Τα όσα αποκαλύφθηκαν σχετικά με την ας το πω ευγενικά οργανωτική ανεπάρκεια του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη ’97» (ΟΠΠ) είναι φαιδρά και θλιβερά, σχεδόν κωμικοτραγικά. Η κωμική πλευρά εντοπίζεται σε όλα εκείνα τα περιστατικά που με αρκετό σαρκασμό κατέγραψε ο εγχώριος και διεθνής Τύπος: ο οδηγός αυτοκινήτου για να παραλάβει την κυρία Μπάλτσα ουδέποτε εμφανίστηκε· δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν εκδηλώσεις επειδή δεν υπήρχαν θέσεις· η προβολή της ταινίας «Καβάφης» άρχισε ένδεκα ώρες αργότερα από αυτήν που επισήμως ανακοινώθηκε! («Το Βήμα», 9.2.1997).
Το τραγικό στοιχείο αφορά κυρίως τα όσα ψιθυρίζονται για ευνοιοκρατία και κατάχρηση του δημοσίου χρήματος: για «μεγάλο φαγοπότι» και «λεηλασία δισεκατομμυρίων» κάνει λόγο «Το Βήμα» (23.2.1997), ενώ η Δικαιοσύνη ερευνά οικονομικά σκάνδαλα και διαχειριστικές παραλείψεις.
Η περίπτωση του ΟΠΠ εικονογραφεί με ενοχλητική καθαρότητα την οργανωτική παθολογία της σημερινής Ελλάδας. Μήπως πρόκειται για εξαίρεση; Μακάρι να ήταν, αλλά δεν νομίζω. Πέρυσι, λ.χ., η κυρία Κιοσσέ διαπίστωνε στο «Βήμα» (24.3.1996), με δύσκολα αποκρυπτόμενη αγανάκτηση, ότι «ούτε το Φεστιβάλ Αθηνών δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε εγκαίρως και να το κρατήσουμε στα επίπεδα όπου ήταν άλλοτε. (…) Στον κατάλογο των 61 ευρωπαϊκών φεστιβάλ του ’96, που δημοσιεύθηκε την περασμένη Κυριακή στους “Τάιμς της Νέας Υόρκης”, το Φεστιβάλ Αθηνών λάμπει με την απουσία του». Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Φταίνε οι «κυβερνητικές αλλαγές», διατείνεται στο ίδιο άρθρο ο διευθυντής του Φεστιβάλ.
Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλα παραδείγματα, αλλά ήδη αντιλαμβάνεστε τι εννοώ: ως κράτος είμαστε ανίκανοι να οργανώσουμε με αξιοπιστία, αποτελεσματικότητα και (φευ!) εντιμότητα ακόμη και δραστηριότητες ρουτίνας. Μα καλά, θα αναρωτηθεί κάποιος, δεν υπάρχουν σε αυτή τη χώρα ικανοί και έντιμοι άνθρωποι; Δεν υπάρχουν τεχνικές διοίκησης οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν; Τόσο δύσκολο είναι να οργανωθεί ένα πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων;
Και ικανοί άνθρωποι υπάρχουν και τεχνικές είναι διαθέσιμες. Λείπει όμως κάτι άλλο, το πιο ουσιώδες: το οργανωτικό πνεύμα. Η οργάνωση είναι πάνω απ’ όλα νοοτροπία και αυτή ακριβώς η νοοτροπία είναι που απουσιάζει από το ελληνικό κράτος. Να το πω πιο απλά και αρκετά σχηματικά: όταν ο Γερμανός ή ο Βρετανός αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν μια δραστηριότητα, το πρώτο πράγμα που συνήθως σκέφτονται είναι πώς να την οργανώσουν αποτελεσματικά, αποδοτικά και εννοείται έντιμα, ανεξαρτήτως προσώπων. Στην ελληνική περίπτωση, τα πράγματα αντιστρέφονται: το πρώτο μέλημα είναι «ποιον ξέρω;», «ποιος είναι δικός μας;», «πώς θα ωφεληθώ;».
Η οργάνωση α λα ελληνικά είναι προσωποκεντρική: συνήθως απουσιάζουν οι παγιωμένες, συλλογικά σεβαστές, απρόσωπες διαδικασίες. Αντί αυτών κυριαρχούν οι προσωπικές διασυνδέσεις, τα προσωπικά σχέδια, οι προσωπικές πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό, όταν αντικαθίστανται τα αρμόδια άτομα, δημιουργείται ασάφεια, ρευστότητα και αναβλητικότητα· αυτός είναι ο κύριος λόγος που σε ένα προσωποκεντρικό σύστημα ανθεί η σκανδαλολογία.
Καθ’ ότι η ελληνική διοίκηση είναι άκρως συγκεντρωτική και τυπολατρική, όταν αλλάζουν τα αρμόδια πολιτικά πρόσωπα ή τα πολιτικώς διορισθέντα διευθυντικά πρόσωπα (και αλλάζουν συχνά!), δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με το πρακτέον. Θα ακολουθήσει η καινούργια διοίκηση τις αποφάσεις της παλιάς ή θα δράσει διαφορετικά; Το ερώτημα διαπερνά, με παραλυτικές συνέπειες, όλα τα επίπεδα της διοίκησης. Ως αποτέλεσμα, ο διοικητικός μηχανισμός αδυνατεί να διεκπεραιώσει ακόμη και θέματα ρουτίνας, όπως είναι το πρόγραμμα ενός φεστιβάλ. (Πρόσφατο παράδειγμα: η αλλαγή διοίκησης στον ΕΟΤ και η αβεβαιότητα που επέφερε σχετικά με ήδη ανειλημμένες πρωτοβουλίες του Οργανισμού).
Γιατί όμως στην Ελλάδα το διοικητικό πρότυπο τείνει να είναι προσωποκεντρικό, ενώ στη Δ. Ευρώπη είναι θεσμοκεντρικό; Η απάντηση πρέπει, ως συνήθως, να αναζητηθεί στην ιστορία. Το κράτος στις χώρες της Δ. Ευρώπης αναπτύχθηκε αρκετά διαφορετικά από ό,τι στην Ελλάδα. Αν και δεν είναι εδώ ο χώρος να εξηγήσουμε τις ιστορικές διαφορές, μπορούμε γενικά να πούμε ότι το κράτος στη Δ. Ευρώπη εμπέδωσε στη λειτουργία του τις αξίες του ορθολογικού υπολογισμού: στην εκτέλεση μιας δραστηριότητας επιδιώκεται να αναζητούνται τα καλύτερα μέσα για την επίτευξη του σκοπού. «Καλύτερα» από ποιαν άποψη; Από την άποψη της μεγιστοποίησης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. Οπως με διεισδυτική ενάργεια ανέλυσε ο Μαξ Βέμπερ, η ορθολογική διοίκηση στηρίζεται σε τέτοιες αφηρημένες αρχές καθολικής ισχύος, στις οποίες υπάγονται τα επιμέρους συμφέροντα και με βάση τις οποίες ελέγχονται οι ατομικές συμπεριφορές.
Το ελληνικό μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης είναι διαφορετικό και το συναντούμε, σε ποικίλες εκδοχές, σε όλες σχεδόν τις χώρες που δεν έχουν πλήρως εκσυγχρονισθεί. Η λογική του διέπεται από την παραδοσιακή αξία της προσωπικής συναλλαγής και των αμοιβαίων υποχρεώσεων: στο πλαίσιο μιας συλλογικής δραστηριότητας τείνουμε να ευνοούμε (χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιούμε) τον συγγενή μας, τον συντοπίτη μας, τον ψηφοφόρο μας, τον κομματικό μας φίλο με δυο λόγια, τον «δικό μας». Το άτομο σε μια τέτοια οργάνωση δεν έχει την αφηρημένη ιδιότητα του πελάτη, του εργαζομένου ή του διευθυντή, αλλά είναι «ο Μήτσος», ο «πατριώτης», ο «ξάδελφος», ο «σύντροφος», ο «κολλητός». Οι θεσμοποιημένες διαδικασίες και οι απρόσωποι κανόνες λειτουργούν περισσότερο ως προσχήματα παρά ως κατευθύνσεις συμπεριφοράς.
Σε ένα τέτοιο σύστημα το άτομο δεν κρίνεται τόσο με βάση τα αποτελέσματα των πράξεών του όσο με βάση τη συμμόρφωσή του προς το κέντρο από το οποίο εκπορεύεται η εύνοια. Τι και αν δεν πήγε να πάρει ο οδηγός την κυρία Μπάλτσα; Τι και αν το Φεστιβάλ Αθηνών δεν κάνει τη δουλειά του εγκαίρως; Τι και αν ο ΟΠΠ συγκλονίζεται από σκάνδαλα; Θα τιμωρηθεί κανείς; Θα θιγεί η υπόληψη κανενός; Θα παραιτηθεί κανείς; Σε ένα προσωποκεντρικό και ευνοιοκρατικό σύστημα τα αρνητικά αποτελέσματα σπάνια συνοδεύονται από κυρώσεις: η νομιμοποίηση του διευθυντή δεν αντλείται τόσο από το έργο που παράγει όσο από τις διασυνδέσεις του. Επιπλέον, δεδομένου ότι συνήθως υπάρχει οργανωτική ρευστότητα, τα όποια αρνητικά αποτελέσματα εκλογικεύονται εύκολα, αφού είναι δύσκολο να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες. Πόσο ευθύνεται, λ.χ., ο τέταρτος κατά σειράν καλλιτεχνικός διευθυντής του ΟΠΠ; Οταν οι διευθυντές αλλάζουν διαρκώς, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς.
Με άλλα λόγια, οργάνωση α λα ελληνικά σημαίνει ρευστότητα, ασάφεια, απουσία θεσμικής μνήμης πιο απλά, άρπα – κόλλα. Αν τυχαίνει να έχει κανείς την ικανότητα, τα μέσα, την ευσυνειδησία και την εντιμότητα να κάνει κάτι σωστά, θα το κάνει. Το σύστημα όμως δεν είναι προσανατολισμένο να παράγει διαρκή αποτελέσματα με τρόπο αποδοτικό, διαφανή και αποτελεσματικό. Το παράξενο δεν είναι γιατί ένα τέτοιο σύστημα οργάνωσης δημιουργεί προβλήματα, αλλά πώς καταφέρνει να κάνει κάτι καλά, όταν το καταφέρνει!
