Ο θόρυβος για το «ροζ σκάνδαλο» του προέδρου Κλίντον συνοδεύθηκε στην Ευρώπη με έναν σχολιασμό πάνω στην «υποκρισία» και στον «πουριτανισμό» εκείνων των Αμερικανών που κρίνουν αυστηρά τον πρόεδρό τους. Νομίζω ότι όσοι υιοθετούν αυτήν τη θέση παραβλέπουν μια βασική αρχή, που είναι εκείνη του πολιτικού φαίνεσθαι σε μια δημοκρατία, η οποία σε τελευταία ανάλυση δοκιμάζεται από την αλήθεια ή το ψέμα στις δημόσιες διακηρύξεις ενός πολιτικού.
Το ζήτημα δεν είναι τόσο αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι μοιχός ούτε αν οι νατουραλιστικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη σχέση του με τη Μόνικα Λιουίνσκι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αν και είναι δύσκολο για οποιονδήποτε πολίτη, «πουριτανό» ή όχι, να συμβιβασθεί με την εικόνα ενός πολιτικού ηγέτη που έχει το μυαλό του συνεχώς σε ένα (το γνωστό) πράγμα. Το επίμαχο ζήτημα είναι αν ο πρόεδρος είπε ψέματα, ιδίως δε αν ψευδόρκησε.
Ανάγκη διαφάνειας
Ας ξεκαθαρίσουμε πριν από όλα ένα ζήτημα. Σε μια δημοκρατία το φαίνεσθαι έχει μεγάλη σημασία. Ενα δημόσιο πρόσωπο και κυρίως ένας πολιτικός ηγέτης έχει κατ’ ανάγκην στενότερα περιθώρια ιδιωτικής ζωής από ό,τι έχουν οι άλλοι. Σε μια δημοκρατική πολιτεία η ανάγκη της διαφάνειας συνεπάγεται την αποδοχή αυτού του κανόνα του πολιτικού φαίνεσθαι τον οποίο είχε εκφράσει ο Τζον Ανταμς, δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ (1735 – 1826) με τη λατινική έκφραση spectemur agendo, δηλαδή να είναι ο ηγέτης ορατός στη δράση του. Η πολιτική δραστηριότητα πρέπει να μπορεί να φαίνεται για να μπορεί και να ελέγχεται όπως και να θαυμάζεται. Και εφόσον ένας πολιτικός ηγέτης εκλέγεται και για τη δημόσια εικόνα που δίνει ο ίδιος προς τα έξω, θα πρέπει να θεωρεί αναμενόμενο τον έλεγχο για οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτήν την εικόνα, νόμιμη ή παράνομη.
Ολοι δεχόμαστε ότι σε μια δημοκρατία εκείνος που βρίσκεται στην εξουσία είναι φιλοξενούμενος και όχι κάτοχός της. Οι Αμερικανοί φαίνεται όμως να παίρνουν πολύ πιο σοβαρά από τους Ευρωπαίους αυτή την αρχή. Γι’ αυτό και πρόβλεψαν τη θέση του ένορκου ελεγκτή των δραστηριοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας. Ρόλος του τελευταίου, τον οποίο πληροί ο ρεπουμπλικανός δικαστικός Κίνεθ Σταρ, είναι να ανακαλύπτει αν υπάρχουν παράνομες πράξεις ή «ανομήματα» (misdemeanors) στους χειρισμούς του προέδρου. Εννοείται ότι η ανεξαρτησία αυτής της υπηρεσίας δεν είναι μόνο τυπική αλλά και λειτουργική και οικονομική. Ο ελεγκτής έχει στη διάθεσή του μεγάλα κονδύλια και προσωπικό με απόλυτη επάρκεια για την αποστολή του.
Το ψεύδος στην πολιτική
Η ιδέα πίσω από αυτόν τον θεσμό βρίσκεται στην καρδιά της ίδιας της δημοκρατικής αρχής και αυτή είναι ότι υπάρχει ανάγκη για διαρκείς ελέγχους και ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει ο ελεγχόμενος να είναι και ο ελέγχων. Η δημοκρατία προαπαιτεί την εμπιστοσύνη του κοινού η οποία δεν είναι και δεν επιτρέπεται να είναι τυφλή. Εξασφαλίζεται μέσα από ελέγχους. Και η δυνατότητα πραγματοποίησης ελέγχων προϋποθέτει πριν από όλα την ελεγξιμότητα, δηλαδή τη διαφάνεια στην πολιτική δραστηριότητα. Αυτοί που ασκούν εξουσία συνεπώς βρίσκονται συνεχώς υπό έλεγχον και η παρουσία της ελεγκτικής εγρήγορσης του αμερικανικού συστήματος διακυβέρνησης είναι πάντα αισθητή στους κυβερνώντες, όσο μεγάλη θέση και αν κατέχουν.
Απαραίτητος και στοιχειώδης κανόνας για την ύπαρξη ελεγξιμότητας και διαφάνειας είναι να μην ψεύδεται ένας πολιτικός. Μπορεί να αντιτάξει κανείς σε αυτό ότι έτσι και αλλιώς όλοι οι άνθρωποι κατά καιρούς ψεύδονται και ο πολιτικός που ασκεί εξουσία ψεύδεται περισσότερο κατ’ ανάγκην και ότι είναι υποκριτικό και εξωπραγματικό να απαιτείται απαρέγκλιτα η αλήθεια από αυτόν. Ο κανόνας της αλήθειας είναι όμως συνυφασμένος με τον κανόνα της διαφάνειας στο πολιτικό παιχνίδι σε μια δημοκρατία. Ο πολιτικός υποτίθεται ότι δεσμεύεται ως προς την αλήθεια των λεγομένων του, αλλιώς δεν είναι δυνατόν να τον πάρει κανείς στα σοβαρά. Κάθε δημόσια δήλωσή του πρέπει, κατά συνέπειαν, να λογίζεται ως αληθής προτού κριθεί ως προς τους σκοπούς που εξυπηρετεί και την πολιτική που εκφράζει. Η ψευδολογία ή η απόκρυψη της αλήθειας αποτελεί επιβουλή κατά της αρχής της εξεγξιμότητας των πολιτικών πράξεων, χωρίς την οποία η έννοια της δημοκρατικής διακυβέρνησης χάνει εντελώς το νόημά της. Επομένως, αν ο πρόεδρος Κλίντον είπε ψέματα όσον αφορά τη σχέση του με τη Μόνικα Λιουίνσκι, έστω ένα μικρό ψέμα, σημαίνει ότι προσπάθησε να παρεμποδίσει τη δικαιοσύνη στο διερευνητικό της έργο. Αυτό αποτελεί «φάουλ» ανάξιο για πρόεδρο μιας μεγάλης χώρας. Και αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό αβρόχοις ποσίν ακόμη και από τους ίδιους τους υποστηρικτές του Κλίντον.
Ηθικά και πολιτικά συνεπώς και ανεξάρτητα από το καθαρά νομικό της μέρος, η υπόθεση τοποθετείται σε άλλο επίπεδο από τη συντηρητική ηθική, που ορθά ή λανθασμένα αποδίδεται στην αμερικανική κοινή γνώμη. Αλλωστε η ίδια η κοινή γνώμη στην Αμερική, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, στηρίζει τον πρόεδρο Κλίντον και θεωρεί ότι εκτελεί ικανοποιητικά τα καθήκοντά του. Αυτή η στάση της κοινής γνώμης μπορεί όμως να αλλάξει και θα αλλάξει αν ο πρόεδρος αποδειχθεί ψεύτης.
Η λογική του παιχνιδιού
Η αιτία για αυτό έχει να κάνει με τη λογική του πολιτικού παιχνιδιού σε μια δημοκρατία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πολιτικό διακύβευμα είναι μεγάλο. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μπιλ Κλίντον προσπαθούν να τον φέρουν σε ένα νομικό αδιέξοδο με πρωταγωνιστή τον Κίνεθ Σταρ. Μέρος αυτής της προσπάθειας είναι και η χρησιμοποίηση των μαρτυριών ή εκβιασμών εκ μέρους διαφόρων προσώπων που ανήκουν στο ωραίο φύλο, στο οποίο είναι πλέον ή βέβαιο ότι ο πρόεδρος έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Ο τελευταίος δήλωσε ότι οι κατηγορίες που του προσάπτουν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Το αν ο ηθικός που απαγορεύει σε έναν άνδρα να έχει εξωσυζυγικές σχέσεις είναι ξεπερασμένος ή υποκριτικός δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Κλίντον δεν υιοθετεί την εικόνα που προκύπτει για αυτόν από τις μαρτυρίες της Πόλα Τζόουνς, της Κάθλιν Γουίλι και της Μόνικας Λιουίνσκι, απορρίπτοντας ως ψευδή την τελευταία. Αν όμως αυτή η επίσημη διάψευσή του ελεγχθεί ως ψευδής, θα χάσει το πολιτικό παιχνίδι μαζί με το νομικό και θα ακολουθήσει μοιραία η διαδικασία που οδηγεί στην καθαίρεση (impeachment) σύμφωνα με το αμερικανικό σύνταγμα. Το πολιτικό νόημα αυτής της κύρωσης δεν είναι ότι η κοινή γνώμη καταδικάζει έναν πρόεδρο επειδή ερωτοτροπεί αλλά επειδή αποδεικνύεται αναξιόπιστος.
Το ζήτημα έχει μια ακόμη πιο ισχυρά πολιτική διάσταση, που πάει ακόμη πιο μακριά από ό,τι φαίνεται στην περίπτωση του Κλίντον. Ο αμερικανός πρόεδρος έχει μεγαλύτερη ανάγκη από την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης, επειδή η πολιτική που ακολουθεί το απαιτεί, εφόσον επιζητεί να έχει μεγαλύτερο ρόλο για τον εαυτό της. Αποτελεί μάλιστα επιτυχία του το γεγονός ότι κατόρθωσε να την αποκτήσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δοκιμαζόμενη αξιοπιστία του Κλίντον είναι βαθύτατα πολιτική και βαθύτατα ηθική υπόθεση. Γι’ αυτό ορθά κρίνεται με αυστηρούς κανόνες, η τήρηση των οποίων αποτελεί τον απαράβατο «μετακανόνα» σε μια δημοκρατία που παίρνει στα σοβαρά το όνομά της.
Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
