Οπως υποδεικνύει ο Anthony Richmond, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τορόντο του Καναδά, σε άρθρο του για τις επιπτώσεις της «παγκοσμιοποίησης» στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, έχει δημιουργηθεί ένα «παγκόσμιο σύστημα για την πληθυσμιακή μετακίνηση από ξηράς, θαλάσσης και αέρος», όταν πια η διάκριση «προσωρινής» και «μόνιμης» μετανάστευσης δεν έχει μεγάλη σημασία και η «transilience» ως ικανότητα να κινείται κανείς από τη μια κουλτούρα στην άλλη δεν περιορίζεται μόνο στα διευθυντικά στελέχη των κρατών. Οι οικονομικοί μετανάστες αποτελούν το «λιπαντικό» που διατηρεί τους «τροχούς του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος σε κίνηση». Δουλειές όπως η παροχή υπηρεσιών, η οικοδομή, η γεωργία και η εκμετάλλευση πηγών ενεργείας «εξαρτώνται από την κινητικότητα της εργασίας» («Globalization», Ethnic and Racial Studies, τ. 25, 2002, σ. 712, 714).
Οι «τοπικότητες» μετά το 1989 έχουν ριζικά τροποποιηθεί, με την αθρόα είσοδο οικονομικών και πολιτικών προσφύγων που ωθήθηκαν στον ξεριζωμό και στην περιπλάνηση λόγω της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», της δημιουργίας νέων εθνικών κρατών, των «εθνοκαθάρσεων», των τοπικών πολέμων και της περαιτέρω εξαθλίωσης του «τρίτου κόσμου». Ακόμη και στη χώρα μας οι πρόσφατοι μετανάστες αποτελούν το 5% του συνολικού πληθυσμού, το 9% του ενεργού και το 20% της μισθωτής εργασίας. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σήμερα είναι εφικτή η πλήρης «μετεγκατάσταση» μιας κουλτούρας, ιδίως αν την ορίσει με γνώμονα τα περίπλοκα σημεία της άρθρωσής της και της συναφούς νοηματοδότησης, σε αεροστεγείς θυλάκους μιας άλλης, όπου μάλιστα θα ήταν κατορθωτή και η διαδικασία της αναπαραγωγής της. Οι μόνοι ίσως που θα διεκήρυτταν κάτι τέτοιο θα ήταν οι επιτήδειοι «μεσάζοντες» και οι μεταπράτες της «διαφοράς» που εμπορεύονται τη γνώση και τα αντίδοτα του κράτους που φιλοξενεί τους μετανάστες (στέγη, κάρτα εργασίας, σχολείο, άδεια παραμονής κτλ.).
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις λειτουργεί πρωτίστως ο κάτωθεν φιλτραρισμένος ρατσισμός που έχει θεσμικό υπόβαθρο και αφορά το σύνολο των διακρίσεων που υφίστανται οι μετανάστες στη δουλειά, στη στέγαση, στην εκπαίδευση, στην περίθαλψη κτλ. Υπόκειται με άλλα λόγια ένα καθορισμένο πλέγμα κοινωνικών ανισοτήτων και σύστοιχης καταπίεσης, κατά τη διεργασία περιθωριοποίησης κοινωνικών ομάδων, δηλαδή κατά τη δυσχερή πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας και συναφώς στα δημόσια αγαθά που η αντίληψη των σημερινών κοινωνιών προσγράφει στην αξιοπρέπεια του πολίτη.
Με τον φακό της ιστορίας, που χωρίς να χάνει τον «μακρόκοσμο» των ερευνητικών ενδιαφερόντων της επιμένει στους «μικρόκοσμους» όσων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την εστία τους, θα μπορούσε κανείς να θεματοποιήσει τους τρόπους ανάδυσης πόλεων των προσφύγων. Μια τέτοια περίπτωση υπήρξε η Σύρος, που δέχθηκε τους περισσότερους Χιώτες όταν εγκατέλειψαν το νησί τους μετά το 1882 και έδωσαν σε λίγο στη νέα πατρίδα, όπου δραστηριοποιήθηκαν «υπό την σκέπην του εφόρου του εμπορίου», το όνομα της Ερμούπολης.
Στους κόλπους του αρτισύστατου ελληνικού κράτους στα περιφερειακά οικονομικά κέντρα, όπως η Σύρος, η μισθωτή εργασία διατηρεί τη συντεχνιακή διάρθρωση και εξαρτάται από τις τύχες της ιστιοφόρου ναυτιλίας. Η κρίση των δομών της περιφερειακής οικονομικής ζώνης, με τη γενίκευση της χρήσης των ατμοκίνητων σκαφών και τις διακυμάνσεις του διεθνούς εμπορίου, προκάλεσε έντονες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Η πρώτη μάλιστα απεργία, παρά την απαγόρευση της «εκουσίας αργίας» από το άρθρο 167 του ποινικού Νόμου, πραγματοποιήθηκε στην Ερμούπολη το 1879 με τη συμφωνία βυρσοδεψών και ναυπηγών, μετά την πτώση του ρωσικού νομίσματος με το οποίο πληρώνονταν.
Ηδη, στην αρχή της ίδιας χρονιάς, είχε ιδρυθεί σ’ αυτήν την πόλη ο «Αδελφικός σύνδεσμος ξυλουργών του ναυπηγείου Σύρου», ενώ οι απεργιακές κινητοποιήσεις που θα επακολουθήσουν θα εκτιμηθούν ως απαρχή των συγκρούσεων της «εργασίας προς το κεφάλαιον», μολονότι θα τονισθεί ότι η «άκρα πενία και αθλιότης» δεν χαρακτηρίζουν τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις στην Ελλάδα (Εμμ. Λυκούδης, Η εν Ελλάδι βιομηχανία και αι απεργίαι υπό την έποψιν της νομοθεσίας και της πολιτικής οικονομίας, Ερμούπολις 1883). Συνολικά, οι κυριότερες εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος, ως την έναρξη περίπου του 20ού αιώνα, προήλθαν από την περιφερειακή οικονομική ζώνη που διέρχεται επώδυνα την αρχική φάση εκβιομηχάνισης των δομών της.
Οι μαρτυρίες από το πεδίο της λογοτεχνίας της εποχής θα μπορούσαν να αποδώσουν την εσωτερική διάσταση όσων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Χίο και να οικοδομήσουν τη νέα εστία τους στη Σύρο. Για παράδειγμα, τα κείμενα του Δημ. Βικέλα και του Εμμ. Ροΐδη, στα οποία βασίστηκε η παράσταση «Ούτος είναι ο αστήρ μου» της θεατρικής ομάδας «Πόλις», υποδηλώνουν πως από το κατάστρωμα κιόλας των πλοίων της φυγής η ζύμη του ανθρώπινου πηλού «διατηρεί της ζωογόνου ακτίνος την θέρμην». Με τη δραματική επεξεργασία της Αιμιλίας Βάλβη και τη σκηνοθετική (Ελένη Γεωργοπούλου) και την υποκριτική επάρκεια της ίδιας και των συνεργατριών της (Ρηνιώ Κυριαζή, Στέλλα Ράπτη) στοιχειοθετήθηκε η «συμβολική επανάληψη της προσφυγιάς» που διατέθηκε μάλιστα δωρεάν στους λογής πρόσφυγες της πρωτεύουσας.
Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
