ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος εμπρός στην τρίδυμη δοκιμή ατομικής βόμβας που πραγματοποίησε η Ινδία την περασμένη εβδομάδα. Και μολονότι είναι κάπως υπερβολική η δήλωση του εκπροσώπου του Λευκού Οίκου ότι η δοκιμή αποτελεί «μεγάλη πρόκληση προς την πολιτισμένη ανθρωπότητα», οι αντιδράσεις, ιδιαίτερα των ασιατικών χωρών, οι ανακλήσεις των πρεσβευτών και οι καταγγελίες εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων χωρών είναι και δικαιολογημένες και έχουν προηγούμενο. Ως εδώ όμως. Διότι να επιβάλει εμπάργκο στην Ινδία ο πρόεδρος Κλίντον, να διαμαρτύρεται το Πεκίνο και να φωνάζει «βοήθεια» το Πακιστάν πάει πολύ.
Πού ήταν ο αμερικανός πρόεδρος όταν η Κίνα έκανε σε όλη τη δεκαετία του ’80 και ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ανά πεντάμηνο περίπου δοκιμές ατομικών και πυρηνικών όπλων; Οταν το Κογκρέσο, με μικρή ομολογουμένως πλειοψηφία, ζήτησε το 1990 από τον τότε πρόεδρο Μπους να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές ορισμένων αμερικανικών προϊόντων στην Κίνα ως αντίποινα για τη συνέχιση των δοκιμών, η απάντηση ήταν ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη (για τα συμφέροντα των αμερικανικών επιχειρήσεων που είχαν δουλειές στην Κίνα, φυσικά).
Και πού ήταν ο πρόεδρος Κλίντον όταν ο πρόεδρος Σιράκ ανήγγειλε ότι η Γαλλία δεν θα σεβαστεί το μορατόριουμ που είχε επιβάλει ο προκάτοχός του πρόεδρος Μιτεράν και θα επαναλάβει τις δοκιμές πυρηνικών όπλων; Τις οποίες συνεχίζει ανενόχλητη έκτοτε και μάλιστα όχι στο έδαφός της αλλά στον Ειρηνικό. Η ΕΕ, η οποία ορθώς επικρίνει σήμερα την Ινδία, όφειλε να είχε κάνει το ίδιο και στη Γαλλία του Σιράκ που συμβαίνει να είναι και μέλος της. Τότε θα είχε βαρύτητα το διάβημά της. Δικαίως στο Νέο Δελχί οι ινδοί αξιωματούχοι καγχάζουν γι’ αυτή την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Αλλά στον χορό εισήλθε και το Πεκίνο. Προς κατάπληξιν των διπλωματών όλου του κόσμου, η Κίνα για πρώτη φορά στην υπερπενηντάχρονη ιστορία της έκανε λόγο για «ηθικές αξίες». Η δήλωση του υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι η Κίνα «ταράχθηκε σφόδρα» από τις ινδικές δοκιμές. Φυσικά, το υπουργείο ξέχασε ότι η Κίνα ως τον Ιούλιο του 1996 συνέχιζε τις πυρηνικές δοκιμές και μόνο όταν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι την «πληροφόρησαν» ότι θα έπαιρναν οικονομικά μέτρα εις βάρος της διέκοψε τις δοκιμές στην 45η συγκεκριμένα και τον Σεπτέμβριο του 1996 υπέγραψε τη Συνθήκη για τη Διακοπή των Δοκιμών.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά. Ποιος έδωσε στην Ινδία την τεχνολογία και τα επιστημονικά μέσα για να κατασκευάσει ατομικά (όπως και πυραυλικά) όπλα; Σε ανύποπτο χρόνο βρετανικά περιοδικά αλλά και τα στοιχεία που κατέθεσε το 1984 και αργότερα η CIA στην Επιτροπή Ατομικής Ενεργείας της αμερικανικής Βουλής μαρτυρούν ότι καναδικές εταιρείες, αμερικανικά πανεπιστήμια και βρετανοί επιστήμονες «συνεργάστηκαν στενώς» με τους ινδούς συναδέλφους τους από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 για την κατασκευή ατομικών όπλων. Η Ινδία δεν το αρνήθηκε ποτέ. Στον αντίπαλο χώρο, στο Πακιστάν, η βοήθεια ήρθε από την Κίνα. Ο αγγλικός «Economist» επανειλημμένως έγραψε για το είδος της τεχνικής και υλικής «συνεργασίας» την αποτιμά σε 1,6 δισ. δολάρια που έδωσε και εξακολουθεί να παρέχει η Κίνα στο Πακιστάν για να έχει και εκείνο το ατομικό του οπλοστάσιο.
Αλλά ευθύνες, και πολύ μεγάλες μάλιστα, έχουν η CIA και η αμερικανική κυβέρνηση. Ηταν χρέος τους να παρακολουθούν στενά την Ινδία αφού αυτή δεν έχει υπογράψει τη συνθήκη για τις ατομικές δοκιμές, γεγονός που μαρτυρεί ότι είχε την πρόθεση να τις συνεχίσει. Οι υπηρεσίες των ΗΠΑ έχουν όλα τα τεχνικά μέσα για μια τέτοια παρακολούθηση. Ούτε τα δολάρια τους έλειψαν ούτε είχαν να κάνουν τίποτε άλλο σοβαρό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Πώς συνέβη και «δεν αντελήφθησαν τίποτε»; Μυστήριο, έγραφαν προχθές οι «New York Times». Ισως όχι και τόσο.
