Προτού επιχειρήσει κανείς να συζητήσει σοβαρά για την επιστημονική έρευνα θα πρέπει να διαλύσει ορισμένες αβασάνιστα επαναλαμβανόμενες ανακρίβειες περί βασικής, εφαρμοσμένης και «χρήσιμης» έρευνας. Η βασική και η εφαρμοσμένη έρευνα δεν διαφέρουν ως προς τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για να πραγματώσουν τους στόχους τους, διαφέρουν όμως στο εξής σημείο: ενώ η πρώτη μελετά θεμελιώδη επιστημονικά ερωτήματα ξεκινώντας από την αιτιακή βάση τους και κινούμενη σταδιακά προς τη φαινομενολογική κορυφή τους, η δεύτερη ακολουθεί συνήθως την αντίστροφη κατεύθυνση, επιχειρώντας να επιλύσει διάφορα πρακτικά προβλήματα όπως αυτά εμφανίζονται στην καθημερινή μας ζωή (problem solving). Στη σημερινή εποχή τα όρια ανάμεσα στη βασική και στην εφαρμοσμένη έρευνα είναι μάλλον ασαφή, αφού κατά έναν ορισμό «βασική είναι η εφαρμοσμένη έρευνα που περιμένει να εφαρμοσθεί» (Κ. Σέκερης, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών). «Χρήσιμη» είναι δυνάμει κάθε μορφής έρευνα που αποδίδει αξιόπιστα και επιστημονικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα. «Αχρηστη» έρευνα δεν υπάρχει, διότι κάθε πρωτότυπη και καλά διατυπωμένη επιστημονική παρατήρηση μπορεί να αξιοποιηθεί χρηστικά, αν το επιτρέψουν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τα ηθοπολιτιστικά δεδομένα.
Η χρηματοδότηση προγραμμάτων
Στο παρελθόν η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της βασικής έρευνας προϋπέθετε τη μεσολάβηση κάποιου «φωτισμένου» παράγοντα ο οποίος μπορούσε να διακρίνει τη χρησιμότητα μιας επιστημονικής ανακάλυψης και να επενδύσει χρόνο και χρήμα στην πρακτική της εκμετάλλευση. Σήμερα όμως αρκετοί επιστήμονες έχουν αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα σε τοπική ή διεθνή κλίμακα, ενώ ορισμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι έχουν επιδοθεί στη βασική έρευνα. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η έρευνα είναι πλέον μια οικονομικής φύσεως δραστηριότητα που θα πρέπει να αφεθεί στα έμπειρα χέρια των οικονομολόγων ή να τεθεί εντός ενός αυστηρά καθορισμένου πλαισίου; Σίγουρα όχι. Οπως επεξηγούν ο Ν. Πανόπουλος και ο Σ. Δ. Γεωργάτος (Βιολογικό και Ιατρικό Τμήμα Πανεπιστημίου Κρήτης, αντίστοιχα), από όποια επιστημονική περιοχή και αν θελήσει κανείς να αντλήσει τα παραδείγματά του, είναι φανερό ότι οι μεγάλες καινοτομίες που άλλαξαν τη ζωή μας προέκυψαν κυρίως από τη δουλειά αυτών που σιγά σιγά ανέβηκαν τον επικλινή δρόμο «από τη βάση προς την κορυφή» και όχι από εφαρμογές του τύπου «problem solving». Αυτή η διαπίστωση συμπίπτει απόλυτα με τα πρόσφατα συμπεράσματα μιας «Επιτροπής Σοφών» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία μελέτησε την απόδοση μεγάλων ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν την περασμένη πενταετία από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Towards a European Research Area, EU, 1999: a 5-year assessment report related to the specific programme «Quality of life and management of living resources»).
Στη χώρα μας αναπτύσσεται τελευταία ένας ζωηρός διάλογος για το αν και κατά πόσον η εφαρμοσμένη έρευνα θα πρέπει να ενισχυθεί εκλεκτικά σε σχέση με τη βασική. Σύμφωνα με μια άποψη, η κρατική υποστήριξη της βασικής έρευνας μέσω μισθών και επιχορηγήσεων είναι ήδη πολύ γενναία και έχει αποδώσει καρπούς. Αντίθετα, είναι η εφαρμοσμένη έρευνα που θα πρέπει να ενισχυθεί, διότι αυτή διεξάγεται με πιο ανταγωνιστικούς όρους (περιορισμοί από πατέντες, απόρρητο κτλ.). Παρά τη λογικοφάνεια του επιχειρήματος, ο αντίλογος είναι αρκετά έντονος. Πρώτον, η μελέτη των οικονομικών δεδομένων αποδεικνύει ότι η κρατική επιχορήγηση της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα είναι υποτυπώδης και ανησυχητικά στάσιμη. Οπως παρατηρεί ο Ι. Γεωργάτσος (Χημικό Τμήμα Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), μόλις το 0,51% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) διατίθεται για τη χρηματοδότηση της έρευνας στη χώρα μας. Αν θέλουμε δε να μιλήσουμε πιο ρεαλιστικά, θα πρέπει να υπολογίσουμε το σύνολο των κρατικών παροχών στο επίπεδο του 0,3% του ΑΕΠ, διότι το επίσημο 0,5% στηρίζεται σε πλασματικά μεγέθη αρκεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ο αριθμός των απασχολουμένων σε ερευνητικές εργασίες στο Πανεπιστήμιο υπολογίζεται σε 27.000 ανθρώπους! Αυτού του τύπου η (υπο)χρηματοδότηση δεν επαρκεί όμως για να καλύψει προγράμματα συστηματικής και μακροπρόθεσμης βασικής έρευνας που έχουν προοπτική εφαρμογών.
Η ερευνητική πολιτική
Κατά την άποψη του τέως γενικού γραμματέα Ερευνας και Τεχνολογίας του υπουργείου Ανάπτυξης Ε. Φραγκούλη (Βιολογικό Τμήμα Πανεπιστημίου Αθηνών), «η αντίληψη ότι η αποκλειστική στήριξη της εφαρμοσμένης έρευνας είναι ο καλύτερος δρόμος… είναι σήμερα εντελώς ξεπερασμένη», όπως προκύπτει από το παράδειγμα της Ιαπωνίας που το 1996 αναθεώρησε πλήρως την ερευνητική της πολιτική υπέρ της βασικής έρευνας, αλλά και όπως φαίνεται από την «αυτοκριτική» που αναπτύσσεται σήμερα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης (βλέπε παραπάνω). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον τέως γενικό γραμματέα Ερευνας και Τεχνολογίας Α. Τσαυτάρη (Τμήμα Γεωπονίας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) η σημασία της βασικής έρευνας προκύπτει εκ του αποτελέσματος και είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί εκ των προτέρων. Για παράδειγμα, κανείς ποτέ δεν «σχεδίασε» την αύξηση του ορίου ηλικίας μας που προέκυψε ως φυσική συνέπεια πολλών εφαρμογών της βασικής επιστήμης στη διατροφή, στη φροντίδα των νεογέννητων και στην αντιμετώπιση των λοιμωδών νόσων. Τι πρέπει να γίνει λοιπόν για να αναβαθμίσουμε τόσο τη βασική όσο και την εφαρμοσμένη έρευνα εδώ στην Ελλάδα; Κατά τον Α. Τσιφτσόγλου (Φαρμακευτικό Τμήμα Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) το πιο σοφό θα ήταν να υιοθετήσουμε μια πολιτική σταθερής και ουσιαστικής ενίσχυσης της επιστημονικής έρευνας ακολουθώντας ένα σύστημα που να στηρίζεται στην ανταγωνιστική χρηματοδότηση και στον εκσυγχρονισμό των δομών. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αποδοτική πολιτική έρευνας αν δεν υπάρξει ένας κεντρικός κρατικός φορέας που να διαχειρίζεται τα ερευνητικά κονδύλια, να αξιολογεί ερευνητικές προτάσεις και να συντονίζει τις ερευνητικές δραστηριότητες (Δ. Κυριακίδης, Χημικό Τμήμα Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Δεν είναι δυνατόν να δοθούν βιώσιμες λύσεις αν δεν μελετηθούν συστηματικά η ελληνική ερευνητική συγκυρία και ο ελληνικός επιστημονικός σχηματισμός. Η άποψη «όλοι οι ίδιοι είμαστε», όπως παρατηρεί ο Γ. Θηραίος (Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας Κρήτης), είναι θεμελιωδώς λανθασμένη. Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα πρέπει να αξιολογούνται τακτικά από αδέκαστες και θεματολογικά εξειδικευμένες επιτροπές. Τέλος, η σύνδεση της βασικής έρευνας με τους παραγωγικούς φορείς και η ανάπτυξη της εφαρμοσμένης έρευνας πρέπει να γίνονται σταδιακά και με πολλή προσοχή.
Εν συντομία λοιπόν, η βασική έρευνα μπορεί να γίνει όργανο κοινωνικών καινοτομιών και οικονομικής ανάπτυξης, αν αφεθεί να ανθήσει και αν υποστηριχθεί σωστά. Οι προσδοκίες για κάποια «εκρηκτική» τεχνολογική ανάπτυξη μέσω της εκλεκτικής ενίσχυσης της εφαρμοσμένης έρευνας είναι αβάσιμες και θα οδηγήσουν γρήγορα σε απογοήτευση. Για να προκύψουν καινοτομίες και οικονομικά αξιοποιήσιμες εφαρμογές χρειάζονται σταθερή χρηματοδότηση της βασικής έρευνας, πολλή δουλειά και… υπομονή.
* Ο κ. Σπύρος Δ. Γεωργάτος είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Μοριακής Βιολογίας – ΕΜΒΟ, αναπληρωτής καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και γενικός γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας.
* Ο κ. Χρήστος Στουρνάρας είναι γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Pasteur, καθηγητής Βιοχημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας.
