Οι ρίζες της κακοδαιμονίας του κράτους (IV)

Οι ρίζες της κακοδαιμονίας του κράτους (IV) Γ. Κ. ΜΠΗΤΡΟΣ Η ΔΗΜΟΣΙΑ οργάνωση υπολείπεται της ιδιωτικής και για έναν τέταρτο λόγο. Αυτός πηγάζει από τη διαδικασία με την οποία οι κυβερνήσεις κατανέμουν τους δημόσιους πόρους μεταξύ των διαφόρων χρήσεων και αντανακλάται στο συναίσθημα που εκφράζουν καθημερινά οι πολίτες ότι το κράτος έχει την τάση να παράγει και να διαθέτει αγαθά και υπηρεσίες σε αναλογίες

ΤΟ ΒΗΜΑ






Η ΔΗΜΟΣΙΑ οργάνωση υπολείπεται της ιδιωτικής και για έναν τέταρτο λόγο. Αυτός πηγάζει από τη διαδικασία με την οποία οι κυβερνήσεις κατανέμουν τους δημόσιους πόρους μεταξύ των διαφόρων χρήσεων και αντανακλάται στο συναίσθημα που εκφράζουν καθημερινά οι πολίτες ότι το κράτος έχει την τάση να παράγει και να διαθέτει αγαθά και υπηρεσίες σε αναλογίες που δεν αντιστοιχούν στις υπάρχουσες ανάγκες. Ο στόχος μου σήμερα είναι να διευκρινίσω ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημα και γιατί προκύπτει.


Ας υποθέσουμε ότι παρατηρούμε μια ιδιωτική επιχείρηση η οποία παράγει και διαθέτει στο κοινό δύο διαφορετικά αγαθά. Ακόμη, έστω ότι τα εν λόγω αγαθά παράγονται από δύο ξεχωριστές βιομηχανικές εγκαταστάσεις και ότι στα σχέδια της επιχείρησης είναι να δανειστεί κεφάλαια προκειμένου να τις επεκτείνει για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Ως ποιο σημείο συμφέρει να δανειστεί η επιχείρηση και πώς να κατανείμει τα δανειακά κεφάλαια μεταξύ των δύο εγκαταστάσεων ώστε να επιτύχει τον στόχο της; Αν το κόστος των δανειακών κεφαλαίων ανέρχεται σε x% τον χρόνο, οι οικονομικοί σύμβουλοι της επιχείρησης θα προτείνουν την εξής λύση: να αφεθούν οι διευθυντές των δύο εγκαταστάσεων να δανειστούν και να επεκτείνουν ο καθένας τους την εγκατάστασή του ως το σημείο όπου η κερδοφορία που προσδοκούν να εξισωθεί με το κοινό δανειακό κόστος των κεφαλαίων, δηλαδή x%. Ο λόγος για τον οποίο θα προτείνουν αυτή την πολιτική είναι γιατί έχουν λύσει το πρόβλημα του συνολικού δανεισμού και της κατανομής δανειακών πόρων σε επίπεδο επιχείρησης και γνωρίζουν ότι, αν την υιοθετήσουν, οι διευθυντές από μόνοι τους θα οδηγηθούν, ίσως χωρίς να το καταλαβαίνουν ή να το επιδιώκουν, στην ίδια λύση. Αρα η πολιτική αυτή είναι άριστη γιατί δεν επιδέχεται καμία περαιτέρω βελτίωση.


Με βάση αυτές τις σκέψεις, ας έλθουμε τώρα στον δημόσιο τομέα και ας θέσουμε την εξής ερώτηση: Οταν η κυβέρνηση αποφασίζει, π.χ., ποιο θα είναι το επίπεδο και η σύνθεση του προϋπολογισμού των δημόσιων επενδύσεων, πώς θα έπρεπε να το κάνει για να μεγιστοποιείται η κοινωνική ευημερία; Κατ’ αναλογίαν με τα παραπάνω, η διαδικασία με την οποία θα έπρεπε να αποφασίζει η κυβέρνηση είναι να καθορίζει στα επιμέρους υπουργεία ένα κοινό επιτρεπτό κοινωνικό επιτόκιο δανεισμού και να αφήνει ελεύθερους τους υπουργούς να δανείζονται για λογαριασμό της ως το σημείο όπου η απόδοση της τελευταίας επένδυσης που αναλαμβάνουν στα πλαίσια της ευθύνης τους να εξισώνεται με το συγκεκριμένο επιτόκιο. Ο λόγος είναι ότι οι επιμέρους υπουργοί θα είχαν κάθε συμφέρον να την ακολουθήσουν και με τις αποφάσεις τους θα μεγιστοποιούσαν την ευημερία του κοινωνικού συνόλου. Οι κυβερνήσεις όμως δεν την έχουν υιοθετήσει και αντ’ αυτής ακολουθούν διάφορες πολιτικές ποσοστώσεων, οι οποίες στους οικονομολόγους είναι γνωστό ότι οδηγούν σε μη αποτελεσματικές χρήσεις των πόρων. Το ερώτημα επομένως είναι: Γιατί;


Η απάντηση βρίσκεται στη διαπίστωση ότι, για την επίλυση του προβλήματος που τίθεται, μεταξύ των άλλων τρομερών προϋποθέσεων που απαιτούνται για να γίνουν οι αναγκαίοι υπολογισμοί, οι τεχνικοί της κυβέρνησης θα έπρεπε να υποθέσουν ένα κοινωνικό επιτόκιο το οποίο θα ώφειλε να προκύψει από τη λύση. Με άλλα λόγια, υπάρχει ένα εγγενές και αξεπέραστο πρόβλημα στον προσδιορισμό του κοινωνικού επιτοκίου εξαιτίας του οποίου οι κυβερνήσεις, και αν ήταν διατεθειμένες, δεν θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την άριστη πολιτική από κοινωνική σκοπιά. Ως εκ τούτου, αναγκαστικά, καταφεύγουν στον προσδιορισμό του επιπέδου και της κατανομής των επενδύσεων, και όχι μόνο, με διαδικασίες οι οποίες είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις αντίστοιχες ιδιωτικές, με αποτέλεσμα όσο το κράτος επεκτείνεται η κακοδαιμονία του να αυξάνεται.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών που θα προέκυπταν στην πράξη, αν μια κυβέρνηση προσπαθούσε να εξειδικεύσει την άριστη πολιτική μέσα από τη λύση ενός προβλήματος όπως αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελούν οι επενδυτικές επιλογές οι οποίες έγιναν στις χώρες του πρώην Ανατολικού συνασπισμού. Εκεί, το κοινωνικό επιτόκιο το οποίο προέκυπτε από τη λύση γιγαντιαίων πενταετών προβλημάτων δυναμικού προγραμματισμού ήταν συστηματικά χαμηλό και οδηγούσε σε επένδυση υπερβολικού ποσοστού του εθνικού τους εισοδήματος και σε λανθασμένες αναλογίες μεταξύ των διαφόρων κλάδων. Οπότε, όταν πιο πρόσφατα έγινε φανερό το αδιέξοδο, οι επενδύσεις που είχαν γίνει απαξιώθηκαν, οι οικονομίες τους επτώχευσαν και η προσπάθεια κεντρικού προγραμματισμού των επενδύσεων εγκαταλείφθηκε.


Συμπερασματικά, επειδή οι κυβερνήσεις αδυνατούν εγγενώς να ακολουθήσουν αριστοποιητικές διαδικασίες στον προσδιορισμό του επιπέδου και της σύνθεσης των επενδύσεων, αναγκαστικά καταφεύγουν σε διαδικασίες οι οποίες, σε σύγκριση με τις ιδιωτικές, είναι λιγότερο αποτελεσματικές. Θα μπορούσαμε συνεπώς να πούμε ότι το κράτος από τη φύση του κάνει υποαριστοποίηση (suboptimization), με αποτέλεσμα να γίνονται προφανείς και οι πολιτικές με τις οποίες μπορεί να περιορισθεί η κακοδαιμονία του. Σε αυτές θα αναφερθώ στο επόμενο άρθρο μου, με το οποίο και θα κλείσω την παρούσα σειρά.


Ο Γ. Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version