέει στον Στρο:
«Τζακ, ξέρεις γιατί εμείς οι Ελληνες δεν θέλουμε πεθερά που να τη λένε Ελπίδα;». Απορεί ο Στρο και ο Μολυβιάτης συνεχίζει: «Επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία…».
Ο Τζακ Στρο κατάλαβε. Ο πάγος έσπασε.
H «έκπληξη» από τον K. Καραμανλή
Ο Πέτρος Μολυβιάτης έγινε πανελληνίως γνωστός όταν, το 1974, με την πτώση της χούντας, αναλαμβάνει γενικός διευθυντής του Πολιτικού και Διπλωματικού Γραφείου του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. «Ηταν κάτι περισσότερο από έκπληξη» θα πει αργότερα. Πράγματι δεν είχαν σχέσεις ούτε ιδιαίτερη γνωριμία οι δύο άνδρες. Ο Μολυβιάτης μετά τη Μόσχα επιστρέφει το 1962 στην Αθήνα και τοποθετείται στην A’ Πολιτική Διεύθυνση, για να αναλάβει δύο χρόνια αργότερα επιτετραμμένος – δεν είχαμε πρεσβεία στην Πρετόρια της (αποδιοπομπαίας ακόμη) Νότιας Αφρικής. Το 1967 ανακαλείται στην κεντρική υπηρεσία, το 1969 στέλνεται στην πρεσβεία μας στην Αγκυρα και το 1973 τοποθετείται στο ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες, όπου και έλαβε πρώτα ένα τηλεφώνημα και αμέσως ένα έγγραφο με 17 λέξεις – «εντέλλεστε» κτλ. κτλ. – να αναλάβει το γραφείο του Καραμανλή. Οταν, το 1980, ο Καραμανλής έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πέτρος Μολυβιάτης ανέλαβε γενικός γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας και απεχώρησε μαζί του για να αναλάβει σύμβουλος του (νέου) αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Καραμανλή.
