Φαντάζομαι ότι ο Λένιν θα απορούσε ή και θα διασκέδαζε ακόμη αν άκουγε κάποιον να τον ονομάζει φιλόσοφο. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό και μάλιστα «επαγγελματία επαναστάτη». Καθώς όμως ανήκε προφανώς στην κατηγορία των ανθρώπων που έπαιρναν το επάγγελμά τους στα σοβαρά, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη φιλοσοφία στο μέτρο που ήταν αναγκασμένος να υπερασπισθεί αλλά και να καταλάβει τη φιλοσοφία του Μαρξ, μιας και αποφάσισε, πολύ νωρίς μάλιστα, να γίνει οπαδός της.
Αυτοδίδακτος φιλόσοφος, ο Λένιν αδιαφορεί επιδεικτικά για τα ακαδημαϊκά κριτήρια που προσδιορίζουν το ακαδημαϊκό πρόσωπο της φιλοσοφίας· αυτό που τον ενδιαφέρει είναι μόνο η φιλοσοφία του Μαρξ: η μορφή της, το περιεχόμενό της και κατά συνέπεια τα όρια που τη διακρίνουν από τις αντίπαλες φιλοσοφίες. Από τη σκοπιά αυτή μπορούμε να επιλέξουμε τρία σημεία στα οποία ο Λένιν συγκεντρώνει την προσοχή του. Αν είναι αλήθεια ότι ο υλισμός συνιστά ουσιαστικό γνώρισμα της φιλοσοφίας του Μαρξ, τι σημαίνει άραγε υλισμός στη φιλοσοφία; Αν είναι αλήθεια ότι ο μαρξιστικός υλισμός χαρακτηρίζεται από μια διαλεκτική τροπή, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του διαλεκτικού υλισμού; Τέλος, πώς ορίζεται η θέση του υλισμού στην ιστορία της φιλοσοφίας; Τα ερωτήματα αυτά επανέρχονται συνεχώς στα κείμενα που ο Λένιν αφιερώνει στη μελέτη της φιλοσοφίας, τόσο στον πασίγνωστο Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό όσο και στα λιγότερο ίσως γνωστά Φιλοσοφικά Τετράδια, στα οποία ο Λένιν συνοψίζει και σχολιάζει τα φιλοσοφικά έργα που διαβάζει.
Για λόγους οικονομίας – και όχι μόνο – θα επιμείνω στην τελευταία από τις ερωτήσεις, η οποία ανησυχεί για τη θέση του υλισμού στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ερώτηση καίρια γιατί αφορά αυτό που ο ίδιος ο Λένιν ονομάζει αλλού τη «ζωντανή ψυχή του μαρξισμού», δηλαδή τη συγκεκριμένη ανάλυση μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Αφετηρία του Λένιν είναι η ανάγνωση ενός πολύ γνωστού κειμένου του νεαρού τότε Μαρξ – είναι μόλις είκοσι έξι ετών – από την Αγία Οικογένεια. Το συνεργατικό αυτό έργο γράφεται από τον Μαρξ και τον Ενγκελς το 1844, όταν οι δύο φίλοι βρίσκονται στο Παρίσι και αποφασίζουν να ξεκαθαρίσουν τους θεωρητικούς τους λογαριασμούς με τους φιλοσοφικούς τους αντιπάλους στη Γερμανία. Στην προοπτική αυτή ο Μαρξ, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ιστορία της φιλοσοφίας που είχε επεξεργαστεί και διδάξει ο Χέγκελ, σκιαγραφεί μια σύντομη ιστορία του νεότερου υλισμού, αντλώντας το υλικό του από γαλλικές ιστορίες της φιλοσοφίας: «Ο συσχετισμός του γαλλικού υλισμού με τον Καρτέσιο και τον Λοκ, καθώς και η αντίθεση της φιλοσοφίας του 18ου αιώνα με τη μεταφυσική του 17ου εκτίθενται λεπτομερώς στις περισσότερες από τις σύγχρονες γαλλικές ιστορίες της φιλοσοφίας. Εδώ δεν είχαμε παρά να επαναλάβουμε γνωστά πράγματα».
Είναι γνωστά όσα υποστηρίζει ο Μαρξ στο σύντομο σκιαγράφημά του: η καρτεσιανή φυσική επιχειρεί να απαλλαγεί από την καρτεσιανή μεταφυσική. Οι κλασικοί ορθολογιστές φιλόσοφοι του 17ου αιώνα – Καρτέσιος, Λάιμπνιτς, Σπινόζα – είναι αναπόδραστα εγκλωβισμένοι στη μεταφυσική προοπτική. H φιλοσοφία στρέφεται εναντίον της μεταφυσικής, η οποία εξαντλείται στο θεολογικό επέκεινα. Τέλος, ο υλισμός, με πρώτο διστακτικό βήμα την αισθησιοκρατία, οδηγεί αναγκαστικά στον σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό. Το σχήμα του Μαρξ, όπως το γνωρίζουν καλά όσοι γνώρισαν από κοντά τη μαρξιστική φιλολογία, μόνο απαρατήρητο δεν πέρασε. Ενας από τους πρώτους που το υπογράμμισε ενθουσιασμένος ήταν ακριβώς ο Λένιν: «Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα του βιβλίου. Δεν υπάρχει λεπτομερής κριτική αλλά θετική έκθεση. Πρόκειται για μια σύντομη σύνοψη της ιστορίας του γαλλικού υλισμού». Με δεδομένη την ενθουσιώδη κατάφαση του Λένιν, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί το κείμενο του Μαρξ αποτέλεσε – και αποτελεί ακόμη – την υποχρεωτική αναφορά της συντριπτικής πλειοψηφίας των μαρξιστών ιστορικών της φιλοσοφίας. Αυτό που επιτρεπόταν, στην καλύτερη περίπτωση, ήταν ο εμπλουτισμός της θετικής αυτής έκθεσης και οι επιμέρους επιδιορθώσεις, υπό τον απαράβατο όρο ότι το σχήμα θα λειτουργούσε ανέπαφο στη βάση του.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που μοιάζει να ενοχλεί· κάτι σαν μικρό αγκάθι: η αναφορά του Μαρξ στις σύγχρονές του γαλλικές ιστορίες της φιλοσοφίας και η ομολογία του ότι στην προκειμένη περίπτωση επαναλαμβάνει πράγματα γνωστά. Πώς είναι δυνατόν η θετική έκθεση της ιστορίας του γαλλικού υλισμού να επαναλαμβάνει γνωστά πράγματα, τη στιγμή μάλιστα που ο Μαρξ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Λένιν, έχει κάνει τα πρώτα αποφασιστικά βήματα στην κατεύθυνση του διαλεκτικού υλισμού; H απάντηση του Λένιν, συνήθως επιμελούς αναγνώστη, είναι λακωνική και αποτελεσματική. Απλούστατα δεν αναφέρει καθόλου το επίμαχο χωρίο του κειμένου του Μαρξ, αποσιωπώντας έτσι τη διαμεσολάβηση των γάλλων ιστορικών. Καρπός αυτής της σιωπής, για τον οποίον δεν ευθύνεται οπωσδήποτε ο Λένιν, ήταν ο υλισμός που ταίριαζε στα εγχειρίδια της σοβιετικής φιλοσοφίας, δηλαδή ένας υλισμός ερήμην της συγκεκριμένης ιστορικής ανάλυσης, η οποία θα τοποθετούσε τον ίδιον τον Μαρξ μέσα στην ιστορία, επισημαίνοντας τους πραγματικούς όρους που προσδιόρισαν τη σκέψη του.
Δεν απαγορεύεται σε κανέναν να υποστηρίξει ότι μέσα στη φωτιά της πολιτικής μάχης διακυβεύονται πολύ σοβαρότερα πράγματα από την προσεκτική ανάγνωση ενός φιλοσοφικού κειμένου. H φιλοσοφία μπορεί να περιμένει. H ιστορία αυτή όχι. Μόνο που η φιλοσοφία μοιάζει να έχει και αυτή τους ρυθμούς της και τη δική της ανυπομονησία. Ζητάει έναν χώρο όπου θα μπορέσει να παίξει ελεύθερα και – γιατί όχι – με μια γερή δόση αυθαιρεσίας με τα παιχνίδια της που είναι οι ιδέες. Οταν της τον στερούν, η φιλοσοφία πεισμώνει και εκδικείται. Και τότε το τοπίο είναι έρημο, άχαρο και βαρύ.
Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
