Οικουμενικά ήθη και εθνικοί πολιτισμοί

Οικουμενικά ήθη και εθνικοί πολιτισμοί Η συνύπαρξη διαφορετικής προέλευσης πολιτιστικών ομάδων αποτελεί πάντα ένα μείζον «πρόβλημα», που οφείλει να αντιμετωπίζεται πολιτικά. Τα κριτήρια της πολιτιστικής αυτονομίας των εθνικών κοινωνιών κάθε άλλο παρά δεδομένα είναι και η απορία αν και κατά πόσον οι εμφανιζόμενοι ως «άλλοι» είναι πράγματι διαφορετικοί παραμένει βασανιστική Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ (Εικόνα μεγέθους

Οικουμενικά ήθη και εθνικοί πολιτισμοί


«Η κουλτούρα», έλεγε ο Τ. Σ. Ελιοτ, «είναι ο πλήρης τρόπος ζωής ενός λαού, ένας τρόπος που σφραγίζει τα μέλη του από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, από τα χαράματα μέχρι τη νύχτα, ακόμα και στον ύπνο». Αυτή είναι εξάλλου και η κυρίαρχη άποψη. Μετά τον Χέρντερ, όλοι δεχόμαστε, ρητά ή σιωπηρά, ότι η εθνική κουλτούρα, ο εθνικός πολιτισμός συγκροτείται ως ακέραιο, αποκλειστικό, πλήρες, ειδοποιό και καταξιωμένο σύστημα κοινωνικών πρακτικών, αξιών και συμβόλων που αναπαράγεται αενάως στην ιστορία. Οπως λοιπόν και όλες οι άλλες εθνικές κουλτούρες, έτσι και η δική μας θεωρείται ως νοηματικά κλειστή, περιχαρακωμένη και ευδιάκριτη. Ανεξάρτητα δε από το πώς ορίζεται και πώς «πρέπει» να αντιμετωπίζεται ο «άλλος» που δεν μετέχει στην ελληνική μας παιδεία, ο «άλλος» αυτός θεωρείται ότι «είναι» ήδη διαφορετικός σε σχέση με μιαν εθνική «ουσία» η οποία δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται ως απαράλλακτα δεδομένη.


Ακόμα και τα προοδευτικά αιτήματα για έναν ανεκτικό «πολυπολιτισμό» εκφράζουν τις ίδιες ακριβώς αφετηριακές προϊδεάσεις. Η ταξινόμηση της οικουμένης σε χωριστούς και ουσιολογικά «ασυνεχείς» εθνικούς πολιτισμούς πρυτανεύει στο συλλογικό συνειδητό όλων. Ολα συμβαίνουν ως εάν η ομοιογένεια των πολιτιστικών συνόλων αποτελεί την αναγκαία και «φυσική» έκφραση όλων των ιστορικών κοινωνιών. Υπό τας γραμμάς λοιπόν, οι σχετικιστές ή «ενδοτικοί» κοσμοπολίτες συμβαδίζουν με τους αρειμάνιους ζηλωτές της εθνικής «ουσίας» αποδεχόμενοι ότι η «συμβίωση» πολλών πολιτιστικών ομάδων στον ίδιο «χώρο», στην ίδια δηλαδή εθνική επικράτεια, είναι ίσως εξ υπαρχής «προβληματική». Και έτσι, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε σε πολλές προνεωτερικές κοινωνίες, γίνεται καθολικά αποδεκτό πως αυτή καθεαυτήν η συνύπαρξη διαφορετικής προέλευσης πολιτιστικών ομάδων αποτελεί πάντα ένα μείζον «πρόβλημα», που οφείλει να αντιμετωπίζεται πολιτικά. Οι ριζικές διαφωνίες επικεντρώνονται μόνο στους προσήκοντες τρόπους επίλυσής του. Ετσι, οι μεν απόστολοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιμένουν να θεωρούν ότι το ζήτημα είναι νομικά, θεσμικά και αξιακά επιλύσιμο μέσω της διαρκούς και συνειδητής πάταξης των διακρίσεων και της μισαλλοδοξίας. Αντιθέτως, οι φανατικοί εθνοκεντριστές ζητούν να μεθοδεύσουν λύσεις μέσω ήπιων ή και βίαιων διαδικασιών πολιτιστικής «κάθαρσης» που θα αποκαθιστούν εφ’ άπαξ την απειλούμενη ομοιογένεια. Με αυτήν την έννοια, τα φαντάσματα των «οριστικών λύσεων» ενυπάρχουν, τουλάχιστον εν δυνάμει, στο φετιχοποιημένο εθνικό πολιτιστικό είναι: στην πραγματικότητα, η (εν τοις πράγμασιν αδύνατη) αμετάλλακτη πολιτιστική αγνότητα επιβάλλεται μόνο με απομόνωση, αυθαιρεσία και βία.


Η πολιτιστική αυτονομία


Ολες αυτές οι νοηματικές κατασκευές προϋποθέτουν όμως ότι οι εθνικές πολιτιστικές ομάδες «είναι» εκ φύσεως και κατ’ ουσίαν διαφορετικές. Πρόκειται βέβαια για συλλογική φαντασίωση αφού ο εθνικός πολιτισμός συγκροτείται κατ’ εξοχήν στο φαντασιακό επίπεδο. Οι φαντασιώσεις όμως εξελίσσονται σε πραγματικότητες, και μάλιστα τις πιο ανθεκτικές. Από τη στιγμή μάλιστα που γίνεται δεκτό πως οι χωριστές πολιτιστικές κοινότητες δεν μπορεί παρά να «υπάρχουν» ως κλειστές και ουσιακά «χωριστές» το πραγματολογικό ζήτημα που αναφέρεται στην επισήμανση συγκεκριμένων «διαφορών» ανάμεσά τους περνά σε δεύτερη μοίρα. Η αξιωματικά δεδομένη φαντασιακή «Διαφορά» προσδίδει ειδοποιό συμβολικό νόημα στις όποιες ετερότητες, οι οποίες καλούνται απλώς να τεκμηριώσουν το ανυπέρβλητο χάσμα.


Ετσι όμως κλείνει ένα ζήτημα που θα ‘πρεπε κατ’ εξοχήν να παραμένει ανοικτό, κυρίως τώρα όπου το ερώτημα «τι» είναι αυτό, ό,τι μας διακρίνει από τους «άλλους», είναι ακόμη πιο δυσαπάντητο από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Πράγματι, κάποτε, το να μετέχει κάποιος της «ημετέρας παιδείας» ήταν δυνατόν να προσδιορίζει, και εν πολλοίς να προδικάζει συγκεκριμένες και εντοπίσιμες μορφές διαφοροποιημένων υλικών και συμβολικών πρακτικών οι οποίες απέρρεαν από την πάντα συγκεκριμένη και ανεπανάληπτη ιστορική πορεία της κάθε κοινωνίας. Αυτό δεν συμβαίνει όμως πια, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Εφεξής, τα κριτήρια της πολιτιστικής αυτονομίας των εθνικών κοινωνιών κάθε άλλο παρά δεδομένα είναι. Η απορία εάν και κατά τι οι εμφανιζόμενοι ως «άλλοι» είναι πράγματι διαφορετικοί παραμένει λοιπόν βασανιστική. Οπως και όλες οι ιδέες, έτσι και το νόημα και οι προεκτάσεις της πολιτιστικής «ασυνέχειας» ανάμεσα στις ιστορικές εθνικές ομάδες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από τους αενάως μεταλλασσόμενους όρους της ιστορικής τους ύπαρξης.


Οι κοινωνίες του εκσυγχρονισμού


Το πρώτο στοιχείο που έχει αλλάξει ριζικά είναι οι συνθήκες εργασίας και επιβίωσης των ανθρώπων. Είναι π.χ. γεγονός ότι η μυθική, αλλά και εν πολλοίς ιδεολογικά κυρίαρχη ενδοστρεφής Ελλάδα των ανεξάρτητων μικροαγροτών και μικρονοικοκυραίων δεν υπάρχει πια. Ολο και περισσότερο, οι Ελληνες εργάζονται, επιβιώνουν, ανησυχούν και σκέφτονται για τη ζωή τους και το μέλλον τους με τους ίδιους περίπου όρους όπως και όλοι οι άλλοι λαοί με αντίστοιχο επίπεδο ανάπτυξης. Στα εργοστάσια, στις υπηρεσίες, στα γραφεία, στα καταστήματα, στους δρόμους ­ και όλο και λιγότερο στην ύπαιθρο ­ οι εργαζόμενοι όλων των τύπων και επιπέδων αντιμετωπίζουν τη μεταβιομηχανική κοινωνία με τις ίδιες περίπου νοηματικές, λεκτικές και ηθικές προδιαγραφές. Εχοντας εκπαιδευθεί σε ιδρύματα όπου πλην της γλώσσας και της ιστορίας διδάσκονται τα ίδια περίπου πράγματα, αντιμετωπίζοντας τον ανταγωνισμό και τις θανάσιμες απειλές της ανεργίας και της περιθωριοποίησης με την ίδια βουβή αγωνία, κυμαινόμενοι ανάμεσα στην κατοχύρωση ενός έωλου παρόντος και στη φαντασίωση ενός άδηλου μέλλοντος με την ίδια εγγενή ανησυχία, προσβλέποντας στην τύχη, στις χρηματιστηριακές αποδόσεις και στην τεχνολογική ανάπτυξη με την ίδια παράλογη ελπίδα και δυσφορώντας με τους ξένους και τους άλλους με την ίδια τυφλή εμμονή, οι Ελληνες φαίνονται ριγμένοι στην κοινή μοίρα των εκούσια ή ακούσια «εκσυγχρονιζόμενων» κοινωνιών.


Και αντίστοιχα βέβαια ζουν, καταναλίσκουν, ξεκουράζονται, διασκεδάζουν και αναπαριστάνουν τον κόσμο με εντελώς παραπλήσιους με τους «άλλους» όρους.


Οικουμενική πραγματικότητα


Ετσι, στο μέτρο που το μέσο είναι το μήνυμα, όλοι εισπράττουν το ίδιο ακριβώς οικουμενικό προ-πακεταρισμένο σύστημα αναφορών: το οικουμενικά προσφερόμενο τηλεοπτικό και διαδικτυωμένο θέαμα του κόσμου είναι ο ίδιος ο κατακερματισμένος, ατομοκεντρικός και καταναλωτικός κόσμος, και πάντως, είναι το μέρος εκείνο του κόσμου το οποίο, ως δημόσια ομιλούν «παρ-ον», καλείται να κατασκευάσει τα κοινά νοήματα λειτουργώντας ως μόνος κοινός παρονομαστής ανάμεσα στα ιδιωτικοποιημένα άτομα-θεατές. Αυτός είναι ο κόσμος που τους εγκαλεί να βλέπουν, να ονομάζουν, να επιθυμούν, να ταυτίζονται, να ελπίζουν, να εκφράζονται και εν τέλει να συμμορφώνονται. Και έτσι, οι ίδιες οι σχέσεις ανάμεσα στους πυρηνικούς ανθρώπους δεν διαμορφώνονται πια «ενδογενώς» στην καθημερινή αγορά των αέναα συγχρωτιζόμενων ατόμων που καλούνταν κάποτε να παράγουν και να αναπαράγουν οι ίδιοι και από κοινού τον δικό τους ειδοποιό «παραδοσιακό» πολιτισμό, αλλά σημασιολογούνται «εξωγενώς» μέσα από τις οικουμενικά διαθέσιμες εικόνες του μόνου πια «πραγματικού» πολιτισμού, τις οποιεσδήποτε διαμεσολαβημένες και διαδικτυωμένες εικόνες, οι οποίες, μόνες αυτές, είναι επιφορτισμένες να εκφράσουν και να συνοψίσουν την τρέχουσα «υπερ-πραγματικότητα», άρα και την «αλήθεια» της έξω κοινωνίας. Η νέα κυρίαρχη κοσμοθεώρηση εκπορεύεται με αυτήν την έννοια από το ίδιο το γεγονός της αναγκαστικής συμμετοχής όλων των ατόμων στην αντικειμενική υλικότητα ενός αδιάλειπτα τρέχοντος τηλε-τοπίου.


Και εδώ ακριβώς ενσκήπτει η σοβαρότερη αντίφαση τού περί εθνικού πολιτισμού λόγου. Την ίδια στιγμή που εσωτερικοποιούνται τα οικουμενικά, ομοιογενοποιημένα εργασιακά, καταναλωτικά και ιδεολογικά ήθη, συντηρούνται επίσης και αναπαράγονται και οι φαντασιώσεις μιας ανεπανάληπτης πολιτιστικής ουσιακής ιδιαιτερότητας. Και ενώ προβάλλονται, επικυρώνονται, επιβάλλονται και καταξιώνονται οι τρέχουσες υπερεπικρατειακές κοινωνικές αξίες, οι οικουμενικά κυρίαρχες υλικές και συμβολικές πρακτικές και τα παγκοσμίως ισχύοντα πρότυπα της αποτελεσματικότητας, της μεγιστοποίησης και της ατομικής κατανάλωσης, ταυτόχρονα προτάσσεται το μήνυμα ότι τα πρότυπα αυτά είναι και πρέπει να είναι απολύτως συμβατά με μια κλειστή, αναλλοίωτη και αποκλειστική εθνική παράδοση.


Ετσι όμως μετασημασιολογείται εντελώς αυτή καθεαυτήν η ολιστική πρόσληψη του πολιτισμού εν γένει. Στο εξής, ως πολιτισμός δεν θα νοείται πλέον το σύνολο των συμβολικών και υλικών πρακτικών που προσδίδουν νόημα και σημασία στη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον κόσμο, αλλά ένα εν στενή εννοία σύστημα «πολιτιστικών πρακτικών» που αυτονομείται βιαίως από τα καθημερινά πάθη, τις ανάγκες, τα άγχη και τις ελπίδες των εν κοινωνία ζώντων ανθρώπων. Ο πολιτισμός θα νοηθεί ως «υπολειμματική» αυταξία, σε πλήρη αποδέσμευση από τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και κοσμοθεωρητικές μορφές που σημαδεύουν την κοινωνική ζωή. Επικεντρωμένες στην «πολιτιστική δημιουργία», οι «ανώτερες αξίες» του εθνικού πολιτισμού εμφανίζονται έτσι ως εάν μπορούσαν να υλοποιούνται ασχέτως των αναγκών, των ιδεών και των βλέψεων που σημαδεύουν την καθημερινή ζωή, σε πλήρη αυτονομία δηλαδή από τις κοσμοπαραστάσεις που αναφέρονται στην κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, στις τρέχουσες αγωνίες, επιλογές και συναλλαγές των ανθρώπων και ακόμα ευρύτερα στη σήμανση της λειτουργίας της «κοινωνίας». Ως εθνικός πολιτισμός θα βαπτισθεί το φετιχοποιημένο στερεότυπο θέαμα μιας άμωμης ονειρικής ιδιαιτερότητας που καλείται να αμβλύνει, να υπερβεί και να υποκαταστήσει το θέαμα μιας εξωραϊσμένης αλλά πάντα αμείλικτης οικουμενικής πραγματικότητας.


Πρωτόγνωρα ερωτήματα


Ολο και περισσότερο λοιπόν ο πολιτισμός λειτουργεί ως σημασιακό και συμβολικό άλλοθι που τείνει να «απελευθερώνεται» από τις κοινωνικές του προϋποθέσεις και ταυτοχρόνως να «ανάγεται» συμβολικά στις ειδοποιητικά εθνικές του προδιαγραφές. Προσπαθώντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, ο περί εθνικού πολιτισμού λόγος επιχειρεί να προβάλει και να καταξιώσει τα αμετάλλακτα εθνικά πολιτιστικά επιτεύγματα δίχως καμίαν αναφορά στις μεταλλασσόμενες καθημερινές πολιτιστικές πρακτικές των ανθρώπων. Ας θυμηθούμε ότι ο νεοελληνικός πολιτισμός εξελίχθηκε και αποκρυσταλλώθηκε σε μια απομονωμένη αγροτική κοινωνία δίχως μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές διαφορές, με ισχυρότατες μορφές οργάνωσης της αλληλεγγύης σε οικογενειακό και τοπικό επίπεδο και με εξαιρετικά έντονες επιρροές από μιαν ορθοδοξία που σφραγιζόταν από τις ισωτικές λαϊκές παραδόσεις της Τουρκοκρατίας. Ως ιδεατή συμπύκνωση υλικών και συμβολικών πρακτικών όμως ο πολιτισμός αυτός είναι προφανώς τελεσίδικα νεκρός.


Οπως λοιπόν συμβαίνει και σε όλα τα μέρη του κόσμου, έτσι και ο δικός μας υλικός πολιτισμός εξελίσσεται σε υβρίδιο, σε μια σύνθεση ανάμεσα στα ετερόκλητα στοιχεία που συνθέτουν το οικουμενικό τοπίο των παγκοσμιοποιημένων κοινωνικών σχέσεων. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει μια σειρά από νέα και εκ πρώτης όψεως πρωτόγνωρα ερωτήματα: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι εις πείσμα της αντικειμενικής σύγκλισης των μορφών των υλικών πρακτικών ο περί πολιτιστικής ιδιαιτερότητας λόγος όχι μόνο ανθεί αλλά και ενισχύεται καθημερινά; Ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο η ομοιογενοποίηση σε πλανητική κλίμακα των οργανωτικών και ιδεολογικών αρχών που διέπουν τις κοινωνίες, τουλάχιστον τις «ανεπτυγμένες», καταλήγει στην αύξουσα επίκληση και καταξίωση ενός ουσιολογικά οριζόμενου «δικαιώματος στην πολιτιστική διαφορά» το οποίο μάλιστα ξεχειλίζει από τα στόμια των περιχαρακωμένων παραδοσιακών εθνικών δοχείων για να προχωρήσει προς όλες τις νοητές κατευθύνσεις; Πώς είναι δυνατόν τα πάνδημα μηνύματα που ενσωματώνουν τον ολοένα και πιο υβριδικό χαρακτήρα της οικουμενικής καθημερινότητας να διαχέονται στα πλαίσια ολοένα και πιο «κλειστών» ιδεοποιημένων, αδιάβροχων και αμετάλλακτων πολιτιστικών οντοτήτων; Και γιατί το τηλεθέαμα του αέναα ανακατατασσόμενου κόσμου προσφέρεται μέσα από στερεότυπα εθνοκεντρικές διόπτρες;


Τα ερωτήματα αυτά είναι από τα σημαντικότερα ιδεολογικοπολιτικά ερωτήματα που τίθενται στην παράξενη αυτή εποχή της οικουμενικής «τηλε-παγκοσμιοποίησης». Οι «απλές» πραγματολογικές απαντήσεις που θα απέδιδαν το φαινόμενο σε αυτή καθεαυτήν την ιστορική επιβίωση των γλωσσών, των ιστορικών μνημών και των εθνοθρησκευτικών πεποιθήσεων είναι μεν πειστικές, αλλά δεν αρκούν. Παραμένει ανοικτό το πρόβλημα γιατί η αύξουσα απομαγικοποίηση και εργαλειοποίηση του ομοιογενοποιημένου κόσμου συνοδεύεται από την αναζωπύρωση της μαγικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας. Είναι π.χ. να απορεί κανείς με το γεγονός ότι παρ’ όλη την κατεκτημένη διοικητική αυτονομία τους, την πλήρη έλλειψη διακρίσεων, την αναγνώριση της γλώσσας τους και τη μακρόχρονη ένταξη και εξομοίωσή τους στην ευρύτερη κοινωνία από την οποία δεν τους χωρίζει παρά μόνο η έμμονη φαντασίωσή τους, οι ανεπτυγμένοι Βάσκοι, ή τουλάχιστον πολλοί ανάμεσά τους, διεκδικούν μιαν ανεξαρτησία που και αν ακόμα επιτυγχανόταν δεν θα άλλαζε τίποτε στους όρους της καθημερινής τους ζωής, εκτός ίσως από την οικονομική τους κατάρρευση. Και αντιστρόφως για το ότι, για πολλούς Ελληνες, ακόμα και αν βαπτίζονται χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλάζουν τα ονόματά τους επί το ηρωικότερον, μαθαίνουν άπταιστα ελληνικά, ομνύουν πίστη στα εθνικά μας σύμβολα και εργάζονται και ζουν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους αυτόχθονες, οι αλβανοί μετανάστες παραμένουν και θα παραμένουν εσαεί πολιτιστικά «άλλοι» και συνεπώς εν δυνάμει ξένα σώματα στους κόλπους της μεγάλης πολιτιστικής μας πατρίδας.


Οι κίνδυνοι από την παγκοσμιοποίηση


Αλλοι λοιπόν θα πρέπει να είναι οι βαθύτεροι λόγοι της εμμονής στις εθνοπολιτιστικές ιδιαιτερότητες, στις μυθικές δηλαδή καταγωγές που εκφράζονται ως σημαίνοντα συλλογικά παρελθόντα. Από τη μια μεριά, και πρωτίστως, εκείνη που μιλά είναι πάντα, εν τέλει, η εξουσία. Και είναι γεγονός ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, η συντήρηση και αναπαραγωγή των απανταχού εξουσιών περνάει μέσα από την επιβίωση των εθνικών – κρατικών οντοτήτων που παρέχουν εγγυήσεις για τη συνέχιση της διεθνούς έννομης τάξης πραγμάτων. Κανέναν ισχυρό δεν συμφέρει η γενική συμβολική αποδυνάμωση του συστήματος των εθνικών επικρατειακών οντοτήτων. Ακόμα και αν πρόκειται να υπάρξουν ρήξεις και ανακατατάξεις, οι ρήξεις αυτές δεν μπορεί να εξικνούνται μέχρι την αμφισβήτηση του λόγου υπάρξεως των επί μέρους κατεστημένων έννομων τάξεων. Πράγματι, η υπερεθνική τάξη διαμεσολαβείται μέσα από τις εντόπιες. Και έτσι, μολονότι η παγκοσμιοποίηση τείνει να αποδυναμώνει την πραγματική ισχύ των πολιτικών εξουσιών, οφείλει εν τούτοις να συντηρεί τις βασικές τους νομιμοποιητικές γραμμές. Δίχως την ενίσχυση των φαντασιακών θεμελιώσεων που προβάλλονται από τις αποδυναμωμένες έστω εθνικές – κρατικές οντότητες, ολόκληρο το ανταγωνιστικό σύστημα θα κινδύνευε να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Είναι λοιπόν φυσικό να διατηρούνται οι μύθοι των εθνικών πολιτισμών. Εξάλλου, οι μόνες αλήθειες που αντιστέκονται στη φθορά η οποία απειλείται από την πλήρη διάψευση της άμεσης λυσιτέλειας και χρησιμότητάς τους είναι οι φαντασιακές. Με αυτή την έννοια λοιπόν και αν ακόμα οι εθνικοί πολιτισμοί δεν ήσαν ήδη εγκατεστημένοι στο επίκεντρο των συλλογικών φαντασιώσεων, οι αόρατες εξουσίες θα είχαν κάθε λόγο να προκαλέσουν τη γέννησή τους. Οι διάχυτες εθνικοπολιτιστικές πεποιθήσεις είναι πια ίσως η κύρια αντιεντροπική δύναμη που μπορεί να ορθώνεται ενάντια στον ελλοχεύοντα εκφυλισμό της παγκόσμιας τάξης σε ανεξέλεγκτη ανομία. *


* Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version