Η δύσκολη σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος είναι μια παλαιά ιστορία. Ερχεται κατευθείαν από τον 19ο αιώνα και έχει περάσει από πολλές φάσεις και στάδια. Για πρώτη φορά όμως η σχέση αυτή έχει πάρει τον χαρακτήρα ευρύτερου δημόσιου διαλόγου. Ενός διαλόγου με ιστορικές αναφορές, με εκκλησιαστικά επιχειρήματα, αλλά και με μια βαθύτερη πολιτική σημασία.
Οι ιστορικές μελέτες που ασχολούνται με τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος μέσω του γνωστού διατάγματος της Αντιβασιλείας (1833) αναλύουν συνήθως το ζήτημα από την ελλαδική σκοπιά, αφήνοντας στο περιθώριο τις θεωρήσεις της άλλης πλευράς, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τούτο είναι εύλογο, δεδομένου ότι μια ενδελεχής μελέτη ως προς το θέμα αυτό θα έπρεπε να λάβει υπόψη της, εκτός από τα ελλαδικά, τόσο τα επίσημα πατριαρχικά και συνοδικά έγγραφα της Μεγάλης Εκκλησίας όσο και οθωμανικό αρχειακό υλικό.
Πράγματι, η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου είναι ένα γεγονός που δεν αφορούσε μόνο το Ελληνικό Κράτος και την Ελλαδική Εκκλησία: είχε πολύ ευρύτερες επιπτώσεις που έθιγαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Οθωμανικό Κράτος, τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, ενώ σχετίζεται άμεσα με τη διάδοση των εθνικισμών στην περιοχή κατά τον 19ο αιώνα. Το κύριο πολιτικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους θιασώτες του Αυτοκεφάλου στην Ελλάδα ήταν ότι η Εκκλησία του νεοσύστατου κράτους δεν μπορούσε να εξαρτάται από μια εκκλησιαστική αρχή που ήταν σε στενή συνάφεια με την οθωμανική εξουσία. Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν φάνηκε διατεθειμένο να συνταχθεί με τα εθνικιστικά κινήματα που συντάραξαν τα Βαλκάνια από τις αρχές ήδη του 19ου αιώνα, γιατί, μεταξύ άλλων, έχανε με τη δημιουργία των εθνικών κρατών και τη συνακόλουθη δημιουργία αντίστοιχων Εκκλησιών στα κράτη αυτά μεγάλο μέρος του ποιμνίου του, όπως ακριβώς και η Πύλη έχανε μεγάλο μέρος των υπηκόων της. Πράγματι, το ελλαδικό παράδειγμα βρήκε πρόθυμους μιμητές στη Σερβία, στη Ρουμανία και στην Αλβανία, ενώ η βουλγαρική περίπτωση (1870), αν και εντάσσεται στο κλίμα αυτό, ακολούθησε μια αρκετά διαφορετική πορεία.
* Η ηγετική ομάδα
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είχε μόνο ενταχθεί από την οθωμανική εξουσία στους διοικητικούς μηχανισμούς του οθωμανικού κράτους, ήδη από τα πρώτα μετά την Αλωση χρόνια. Ο ίδιος ο ανώτατος ορθόδοξος κλήρος δεν ήταν απλώς η πνευματική ηγεσία των ορθόδοξων υπηκόων των σουλτάνων: οι ιεράρχες είχαν αποδεχθεί και με την πάροδο του χρόνου όλο και περισσότερο ανοιχτά τον ρόλο τους ως ηγετικής ομάδας στο πλαίσιο της οθωμανικής πολυεθνικής κοινωνίας και είχαν καταστεί απαραίτητοι για τη λειτουργία των θεσμών του ίδιου του κράτους. Πράγματι, μέσα από τα βεράτια, τα έγγραφα δηλαδή διορισμού που τους εκχωρούσε ο οθωμανός μονάρχης, διαφαίνονται οι σταδιακά αυξανόμενες αρμοδιότητες, οι οικονομικές απολαβές αλλά και το συν τω χρόνω ενισχυόμενο κοινωνικό, θεσμικό και πολιτικό κύρος των μελών του ανώτατου ορθόδοξου κλήρου στην Αυτοκρατορία. Παράλληλα, ελέω οθωμανικής εξουσίας, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατόρθωσε, με την κατάργηση το 1766-67 των αυτοκέφαλων ορθόδοξων Αρχιεπισκοπών Αχρίδας (στη Μακεδονία και στην Κεντρική και στη Βόρεια Αλβανία) και Ιπεκίου (στη Σερβία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη) να επεκτείνει την εδαφική του δικαιοδοσία σε περιοχές όπου ποτέ κατά το παρελθόν δεν την είχε ασκήσει.
Ιδιαίτερα μετά το 1830, μετά δηλαδή μια περίοδο «δυσμένειας» λόγω της Ελληνικής Επανάστασης, η θέση του Πατριαρχείου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από ό,τι κατά το παρελθόν, λόγω των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του σουλτάνου Μαχμούτ Β’, καθώς και των μεταρρυθμίσεων (γνωστών ως Τανζιμάτ) που ακολούθησαν. Οπως είναι γνωστό, τα παραπάνω νομοθετικά μέτρα εξασφάλιζαν τουλάχιστον όσον αφορά τα ηγετικά στρώματα της ορθόδοξης κοινότητας την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των οθωμανών υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους. Ο Πατριάρχης αναγνωριζόταν από την οθωμανική έννομη τάξη εκτός από θρησκευτικός ηγέτης και ως «μέσον της [οθωμανικής] Κυβερνήσεως» για πολλές υποθέσεις του ποιμνίου του που είχαν σχέση με καθαρά κοσμικά ζητήματα. Το Πατριαρχείο, με την ιδιότητά του ως θεσμού της οθωμανικής έννομης τάξης, παρέμενε προσδεδεμένο στην οθωμανική νομιμότητα.
* Οι ιδεολογικές καταβολές
Η πρόσδεση όμως της Μεγάλης Εκκλησίας στην οθωμανική νομιμότητα είχε και ιδεολογικές καταβολές: ο οικουμενισμός του Πατριαρχείου συνέπλεε με την ιδέα της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Εξάλλου, όπως είχε αποδειχθεί και στο παρελθόν, από την εποχή ήδη της Γαλλικής Επανάστασης και του Ρήγα, η Μεγάλη Εκκλησία ήταν αντίθετη σε καινοτομίες τέτοιου είδους, ενώ η οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας φαινόταν να συμβιβάζεται δύσκολα με την ιδεολογία του εθνικισμού. Αλλωστε ο ανώτατος ορθόδοξος κλήρος δεν ήταν μόνος του στις απόψεις αυτές: πλαισιωνόταν από το ελληνόφωνο κωνσταντινουπολίτικο περιβάλλον που, από τον 17ο αιώνα με τους Φαναριώτες κυρίως, είχε αναδειχθεί όχι μόνο σε ηγεσία οικονομική, κοινωνική και πολιτική, αλλά ενσάρκωνε και το πολιτισμικό πρότυπο για όλους τους υπόλοιπους ορθόδοξους λαούς που συμβίωναν στο πλαίσιο της Αυτοκρατορίας. Από το 1714 το Οθωμανικό Κράτος αποκαλούσε όλους τους ορθόδοξους υπηκόους του, ανεξάρτητα από τη γλώσσα τους, Ρωμαίους, όπως δηλαδή αυτοαποκαλούνταν οι ορθόδοξοι ελληνόφωνοι κωνσταντινουπολίτες άρχοντες ως απόγονοι των Βυζαντινών. Αλλωστε από το 1766-67 ο Πατριάρχης αναγνωριζόταν από την Πύλη ως επικεφαλής του Γένους των Ρωμαίων (Rum milleti), δηλαδή ολόκληρης της ορθόδοξης κοινότητας της Αυτοκρατορίας και, όπως είναι ευνόητο, όχι μόνο των ελληνοφώνων. Κατά συνέπεια, η ηγεσία αυτού του οικουμενικού Ελληνισμού, η ενταγμένη στην οθωμανική κοινωνία, ήταν λογικό να έλθει σε αντίθεση με κάθε ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα που σκοπό είχε την ανατροπή της οθωμανικής έννομης τάξης και θα έθετε εν αμφιβόλω τον παραπάνω σημαίνοντα ρόλο τόσο του κλήρου όσο και άλλων ισχυρών κοινωνικά και οικονομικά ορθόδοξων ομάδων: υπήρχαν κατά συνέπεια σοβαρές αντιθέσεις για πολλούς λόγους ανάμεσα στον οικουμενικό Ελληνισμό και στον ελληνικό εθνικισμό.
* Τα μετά την επανάσταση
Αυτό εκδηλώθηκε με μεγάλη οξύτητα πολύ πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Κορυφώθηκε όμως κατά τη διάρκειά της: Παρά τη συμμετοχή αρκετών ιεραρχών σε αυτή, το Πατριαρχείο προσπάθησε επανειλημμένα όχι μόνο έπειτα από σουλτανική παρέμβαση για πολλούς λόγους να «νουθετήσει» τους επαναστατημένους και στη συνέχεια να αποτρέψει την επιχειρούμενη εκκλησιαστική χειραφέτηση που θα ερχόταν ως συνέπεια της ανεξαρτησίας. Και όταν αυτό συνέβη, κατά τρόπο αντίθετο με τους Ιερούς Κανόνες, αρνήθηκε κάθε κοινωνία με τη νέα αυτή Εκκλησία που έτσι, ώσπου να την αναγνωρίσει το 1850, ήταν ανυπόστατη για τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ας σημειωθεί ότι η κατά το 1830 αναγνώριση σχετικής αυτονομίας στη Σερβική Εκκλησία έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο πλαίσιο της οθωμανικής νομιμότητας. Προηγήθηκε δηλαδή σουλτανικό έγγραφο που έκανε μνεία για το θέμα αυτό και στη συνέχεια εκδόθηκε η σχετική συνοδική πράξη.
Από την άλλη πλευρά, οι «Ελλαδικοί», εκφράζοντας έναν άλλο Ελληνισμό, εθνικό και όχι οικουμενικό, και ακολουθώντας άλλες πολιτικές επιλογές, που στηρίζονταν ιδεολογικά και σε προηγούμενες θεωρήσεις που ανάγονται στον Κοραή, προχώρησαν στο Αυτοκέφαλο μονομερώς, χωρίς δηλαδή την κανονικά απαραίτητη έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας. Ετσι το διάταγμα του 1833 χειραφέτησε, σύμφωνα με τους θιασώτες του, την Ελλαδική Εκκλησία από τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και άρα από τον έλεγχο του σουλτάνου. Την υπέταξε όμως πλήρως στην πολιτική εξουσία του νέου εθνικού κράτους, αναγνωρίζοντας επικεφαλής της ένα βασιλέα που επιπλέον δεν ήταν και ορθόδοξος. Παράλληλα, στέρησε από τον ελλαδικό ανώτατο κλήρο, αλλά και από τις μονές, όσον βέβαια αφορά την ελληνική επικράτεια, πολλά από τα προνόμια που αυτοί απήλαυαν στο πλαίσιο του Οθωμανικού Κράτους.
Ο κ. Παρασκευάς Κονόρτας είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας των Θεσμών του υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμού στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου.
