Από τριετίας περίπου διατελώ συνταξιούχος δικαστής με τον τίτλο του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου επί τιμή, παρ’ ότι ευρίσκομαι εκτός του χώρου λειτουργίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης δεν έπαυσα να ενδιαφέρομαι για τα προβλήματά της και να αφουγκράζομαι τον ρυθμό της αναπνοής της. Το ενδιαφέρον μου απορρέει εκ του ότι επί 41 χρόνια, περίπου, διετέλεσα δικαστής αλλά και επί τετραετία είχα την τιμή να είμαι Πρόεδρος της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων. H τελευταία ιδιότητα προδίδει και ιδιαίτερη γνώση των προβλημάτων της Δικαιοσύνης και αυξημένο ενδιαφέρον για την αντιμετώπισή τους. Στο πλαίσιο αυτού του ενδιαφέροντος θα αναφερθώ σε ορισμένα θέματα, των οποίων η αντιμετώπιση από τον υπουργό Δικαιοσύνης θα έχει, κατά τη γνώμη μου, ευεργετική επίδραση σε αυτό που αποκαλούμε «Απονομή Δικαιοσύνης».
1. Πρόεδρος Διοικήσεων: Το θέμα του τρόπου ή μάλλον του οργάνου επιλογής των Προέδρων (Προϊσταμένων) των μεγάλων δικαστηρίων είναι καυτό. Θέλω να πιστεύω ότι η λίαν δυσάρεστη κατάσταση, που εμφανίζεται σήμερα από τα μέσα ενημερώσεως και αφορά συγκεκριμένους δικαστές, δεν είναι άσχετη με τον σημερινό τρόπο αναδείξεως των Προέδρων των Δικαστηρίων. Δεν αμφισβητώ ότι όλοι οι ως τώρα εκλεγέντες με το ισχύον σύστημα ήταν μεταξύ των καλλιτέρων, παρά τούτο όμως ο τρόπος επιλογής τους τούς καθιστά ανίκανους να επιβληθούν στους συναδέλφους τους. Εξάλλου το σύστημα ευνοεί την παρέμβαση τρίτων, εκτός δικαστικού σώματος, για την εξασφάλιση της εκλογής και τούτο αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς. Το σημερινό δυσάρεστο φαινόμενο θα είχε αποφευχθεί και ο δικαστής όσο αδίστακτος και αν είναι, δεν θα βρισκόταν «στου κακού τη σκάλα» αν δεν είχε κάποια «ιδιαίτερη» συνεργασία με κάποιους δικηγόρους. Νομίζω ότι η τοποθέτηση των Προϊσταμένων πρέπει να γίνεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και μόνον. H επιλογή μέσω της κάλπης χωρίζει τους δικαστές, αναδεικνύει πολιτικές τοποθετήσεις, δημιουργεί ομάδες ημετέρων και υμετέρων. Διετέλεσα συνδικαλιστής και γνωρίζω ότι η μέσω της κάλπης εκλογή γίνεται κατά 70% με πολιτικά κριτήρια, 20% με προσωπικές σχέσεις ή και ανταλλάγματα και μόνο κατά 10% με κριτήριο την εκτίμηση της προσωπικότητας του υποψηφίου.
2. Δημιουργία Πρωτοδικείων στην Αττική: Ακούω ότι στο Πρωτοδικείο των Αθηνών οι υποθέσεις του Πολυμελούς προσδιορίζονται μετά 1,5-3 έτη και με μία αναβολή φθάνουν τα πέντε έτη. Εντεύθεν γίνεται σαφές ότι αυτό δεν λέγεται «απονομή δικαιοσύνης», η δίκη, όσο και σωστή απόφαση να ακολουθήσει, έχει παύσει να είναι «δίκαιη». Τι μέλλει γενέσθαι; Κατ’ αρχήν πρέπει να ιδρυθούν δύο Πρωτοδικεία σε Ανατολική και Δυτική Αττική, ώστε να περιορισθεί ο σημερινός υδροκεφαλισμός του Πρωτοδικείου Αθηνών. Χρειάζονται νέες αίθουσες που δεν διαθέτει το σημερινό Πρωτοδικείο, χρειάζονται Πρωτοδίκες και Γραμματείς. Θα παρατηρηθεί ότι έχουμε ήδη αριθμό δικαστών που σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι μεγάλος. Τούτο δεν το αρνούμαι, αλλά ο αριθμός των δικαστών εξαρτάται από τον όγκο των δικαστικών υποθέσεων και όχι από το μέγεθος της χώρας. Οποιος καταφεύγει στη Δικαιοσύνη ζητάει γρήγορη απόφαση και δεν τον απασχολεί ο αριθμός των δικαστών.
3. Παραγραφή εγκλημάτων: Σήμερα ο μέγιστος χρόνος παραγραφής είναι 20ετής. Για τα πλημμελήματα είναι πενταετής με δυνατότητα παρατάσεως μέχρις οκτώ ετών. Στον Αρειο Πάγο φθάνουν όταν εγγίζει η συμπλήρωση της οκταετίας και έτσι, σε περίπτωση αναιρέσεως της σχετικής καταδικαστικής αποφάσεως, είναι βέβαιο ότι το κατηγορούμενο πλημμέλημα θα παραγραφεί. Επιβάλλεται, νομίζω, να αυξηθεί ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων, τουλάχιστον της αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, σε οκταετία. Ακόμη πρέπει για ορισμένα σοβαρά κακουργήματα, όπως η ανθρωποκτονία, να αυξηθεί ο χρόνος σε τριακονταετία. Τούτο διότι πολλά τέτοια εγκλήματα παραμένουν επί μακρόν στο σκοτάδι και έτσι ξεφεύγουν από την αρπάγη του νόμου επικίνδυνοι εγκληματίες λόγω παραγραφής.
4. Κατάργηση Ειρηνοδικείων: Ο θεσμός του Ειρηνοδίκη θεσπίστηκε σε άλλες εποχές για την κάλυψη αναγκών οι οποίες σήμερα έχουν παύσει να υπάρχουν. H ευχέρεια των μετακινήσεων έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις και το κέντρο βάρους της ζωής έχει μεταφερθεί στα μεγάλα και μικρότερα αστικά κέντρα. Σε αυτά διαμένει και ο σημερινός Ειρηνοδίκης που μεταβαίνει στην έδρα του μόνο για τις ανάγκες της υπηρεσίας του. Ετσι η κατάργηση των Ειρηνοδικών δεν θα δημιουργήσει εντύπωση εγκατάλειψης της υπαίθρου ώστε να έχει πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση που θα το πραγματοποιήσει. Εξάλλου στους μεγάλους οικισμούς της υπαίθρου και στα μεμονωμένα μέρη (νησιά) τα Ειρηνοδικεία θα μετατραπούν σε Μονομελή Πρωτοδικεία και δεν θα υπάρξει ζήτημα εγκατάλειψης. Σχετικώς η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων είχε προ ετών υποβάλει λεπτομερείς προτάσεις για την κατάργηση των Ειρηνοδικείων, οι προτάσεις δε αυτές μπορούν να αποτελέσουν βάση σε μια επαναφορά του θέματος.
5. Προκαταρκτική εξέταση: H εξέταση αυτή στοχεύει στη διακρίβωση του αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, έλαβε ή όχι χώρα αξιόποινη πράξη, προκειμένου να κριθεί αν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη. H τελευταία τροποποίηση, με τον Νόμο 3160/2003, της σχετικής διατάξεως του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και η παροχή τετράμηνης προθεσμίας για την προκαταρκτική εξέταση με δυνατότητα τετράμηνης επίσης παράτασης, κάθε άλλο παρά στην επίσπευση της δίκης στοχεύει. Ας μη λησμονείται, εξάλλου, ότι η ένορκη εξέταση του κατηγορηθέντος ή η χωρίς παράσταση συνηγόρου εξέταση υπόπτου δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας. Ετσι στερείται κάθε αποδεικτικής αξίας.
6. Ομαδικές μεταθέσεις δικαστικών λειτουργών: Τελευταίως πολύς θόρυβος γίνεται για ομαδικές μεταθέσεις δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν επί πολλά έτη σε κάποια πόλη, εκτός της πόλεως των Αθηνών. Κατ’ αρχήν, οι μεταθέσεις αυτές σήμερα, μετά τον θόρυβο που έχει γίνει για μερικούς επίορκους δικαστές, αναπόφευκτα θα συνδεθεί με το θέμα αυτό και κάθε μετατιθέμενος θα έχει το στίγμα του επιόρκου. Δεν νομίζω ότι μαζί με τα ξερά πρέπει να καούν και τα χλωρά. Αλλά, περαιτέρω ερωτάται, γιατί πρέπει να μετατεθεί ένας από τον τόπο όπου, ενδεχομένως, έχει ιδιόκτητο σπίτι, όπου μεγαλώνουν ή σπουδάζουν τα παιδιά του και δεν έχει δώσει δικαιώματα επίκρισης, διότι κάνει σωστά τη δουλειά του; Θα πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να «τιμωρηθούν», διότι παρέμειναν επί μακρόν στο ίδιο δικαστήριο; Ισως θα πρέπει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο κ. Κάπος, να επανεξετάσει το θέμα αυτό.
7. Ανεπαρκείς δικαστές: Υπάρχει ένας αριθμός δικαστών που για λόγους υπαίτιους ή ανυπαίτιους (π.χ. ασθένεια) δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του λειτουργήματός του. Οι δικαστές αυτοί είναι ανεπαρκείς και επιβιώνουν σε βάρος των άλλων συναδέλφων τους, όταν δε επιστεί ο χρόνος προαγωγής αξιώνουν ίση μεταχείριση. Για αυτούς πρέπει να ανοίξει η πόρτα εξόδου, είτε μέσω νομοθετικής ρυθμίσεως, όπου είναι επιτρεπτή, είτε μέσω των αρμόδιων δικαστικών οργάνων της Ολομέλειας.
Κατά το τέλος της δικαστικής μου καριέρας, ως Προέδρου της Επιθεωρήσεως, είχα παραπέμψει έναν περιορισμένο αριθμό δικαστών για απόλυση λόγω ανεπάρκειας. Δεν γνωρίζω τη συνέχεια, καίτοι μπορώ να την υποθέσω λόγω της μεγάλης επιείκειας που επιδεικνύει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις περιπτώσεις αυτές.
Ολα τα προεκτεθέντα αποτελούν σκόρπιες σκέψεις πάνω σε ζητήματα που πρέπει να απασχολήσουν τον Δραστήριο Υπουργό της Δικαιοσύνης.
Ο κ. Δ. K. Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην πρόεδρος της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων.
