H Κυριακή 25 Απριλίου θα είναι κατά πάσα πιθανότητα η μέρα των προσεχών εκλογών. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο πρωθυπουργός κ. K. Σημίτης καταλήγει σε αυτή την απόφαση λαμβάνοντας υπόψη του τρεις κυρίως παράγοντες.
Πρώτον, τη δεδηλωμένη απόφασή του να εξαντλήσει την τετραετία όπως έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει.
Δεύτερον, το γεγονός ότι η επόμενη Κυριακή 2 Μαΐου είναι η τελευταία προθεσμία που δίνει το Σύνταγμα για την πραγματοποίηση των εκλογών και ως εκ τούτου είναι πολύ παρακινδυνευμένη η επιλογή της. Το παραμικρό απρόοπτο θα μπορούσε να θέσει ζήτημα συνταγματικότητας των εκλογών.
Τρίτον, την επισήμανση ότι η προηγούμενη Κυριακή 18 Απριλίου είναι η Κυριακή του Θωμά και αν γίνονταν εκείνη την ημέρα οι εκλογές θα τοποθετούσαν ουσιαστικά την τελευταία προεκλογική ευθεία μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. «Δεν γίνεται Μεγάλη Εβδομάδα με μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις» υπογράμμιζαν συνεργάτες του Πρωθυπουργού.
Δεν είναι σαφές αν αυτή η επιλογή κρύβει και μια μικρή σκοπιμότητα. Τοποθετώντας τις εκλογές 15 μέρες μετά το Πάσχα, η κυβερνητική παράταξη ελπίζει ενδεχομένως ότι θα λειτουργήσει υπέρ της ένα διπλό κύμα εκδρομέων προς την περιφέρεια. Υπολογίζει, δηλαδή, ότι η μειωμένη κίνηση ετεροδημοτών που αναμένεται να παρατηρηθεί λόγω των αλλαγών στην εκλογική νομοθεσία θα αντισταθμιστεί από τη μαζική έξοδο των εκδρομέων του Πάσχα.
«Σε μια εκλογή που θα κριθεί στις δύο μονάδες, ίσως και σε λιγότερο, είμαστε υποχρεωμένοι να τα λάβουμε όλα υπόψη μας» εξηγούσε κομματικό στέλεχος. Ισως γι’ αυτόν τον λόγο οι αυξήσεις που έχουν εξαγγελθεί από την κυβέρνηση θα καταβληθούν στους δικαιούχους μέσα στον Μάρτιο αλλά αναδρομικά από την αρχή του έτους.
Οσο και αν φαίνεται περίεργο, το κυβερνητικό επιτελείο δεν προβληματίζεται τόσο από την πρόθεση ψήφου, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. Χαρακτηρίζουν τις τρέχουσες εκτιμήσεις του τύπου «όσοι έφυγαν από το ΠαΣοΚ δεν γυρίζουν» ή «παγιώθηκε η διαφορά» άλλοτε ως «ανυπόστατες» και άλλοτε ως «βλακώδεις». «Αν υπήρχαν παγιωμένες διαφορές και μόνιμες μετακινήσεις τότε οι εκλογές θα ήταν περιττές!» έλεγε (υπομειδιώντας) στέλεχος της κυβερνητικής παράταξης που ασχολείται με τον τομέα των ερευνών και την εκλογική στρατηγική.
Το κυβερνητικό επιτελείο δεν δείχνει να προβληματίζεται ιδιαίτερα ούτε καν από τις αυξομειώσεις της ψαλίδας μεταξύ των δύο κομμάτων, πόσο μάλλον που όλες οι δημοσκοπήσεις μιλούν για (μικρότερες ή μεγαλύτερες) μειώσεις και, πάντως, όχι για αυξήσεις. Την ίδια στιγμή, η κυλιόμενη έρευνα που πραγματοποιείται σε καθημερινή βάση για το ΠαΣοΚ δείχνει ότι η ψαλίδα εξακολουθεί να κλείνει, έστω με αργό ρυθμό. Αυτό, τουλάχιστον, ισχυρίζονται στο Μέγαρο Μαξίμου και στη Χαριλάου Τρικούπη.
Μιλώντας στο Εκτελεστικό Γραφείο, ο κ. Σημίτης αναφέρθηκε σε διαφορές οι οποίες (ανάλογα με την έρευνα) κινούνται «από 1,5 ως 7,5 μονάδες». Αυτή η αναφορά εξέπληξε πολλούς αφού καμία δημοσιοποιημένη έρευνα δεν μιλάει για διαφορά 1,5 μονάδας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ο κ. Σημίτης φαίνεται ότι αναφερόταν σε έρευνα που έχει γίνει από πανεπιστημιακό ίδρυμα, η οποία έφτασε στη Χαριλάου Τρικούπη και καταγράφει διαφορά όχι 1,5 αλλά 2,1 μονάδων.
Ολη αυτή η συζήτηση, πάντως, αγγίζει τα όρια της φιλολογικής διαμάχης. Αυτό που πραγματικά προβληματίζει το κυβερνητικό επιτελείο είναι ένας άλλος αριθμός, ο οποίος κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα: ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης. Είναι ένας δείκτης ο οποίος προκύπτει από έρευνες κοινής γνώμης και καταγράφει την εμπιστοσύνη που έχει ο πολίτης στην οικονομία σε συνδυασμό με τις προσδοκίες βελτίωσης της ατομικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης.
Πολλά κυβερνητικά στελέχη παραδέχονται ότι χωρίς μια αισθητή άνοδο του δείκτη οικονομικής εμπιστοσύνης, η υπόθεση των εκλογών είναι ουσιαστικά ναρκοθετημένη για την κυβερνητική παράταξη και η μεταστροφή του εκλογικού σώματος πολύ δύσκολη υπόθεση.
Ταυτοχρόνως, όμως, προβληματίζονται πώς θα καταφέρουν να το πετύχουν. Ελπίδες εναποτίθενται στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον (το οποίο, κατά την εκτίμησή τους, θα κινηθεί θετικά), στη βελτίωση του κλίματος στην εγχώρια αγορά, στην ευφορία που ενδεχομένως θα δημιουργηθεί τους τελευταίους μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και στο Χρηματιστήριο – την πορεία του οποίου, πάντως, ουδείς διακινδυνεύει να προβλέψει.
