Από το 1977, όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά η θεμελιώδης εργασία του «Εξάρτηση και αναπαραγωγή», ως σήμερα, ο διανοητής διερευνά την ελληνική ιδιοτυπία μέσα στο ευρύτερο «δυτικό σύνολο» ανοίγοντας διαρκώς το ερευνητικό πεδίο του προς θέματα μείζονα και κρίσιμα, όπως αυτά της διαφθοράς» και της ιστορικής αφήγησης
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Γιος, εγγονός και δισέγγονος δικηγόρων, φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών και το 1961 διορίστηκε δικηγόρος Αθηνών. Στο διάστημα όμως ανάμεσα στην αποφοίτησή του από τη Νομική (1958) και στον διορισμό του περιπλανήθηκε στους χώρους διαφόρων πειθαρχιών, όπως της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της εγκληματολογίας, ακόμη και της αρχιτεκτονικής. Η πρώτη του σχέση με τις κοινωνικές επιστήμες δημιουργήθηκε μέσα από μια κριτική του για ένα βιβλίο του Πιτ Ρίβερς, που αποτέλεσε το πρόκριμα για να εργαστεί στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (1964-1967), τότε που το διοικούσε ο Τζον Περιστιάνης. Με τη δικτατορία βρέθηκε ως «ένας πρωτόλειος homo universalis» στο Παρίσι. Και η «εξορία» κινητοποιεί τους ανθρώπους. Στην εξορία έγραψε το βιβλίο «Ελληνική τραγωδία», που κυκλοφόρησε από τον Penguin, ένα βιβλίο πάθους, που «σήμερα δεν θα μπορούσα να το ξαναγράψω γιατί όσο περνούν τα χρόνια η εγκεφαλική διεργασία λογοκρίνει την επιθυμία μιας απόλυτης σιγουριάς γι’ αυτά που λες». Στο Παρίσι γνώρισε τον Νίκο Σβορώνο, ο οποίος έγινε ο πνευματικός του πατέρας και ο διευθυντής της διδακτορικής του διατριβής «Εξάρτηση και αναπαραγωγή», που υποστήριξε το 1976 στη Σορβόννη (Παρίσι Ι). «Ο Σβορώνος πέρα από την επιστημονική του σοφία είχε την απέραντη διαθεσιμότητα. Μια καλοσύνη και ένα άνοιγμα που δεν υπάρχουν πια στους πανεπιστημιακούς δασκάλους. Ηταν ο μόνος άνθρωπος που του μιλούσα στον πληθυντικό και μου μιλούσε στον ενικό». Στο Παρίσι ζούσε και ένας άλλος μεγάλος φίλος: ο Νίκος Πουλαντζάς. Ο Τσουκαλάς και ο Πουλαντζάς ήταν στενότατοι φίλοι από τα χρόνια του σχολείου και βρέθηκαν παντού μαζί στις πολιτικές δραστηριότητες. Μετά τον Μάη του ’68 ο Πουλαντζάς ήταν στην επιστροπή για τη στελέχωση του καινούργιου πανεπιστημίου της Βενσέν (Παρίσι VIII), όπου από το 1969 ο Τσουκαλάς δίδαξε πολιτική κοινωνιολογία και κοινωνική ιστορία. Στους παλιούς του φίλους συγκαταλέγεται ο Γιώργος Βέλτσος. Μετά τη μεταπολίτευση επιστρέφει στην Ελλάδα. Διδάσκει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, γίνεται διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών στο διάστημα 1981-85, δηλαδή στη χρυσή εποχή για την έρευνα, προτού αλλάξει ο τρόπος αντιμετώπισής της και γίνει πιο «εργαλειακός», ενώ σήμερα είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΕΡΓΟ: Οι θεωρητικές και εμπειρικές αναζητήσεις του Τσουκαλά για το ελληνικό κράτος, την ιδιοτυπία του, την περιφερειακότητά του, για την ελληνική κοινωνία κατατίθενται στα τέσσερα βιβλία «Εξάρτηση και αναπαραγωγή» (1977), «Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος» (1981), «Κράτος, κοινωνία, εργασία» (1986), «Είδωλα πολιτισμού» (1991), όλα από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Φέτος κυκλοφόρησε η συλλογή «Ταξίδι στον Λόγο και την ιστορία», με κείμενα που καλύπτουν την περίοδο 27 ετών, από το 1969 ως το 1996, σε επιμέλεια Παναγιώτη Καφετζή (εκδόσεις Πλέθρον).
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Θεωρώντας ότι όλα του τα βιβλία είναι πολιτικά, ο Τσουκαλάς εργάζεται πολύ, σε μια εποχή όπου το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν ευνοεί την παραγωγική γνώση. Παρ’ όλο που τα μέτωπα έχουν καταρρεύσει και οι τρόποι με τους οποίους συσπειρώνονται οι πανεπιστημιακοί διανοούμενοι δεν είναι οι ίδιοι, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80, επιζητεί τον διάλογο και δεν έχει αντίρρηση να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα μέσα από άρθρα του στον Τύπο, ειδικότερα στο «Βήμα». Αρνείται συστηματικά όμως να εμφανιστεί στην τηλεόραση, όχι γιατί την περιφρονεί αλλά γιατί στα τοκ σόου ο συμμετέχων είναι έρμαιο του τρόπου με τον οποίο γίνονται αυτού του τύπου οι εκπομπές. Παρ’ όλα αυτά εργάστηκε δημιουργικά για την τηλεόραση, μέσα από εκπομπές – πορτρέτα σύγχρονων στοχαστών, όπως του Τσόμσκι, του Γκάλμπρεϊθ, του Μποντριγιάρ, του Ζακόμπ, του Μορέν κ.ά.
«(…) Αν οι Μπούντενμπρουκς ήσαν Ελληνες, θα ήσαν στην πολιτική. Και αυτός μπορεί να είναι ο λόγος που δεν υπάρχει Ελληνας Τόμας Μαν».
υτή η καταληκτική φράση ενός σχετικά πρόσφατου άρθρου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τίτλο «”Πεφωτισμένες” έννοιες στο “σκοτάδι”», για την αναντιστοιχία του συστήματος φιλελεύθερων θεσμών που εισήχθησαν στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα προς τα κυρίαρχα πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς («παραδοσιακά» και «προνεωτερικά»), μπορεί να διαβαστεί ως ένα ωραίο ρητορικό σχήμα. Στην πραγματικότητα είναι μια υπόθεση εργασίας και ταυτόχρονα μια ερμηνευτική πρόταση για τη σύγχρονη ελληνική ιδιοτυπία, που εδώ και είκοσι χρόνια στέκεται στο κέντρο της προβληματικής του συγγραφέα. Ταυτόχρονα είναι μια πρόταση που, νομίζουμε πως, συνοψίζει το ύφος του Τσουκαλά και δείχνει το εύρος της διαπραγμάτευσής του αλλά και το εύρος του πεδίου εντός του οποίου διαλέγεται.
Το 1977 κυκλοφόρησε η ελληνική εκδοχή της διδακτορικής διατριβής του Κωνσταντίνου Τσουκαλά «Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830-1922», με πρόλογο του Νίκου Σβορώνου, που ο ίδιος τον θεωρεί «πνευματικό πατέρα» του. Σε αυτό το μεγαλόπνοο έργο, που το υπέγραφε ένας κοινωνιολόγος και όπου η ιστορία βάραινε ιδιαίτερα, ο συγγραφέας μελετούσε το μοναδικό φαινόμενο της υπερεκπαίδευσης των Ελλήνων για να εξηγήσει την «ιδιαίτερη βαρύτητα που είχε στην Ελλάδα η λειτουργική επενέργεια των σχολικών μηχανισμών στη διαδικασία του κοινωνικού επιμερισμού, έτσι που να θεωρείται πράγματι σαν ο κεντρικός ιδεολογικός μηχανισμός του νεότερου Ελληνισμού και επομένως σαν ένα από τα κεντρικά προβλήματα της διαμόρφωσης της νεοελληνικής κοινωνίας», όπως έγραφε ο Σβορώνος στην εισαγωγή του βιβλίου.
* Η ελληνική
ιδιοτυπία
Ευθύς εξαρχής ο συγγραφέας έθετε στο κέντρο της διαπραγμάτευσής του πρώτον το κράτος και τους θεσμούς του, ως φαινόμενα νεωτερικά και ορθολογικά, δεύτερον τις πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές ως φαινόμενα προνεωτερικά, που ως έναν βαθμό υπέταξαν το κράτος και με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού μηχανισμού , και τρίτον την ιδιότυπη περιφερειακή συμπεριφορά και θέση της Ελλάδας. Αυτοί οι τρεις «επιστημονικοί στόχοι» διατρέχουν και τα επόμενα βιβλία του, «Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα», «Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα», και «Είδωλα πολιτισμού», στις αρχές της δεκαετίας του 1990, που χαιρετίστηκε ως ένα magnus opus.
Η διαδρομή του έχει μια συνέπεια και αναδρομικά ουδείς αμφισβητεί ότι δικαιώνει την εισαγωγική φράση του Σβορώνου στον Πρόλογο των «Μηχανισμών» ότι η εργασία του Τσουκαλά συμβάλλει στην «απομυθοποίηση» της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Από αυτή την άποψη μπορούμε να πούμε ότι το έργο του Τσουκαλά, που εμφανίζεται αμέσως μετά τη δικτατορία, απέκτησε εμβληματική λειτουργία, όχι μόνο για τον χώρο της κοινωνιολογίας αλλά και για τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ο διεπιστημονικός του χαρακτήρας αλλά και οι ερευνητικές «παρενέργειες» που προκάλεσε διέψευσαν την εκτίμηση χωρίς αρνητικές συνδηλώσεις της πρώτης κριτικής (στην εφημερίδα της Αριστεράς «Αυγή») ότι «το βιβλίο είναι ένα θεώρημα στο οποίο κανείς ποτέ δεν θα παραπέμψει».
Σε μια ομιλία του με θέμα «Η εκπαίδευση στην Ελλάδα», που έγινε το 1994 στο πλαίσιο συνεδρίου της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου (LSE), ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς συνόψισε τις ιστορικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής εκπαίδευσης: Παραδοσιακά ανοικτό, δημοκρατικό και γραμμικό σύστημα που προσέφερε το μέσο για την οργάνωση μιας θεματικής και συνεχούς κοινωνικής κινητικότητας. Η κύρια διέξοδος για την αδιάπτωτη εκροή της ανιούσας κινητικότητας προσφέρθηκε από τον αχανή και μη παραγωγικό δημόσιο τομέα. Η στρατολόγηση στον δημόσιο τομέα ερμηνεύεται συνήθως από τα δίκτυα πελατειακής υποστήριξης, που δεν συνδέονται με παραγωγικά κριτήρια. Ο ατομικιστικός φετιχισμός της κοινωνικής κινητικότητας μεταφράζεται σε έναν συνακόλουθο φετιχισμό της δημόσιας απασχόλησης, η οποία κατακτάται μέσω των εκπαιδευτικών προσόντων.
Το δεύτερο βιβλίο του Τσουκαλά «Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος», που αναδύεται μέσα από το ερευνητικό κλίμα των «Μηχανισμών», έθετε ακριβώς ως θέμα του τις ιδιοτυπίες της συγκρότησης του ελληνικού κράτους στον 19ον αιώνα και συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις και τις προεκτάσεις «της πρώιμης και έντονης υπερτροφίας του σε όλα τα επίπεδα». Στις Εισαγωγικές Παρατηρήσεις ο συγγραφέας σημείωνε: « Η υπόθεση που θα θελήσω να επιβεβαιώσω είναι ότι το σύνολο περίπου των πολιτικών συντεταγμένων, οι πολιτικές συμπεριφορές και σε μεγάλο βαθμό οι τρέχουσες μορφές των ταξικών και πολιτικών αγώνων εκφράζουν και προσδιορίζονται από τον δημόσιο γιγαντισμό, που δεν έχει μόνο ποσοτικές αλλά και ποιοτικές επιπτώσεις στη γενική εξέλιξη των κοινωνικών διαδικασιών».
Στο επόμενο βιβλίο του «Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα» προεκτείνει χρονικά την προβληματική του για το κράτος, εξετάζοντας τις κοινωνικές προεκτάσεις του εμφυλίου πολέμου και τις ιδιοτυπίες στη δομή της απασχόλησης και στον καταμερισμό της εργασίας.
Στο τελευταίο βιβλίο του «Είδωλα πολιτισμού» ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς θέτει ερωτήματα για «τη συγκρότηση των κοινωνικών σημασιών και τη συνακόλουθη διαμόρφωση των συμπεριφορών», έχοντας ως βασική υπόθεση εργασίας την αντίφαση ανάμεσα στο αυστηρό κράτος δικαίου («τα δόκανα της λογικής») και στο επιεικές κοινωνικό κράτος («οι πονηριές της ιστορίας»).
Το θεωρητικό σύστημα που αναπτύσσεται στα «Είδωλα πολιτισμού» για τις «ανθρωπολογικές – ηθικές – πολιτισμικές προϋποθέσεις και προεκτάσεις του λόγου και των θεσμών του αστικού φιλελευθερισμού», έτσι όπως το ορίζει ο Παναγιώτης Καφετζής στην εισαγωγή του δίτομου έργου – συλλογή κειμένων του Τσουκαλά «Ταξίδι στον Λόγο και την ιστορία», εφαρμόζεται ή επεκτείνεται σε σύγχρονες ή μεταγενέστερες προσεγγίσεις. Ανάμεσα σε αυτές είναι το «”Τζαμπατζήδες” στη χώρα των θαυμάτων» (1993) και το «”Πεφωτισμένες” έννοιες στο “σκοτάδι”»(1991), στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, όπου τίθεται το θέμα του εκσυγχρονιστικού ελλείμματος, δηλαδή της υστέρησης/διαφοράς της χώρας έναντι της Δύσης. Και τα δύο αυτά κείμενα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Ταξίδι στον Λόγο και την ιστορία».
* Η «διαφθορά»
και η ιστορία
Αυτή η συλλογή, περισσότερο ίσως και από τα βιβλία του, δείχνει το εύρος της προβληματικής, των ερωτήσεων και των υποθέσεων του «άτακτου» Τσουκαλά (τώρα πια «ταξινομημένου») και περιέχει εν σπέρματι ή και πιο αναλυτικά δύο σημερινές ερευνητικές αναζητήσεις του. Η μία έχει σχέση με τη «διαφθορά». Η άλλη με την «ιστορική αφήγηση», «την εθνική ταυτότητα», τον «ιστορικό μύθο».
Αντλώντας από τις έννοιες της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ο Τσουκαλάς εξετάζει τη «διαφθορά» ως συμβολική παράβαση της θεμελιακής – φιλελεύθερης διάκρισης ανάμεσα στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που γίνεται ένα συμβολικό ταμπού. Αφού ορίσει ιστορικά και ανθρωπολογικά τη συμβολική παρέκκλιση, προσεγγίζει τη διαφθορά μέσα από παραδείγματα συμπεριφορών που ουσιαστικά είναι κοινωνικώς αποδεκτά. Τρία από τα παραδείγματα αυτά είναι η έννοια της πατρωνείας και της πελατείας, η διαφθορά στις ανατολικές χώρες και η διαφθορά στον δυτικό κόσμο, που συναρτάται στο ότι τα σινικά τείχη ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό έχουν καταρρεύσει και επομένως έχουμε άλλου τύπου κανονιστικές δομές, άλλου τύπου συμπεριφορές και αλλού τύπου πολιτική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών.
Εδώ εξετάζεται το θέμα των μέσων ενημέρωσης αλλά και του λεγόμενου πολιτικού χρήματος, για το οποίο ο Τσουκαλάς είχε μιλήσει σε δύο επιφυλλίδες του στο «Βήμα», η μία το 1988, την επαύριο του σκανδάλου Κοσκωτά, και η άλλη το 1994. Ο συλλογισμός του συγγραφέα είναι ότι με την πανταχού παρουσία των ΜΜΕ και με τη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση, η πολιτική έχει γίνει πολύ ακριβή και δεν μπορεί να αυτοχρηματοδοτείται. Ταυτόχρονα, η αποπολιτικοποίηση έχει συμβάλει στο να μην μπορούν τα κόμματα να αντλήσουν πόρους από τον δικό τους ιδιωτικό πελατειακό τομέα. Τίθεται λοιπόν ένα θέμα οικονομικού ελλείμματος στην άσκηση της πολιτικής δράσης και του πολιτικού ανταγωνισμού, που κάνει αναγκαία την καταφυγή στο «πολιτικό χρήμα».
Η άλλη σημερινή ερευνητική κατεύθυνση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά έχει σχέση με την ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας, με το πρόβλημα της συνέχειας και της έννοιας του ελληνοχριστιανισμού αλλά και με τις καταναγκαστικές συνιστώσες της αφηγηματικής ανάγκης να υπάρχει συνέχεια. Από τον ερευνητικό στόχο του δεν απουσιάζουν οι εσωτερικές αντιφάσεις που υφέρπουν στη νεοελληνική ιστορική αφήγηση αλλά και οι λύσεις που αναγκαστικά δόθηκαν από τους ιστορικούς για να ξεπεραστούν οι αντιφάσεις αυτές. Για το θέμα ο Τσουκαλάς «διαλέγεται» με σημαντικά κείμενα, ανάμεσα στα οποία πιο σημαντικά θεωρεί τις τελευταίες δουλειές του Κ. Θ. Δημαρά (για τον Παπαρρηγόπουλο και τον ελληνικό ρομαντισμό).
Σε αυτή τη διανοητική περιπέτεια, σε αυτό το ταξίδι ανάμεσα «στον λόγο και στην ιστορία» οι «συνομιλητές» του Τσουκαλά είναι πολλοί. Είναι ο Καντ, ο Βέμπερ, ο Μαρξ («πιστεύω ότι όλη η κοινωνική θεωρία είναι μαρξιστική», λέει ο ίδιος), είναι ο Φρόιντ, ο Ζορζ Μπατάιγ, είναι ο Αντόρνο, είναι ο Μπροντέλ, είναι ο Γκράμσι, είναι ο Αλτουσέρ, είναι ο Πουλαντζάς, είναι ο Φουκό, είναι ο Πολ Ρικέρ, είναι οι νεομαρξιστές, είναι ο Μπόμπιο, είναι ο Λακάν, είναι ακόμη οι έλληνες ποιητές στους οποίους αναφέρεται όταν κάνει λόγο για «εθνική ταυτότητα» και «ελληνισμό».
