Τι είναι η Συγκριτική Φιλολογία

Τι είναι η Συγκριτική Φιλολογία ΑΝΝΑ ΤΑΜΠΑΚΗ Στο ερώτημα «τι είναι η Συγκριτική Φιλολογία;» θα μπορούσα κατ'' αρχήν να καταφύγω, όπως συνέβη άλλωστε συχνά στο παρελθόν, σε πνευματικούς αστεϊσμούς του τύπου: μα πρόκειται για την επιστήμη των συγκρίσεων, για μια λογική διαδικασία συνυφασμένη με την ανθρώπινη κρίση και σκέψη. Η έννοια της σύγκρισης αποτελεί από τη φύση της αναπόσπαστο τμήμα των ανθρωπιστικών

ΤΟ ΒΗΜΑ

Στο ερώτημα «τι είναι η Συγκριτική Φιλολογία;» θα μπορούσα κατ’ αρχήν να καταφύγω, όπως συνέβη άλλωστε συχνά στο παρελθόν, σε πνευματικούς αστεϊσμούς του τύπου: μα πρόκειται για την επιστήμη των συγκρίσεων, για μια λογική διαδικασία συνυφασμένη με την ανθρώπινη κρίση και σκέψη. Η έννοια της σύγκρισης αποτελεί από τη φύση της αναπόσπαστο τμήμα των ανθρωπιστικών επιστημών.


Η Συγκριτική Φιλολογία όμως συνθέτει μια αυτοτελή και αυτόνομη επιστήμη με κωδικοποιημένη μεθοδολογία που έχει ήδη πίσω της ζωή ενός αιώνα. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως γνώρισε στο μακρύ διάβα της εξελικτικά στάδια που αποκαλούνται σχολές και τάσεις, περνώντας διαδοχικά από τον ιστορικό-φιλολογικό εμπειρισμό της γαλλικής σχολής των αρχών του αιώνα στη Νέα Κριτική (New Criticism) της αμερικανικής σχολής και, αν θέλετε ακόμη, από την υφολογική επεξεργασία των κειμένων, τη συγκριτική ποιητική και τις θεωρίες της πρόσληψης στις σημερινές διαπολιτισμικές και πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις. Ετσι, ως επιστήμη που στοχεύει να κατανοήσει και να ερμηνεύσει σ’ ένα πρωταρχικό στάδιο τους διαύλους των επιδράσεων, τις συγκλίσεις αλλά και τις αποκλίσεις που διέπουν τις εθνικές λογοτεχνίες και γενικότερα τα αισθητικά ρεύματα στις καλές τέχνες έχει περάσει από σημαντικές κρίσεις ορισμού του πεδίου της, από τις οποίες βγαίνει κάθε φορά ανανεωμένη, έχοντας αφομοιώσει και ενσωματώσει καινούργιους, σημαίνοντες θεωρητικούς προβληματισμούς.


Θα ήθελα να προσθέσω και τούτο: το γεωγραφικό εύρος της συγκριτικής γραμματολογίας αντανακλά, πιστεύω, τους ιδεολογικούς κραδασμούς της κάθε εποχής. Το τέλος του αιώνα των Φώτων και η περίοδος του Ρομαντισμού, δηλαδή ο 19ος αιώνας, κατά τον οποίο εκκολάπτονται οι πρώτες συστηματικές απόπειρες, έδωσαν έμφαση στη συγκριτική μελέτη των ευρωπαϊκών πολιτισμών, ενώ η ιδιαίτερα ευαίσθητη εποχή μας χρειάζεται τις ερμηνευτικές μεθόδους που προσφέρει ο συγκριτισμός για να γεφυρώσει την Ανατολή με τη Δύση, για να δώσει απαντήσεις σε ποικίλα προβλήματα πολιτισμικής μνήμης που διαπερνούν το λογοτεχνικό γεγονός καθώς και για να απαντήσει σε καίρια προβλήματα λογοτεχνικής και εθνικής ταυτότητας και ετερότητας. Βλέπουμε άλλωστε πως συντελούνται κατά τα τελευταία χρόνια πολλές και γόνιμες διεργασίες, όπως είναι η επαναφορά της ιστορικότητας, και πως επιδιώκεται ο συγχρωτισμός με τον προβληματισμό που παρέχουν οι άλλες ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες.


Τι συνέβη και τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα; Για μία ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι η ελληνική πνευματική ζωή διακρίνεται από εγγενείς αντιφάσεις. Το τονίζω αυτό γιατί, ενώ στο επίπεδο των προσωπικών περιπτώσεων ξεχωρίζουμε πρώιμες και σημαντικές πρωτοβουλίες, στο επίπεδο του συλλογικού αντιμετωπίζουμε αντιθέτως τη γνωστή έλλειψη θεσμικού πλαισίου και τη σπασμωδικότητα. Από τον περασμένο αιώνα έχουμε σημαντικούς και ευαίσθητους δέκτες των νέων τάσεων, που διδάσκοντας ή γράφοντας προσανατολίστηκαν σε ορισμένες συγκριτικές «αναγνώσεις» των φαινομένων, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Σπ. Ζαμπέλιος, ο Κωστής Παλαμάς.


Η Συγκριτική Φιλολογία όμως κάνει ουσιαστικά την επίσημη εμφάνισή της στην Ελλάδα με τη Γενιά του ’30. Βαρύνουσα είναι εδώ η πολύχρονη παρουσία του Κ. Θ. Δημαρά στα γράμματά μας, που κυρίως εργάστηκε με συνέπεια στον χώρο της ιστορίας των ιδεών και επηρέασε σημαντικά τους μεταγενέστερους τόσο με τη διδασκαλία του όσο και με τα γραπτά του. Υπήρξα μαθήτρια του Κ. Θ. Δημαρά στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης.


Παρ’ όλο που εκείνος έμενε σθεναρά προσκολλημένος στην κλασική ιστορική σχολή, πολλοί της γενιάς μου γοητεύθηκαν, όπως ήταν επόμενο, από τις νέες θεωρήσεις, από τον στρουκτουραλισμό και την ποιητική. Αυτός ο προβληματισμός μεταφέρθηκε κάπως όψιμα στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο χωρίς να δημιουργήσει κατά τη γνώμη μου συνεκτική ομάδα. Στα κατοπινά χρόνια προστίθενται όσοι γνώρισαν, κυρίως σπουδάζοντας σε ξένα πανεπιστήμια, τις τάσεις που εκφράστηκαν μετά τη δεκαετία 1970 με 1980.


Στην Ελλάδα, από τους πρώτους που δίδαξαν συστηματικά μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, φορέα που άνοιξε πρώτος τις πύλες του στη Συγκριτική Φιλολογία, ήταν ο Εμμανουήλ Κριαράς (γύρω στα 1950) και ο Αλκης Αγγέλου στην έδρα που κάλυπτε, σύμφωνα με το γαλλικό πρότυπο, το αντικείμενο της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας της Νεώτερης Ευρώπης (σημειώνω πως ιδρύθηκε το 1964 και πληρώθηκε μόλις το 1975). Σήμερα, στην καμπή του 20ού αιώνα, υπάρχει πλέον στη χώρα μας πλειάδα επιστημόνων που εργάζονται είτε στον ακαδημαϊκό χώρο είτε σε ερευνητικά κέντρα.


Υπάρχουν ακόμη πολλοί νέοι, κυρίως μεταπτυχιακοί φοιτητές που προσανατολίζονται σε σπουδές Συγκριτικής Φιλολογίας. Θα με ρωτήσετε ασφαλώς ποιες είναι οι θεωρητικές τάσεις που καλλιεργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και ποιες καλλιεργούνται σήμερα. Πρόκειται για ένα αρκετά σύνθετο ερώτημα στο οποίο επεδίωξε να δώσει μια ικανοποιητική και αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα η ημερίδα που διοργάνωσε η Εταιρεία μας τον περασμένο Οκτώβριο (1997) με θέμα «Σύγχρονες τάσεις της Συγκριτικής Γραμματολογίας». Οι εισηγήσεις θα δημοσιευθούν στο επόμενο τεύχος του περιοδικού «Σύγκριση», του οποίου αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε μάλιστα ανανεωμένο στη μορφή το ένατο τεύχος του.


«Ταυτότητα και Ετερότητα στη Λογοτεχνία, 18ος-20ός αιώνας» είναι το θέμα του δεύτερου διεθνούς συνεδρίου που οργανώνει η Ελληνική Εταιρεία Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας (ΕΕΓΣΓ) σε συνεργασία με το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΚΝΕ/ΕΙΕ) και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη στήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Στο συνέδριο συμμετέχουν διεθνώς γνωστοί επιστήμονες από τον χώρο της συγκριτικής φιλολογίας, οι οποίοι θα αναλύσουν τους τρόπους προσέγγισης της νεοελληνικής φιλολογίας μέσα από την οπτική της αντίθεσης ταυτότητα – ετερότητα, όπως επίσης τις τελευταίες τάσεις της συγκριτικής φιλολογίας. Οι εργασίες του συνεδρίου θα διαρκέσουν από 8 ως 11 Νοεμβρίου 1998 και θα διεξαχθούν στο Αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας του ΕΙΕ (Βασ. Κωνσταντίνου 48) και στο Παλαιό Αμφιθέατρο Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Κεντρικό Κτίριο, Πανεπιστημίου 30).


Η δρ Αννα Ταμπάκη είναι εντεταλμένη ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version