Η χαμένη ταυτότητα του δημόσιου χώρου
Η πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο Κρήτης αποτελεί την απόληξη του άξονα που ξεκινά από την περιοχή Χανιόπορτα στα δυτικά του ιστορικού κέντρου, συνεχίζει με τη λεωφόρο Καλοκαιρινού και τέλος με τη λεωφόρο Δικαιοσύνης. Ο άξονας αυτός διαπερνάει την τειχισμένη πόλη του Ηρακλείου από τα δυτικά στα ανατολικά και στον χώρο της πλατείας συνδέεται με την αρχή των οδών Ικάρου και Δημοκρατίας που συνδέουν την πόλη με τα ανατολικά προάστια ως το αεροδρόμιο και με τα νοτιοανατολικά προάστια, ως την Κνωσό. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ελεύθερο χώρο του ιστορικού κέντρου στον οποίο εδραιώθηκαν οι λειτουργίες αντιπροσώπευσης του κράτους μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους.
Εκεί γίνονται οι δημόσιες τελετές, οι πορείες και τα εργατικά συλλαλητήρια. Τα βράδια, ακόμη πριν από 20 χρόνια, ήταν ο κατ’ εξοχήν χώρος περίπου των Ηρακλειωτών, όταν τα αυτοκίνητα και τα γραφεία ήταν λιγότερα και γύρω στην πλατεία λειτουργούσαν ακόμη οι κινηματογράφοι «Ηλέκτρα» και «Ντορέ». Από τότε που το ημικυκλικό πάρκο διαιρέθηκε σε νησίδες κυκλοφορίας, μειώνοντας το πράσινο του χώρου, μοναδικά σημεία αναφοράς ως προς τη λειτουργία και ως σημάδια δημόσιου χώρου έμειναν τα αγάλματα του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Αγνωστου Στρατιώτη.
Στον χώρο αυτό που με την πρώτη επαφή μάς φέρνει στον νου τη νεότερη ιστορία της Κρήτης μέσου του κτιρίου της Νομαρχίας, των αγαλμάτων του Αγνωστου Στρατιώτη, του Ελευθέριου Βενιζέλου και της προτομής του Ν. Καζαντζάκη είναι παρούσα και η προϊστορία του νησιού. Πρόκειται για τους αρχαιολογικούς θησαυρούς του μινωικού πολιτισμού που φυλάσσονται και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, κτίριο ιδιαίτερα σημαντικό, (αρχιτέκτων Π. Καραντινός), ως έκφραση της διεθνιστικής τάσης στην ελληνική αρχιτεκτονική του ’30.
Αλλά εκείνο που έχει όμως τον σημαντικότερο ρόλο στη μορφή και στη διαμόρφωση του χώρου και που αναδεικνύεται με δυσκολία είναι η ίδια η θέση της πλατείας πάνω στα τείχη συγχρόνως και στην πόλη, μεταξύ των δύο προμαχώνων Vitturi στα νότια και Sabionara βορείως.
Τις τελευταίες δεκαετίες εκείνο που έλειψε από την πλατεία είναι η συγκεκριμένη εικόνα της, μια ολοκληρωμένη αντίληψη του χώρου που να διέπει κάθε μέρος της. Για πολλά χρόνια, ο κατ’ εξοχήν δημόσιος χώρος της πόλης έχασε τα χαρακτηριστικά σημάδια, την πεμπτουσία του, τα οποία έτσι κι αλλιώς εμπεριείχε και τα οποία με μία και μόνη σχεδιαστική κίνηση θα μπορούσε να αναδειχθούν.
Σχέδιο με τρεις κατευθύνσεις
Στη σχεδιαστική πρόταση που επεξεργαστήκαμε επιδιώχθηκε να αποδοθεί η χαμένη ταυτότητα στον δημόσιο χώρο μέσω τριών κατευθύνσεων:
1. Οργάνωση – θεώρηση του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου.
2. Επαναφορά στη μνήμη στοιχείων της ιστορίας της πλατείας.
3. Τεχνικές – λειτουργικές αλλαγές (κυκλοφοριακές ρυθμίσεις της μελέτης Δοξιάδη, προσαρμογή των χώρων στα καφέ, κινήσεις πεζών, χρήσεις κτιρίων κ.ά.).
Με μία και μόνη γενναιόδωρη χειρονομία, που αρχικά μπορεί να δίνει την εντύπωση απλού γεωμετρικού καπρίτσιου, σχεδιάστηκε η πλατεία ως σύνολο, συνδέοντας τις γύρω από αυτήν περιοχές μαζί με τις απολήξεις των γύρω οδών.
Δύο κυκλικές τεμνόμενες επιφάνειες φέρνουν σε διάλογο τον χώρο επί της πλατείας με εκείνον της τάφρου, σε χαμηλότερο επίπεδο 11 μέτρων. Διαγώνιοι, εφαπτόμενες και ομόκεντροι κύκλοι συντίθενται για την απόδοση των υπόλοιπων σχεδιαστικών αναγκών.
Η κατασκευή του έργου της κεντρικής αυτής πλατείας του Ηρακλείου, της πλατείας Ελευθερίας, τρία χρόνια μετά τον πανελλήνιο διαγωνισμό, έχει δημιουργήσει πολύ ζωντανή συζήτηση στην τοπική κοινωνία, που στην πλειονότητά της κυμαίνεται από τον σαρκασμό για το μοντέρνο του σχεδιασμού της ως και την πλήρη άρνηση λόγω της έλλειψης, όπως καταλογίζεται στη μελέτη σύνδεσης με μορφές της παράδοσης. Από την άλλη πλευρά, το έργο στο σύνολό του έχει παρουσιάσει υπερβολική καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να παραδίδεται τμηματικά, γεγονός που έχει αντίκτυπο να μη γίνεται εύκολα αντιληπτή η κλίμακα και η φιλοσοφία που διέπει την επέμβαση ως σύνολο και να κουράζει τους πολίτες.
Σε μια κοινωνία που δεν έχει αποδεχθεί τις αρχές του μοντέρνου κινήματος αλλά και γενικότερα τις αρχές και τους τρόπους έκφρασης του σύγχρονου, παρά μονάχα ως μεμονωμένες χρήσιμες εφαρμογές, μια τέτοια πρόταση που μπορεί να προαναγγέλλει άλλες ολοκληρωμένες επεμβάσεις στην πόλη έχει προκαλέσει οργή μαζί και δέος για τα επερχόμενα, καθώς έχει ξεφύγει από την επικρατούσα λογική και τις επικρατούσες μορφές στον σχεδιασμό και στον τρόπο κατασκευής του δημόσιου χώρου στις πόλεις μας.
Παρ’ όλες τις ελλείψεις, τις κακοτεχνίες και την καθυστέρηση στην εκτέλεσή του, επιλέχθηκε μεταξύ 106 προτάσεων και παρουσιάστηκε μαζί με άλλα 32 έργα και μελέτες στη Β’ Biennale Νέων Αρχιτεκτόνων που έγινε τον Απρίλιο με συνδιοργανωτές το ΥΠΕΧΩΔΕ – Διεύθυνση Οικιστικής Πολιτικής και το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και σήμερα έχει μεταφερθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Επίσης, η ίδια μελέτη επιλέχθηκε από διεθνή ομάδα κριτικών για να συμπεριληφθεί στην έκθεση «Η Ελληνική Αρχιτεκτονική ’60 και ’90: η αναζήτηση του διεθνισμού», που θα γίνει τον Σεπτέμβριο στο Αμστερνταμ, με συνδιοργανωτές το Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής της Ολλανδίας και την ελληνική πρεσβεία της Χάγης και θα ταξιδέψει στη συνέχεια σε οκτώ άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.
Είναι λοιπόν φανερό ότι το έργο έχει ξεπεράσει τη διάσταση της απλής απορρόφησης ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων ή της δημοτικής πολιτικής και αποδεικνύεται ότι περιέχει καινοτομίες στον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου, πέρα από την αποδοχή του ή όχι από το κοινωνικό σύνολο του Ηρακλείου.
Αχαλίνωτη εξάπλωση και κερδοσκοπία
Η τεράστια συρροή πληθυσμού από την ύπαιθρο της Κρήτης στην πόλη του Ηρακλείου, ειδικά μετά τη δεκαετία του ’70, είχε αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός συστήματος κερδοσκοπίας με αντικείμενο τη νομίμως ή παρανόμως οικοδομήσιμη γη, την αχαλίνωτη εξάπλωση της αυθαίρετης περιφέρειας και την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα και γύρω από την πόλη, με τη διαμόρφωση συνοικιών που ούτε με χωριό ούτε με πόλη σχετίζονται. Παράλληλα, την ίδια εποχή οι Ηρακλειώτες αστοί εξαπλώνουν το πεδίο των συμφερόντων τους σε περιοχές τουριστικής ανάπτυξης. Χτίζουν τα ξενοδοχεία τους μακριά από την πόλη και βλέπουν τον χώρο της από απόσταση, ως χώρο εξυπηρέτησης πελατών, με το αεροδρόμιο, το λιμάνι, το μεγάλο ταμείο του Αρχαιολογικού Μουσείου και το Τουριστικό Διοικητικό Κέντρο στην οδό 25ης Αυγούστου. Η απρογραμμάτιστη αυτή ανάπτυξη πολλών ειδών συμφερόντων στον ίδιο χώρο και ο συνδυασμός τους με τη γενική αίσθηση αυτάρκειας της τοπικής κοινωνίας οδήγησε σε ένα είδος νωχελικής και αυτάρεσκης αδράνειας σε όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Αποτέλεσμα αυτής της αυταρέσκειας είναι οι περισσότεροι φορείς και οι περισσότεροι ιδιώτες να μην είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τις αρετές της πόλης. Αντίθετα, στο σώμα αυτής της πόλης συνεχίζονται να γίνονται όλων των ειδών οι ασέλγειες, από τη στιγμή που όλα, άνθρωποι, οικονομία και χώρος, είναι εξελισσόμενα, δηλαδή εμπορεύσιμα.
Σε αυτόν τον χώρο ούτε το δημοκρατικό καθεστώς ούτε η παιδεία μηχανικών και κατοίκων είναι σε θέση να περιορίσει την ασέλγεια του αυθαίρετου και την ευαρέσκεια της βαμμένης ροζ πολυκατοικίας. Εφόσον η μεγαλύτερη προσπάθεια από τους κατοίκους αναλώνεται στην αύξηση του ιδιωτικού τους βραχυπρόθεσμου οφέλους, ο δημόσιος χώρος μένει στο περιθώριο. Εύκολα ενοικιαζόμενος από τον ίδιο τον δήμο, κατακλύστηκε από πολύχρωμες τέντες και ξύλινες πέργκολες. Οι λίγες πεζοδρομήσεις και οι πρώτες διαμορφώσεις επί των τειχών, που έγιναν τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με ευτελή υλικά και με συμβατικότατο σχεδιασμό, απέδωσαν χώρους ποιοτικά αδιάφορους και δεν ανέδειξαν αλλά υποβάθμισαν πρώτα τα μνημεία και έπειτα την αισθητική αντίληψη των πολιτών. Παράλληλα στους ιδιώτες δόθηκαν όλες οι δυνατότητες για επέμβαση, εις πλάτος και εις ύψος, ως δικαιώματα κεκτημένα, που με τη σειρά τους επηρέασαν τον δημόσιο χώρο. Η ποθητή διαφοροποίηση για τον καθένα ξέφυγε από τα όρια της ιδιοκτησίας του, για να χαρακτηρίσει το ενοικιαζόμενο, αν όχι προς καταπάτηση, αστικό περιβάλλον.
Η κεντρική πλατεία που υπήρξε ο κατ’ εξοχήν χώρος για δημόσιες τελετές, περίπατο, πορείες και εργατικά συλλαλητήρια, κατάντησε κυκλοφοριακός κόμβος σε μια πόλη όπου η νεολαία άρχισε να προτιμά τον κλειστό, ιδιωτικό χώρο των μπαρ και οι γεροντότεροι έγιναν παθητικοί θεατοί των talk shows.
Σε αυτό το τοπίο η διαμόρφωση της πλατείας αυτής θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία για να επαναποκτήσουν οι πολίτες τη διάσταση της αστικότητας, που πάντα ενυπήρχε στην έκφραση του συλλογικού στο Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης και που είναι χαμένη τώρα και τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Οταν τον Φεβρουάριο του 1993 η τότε δημοτική αρχή του Ηρακλείου Κρήτης προωθούσε τη διεξαγωγή του Πανελλήνιου Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού για τη νέα διαμόρφωση της πλατείας Ελευθερίας της πόλης, στη σκέψη των διοργανωτών ήταν η δημιουργία ενός απλουστευμένου κόμβου κυκλοφορίας, όπως τον έδινε η μελέτη των κυκλοφοριακών μέτρων. Στην καλύτερη περίπτωση θα συνυπήρχε και ως χώρος συμβολικός, κορεσμένος από μορφές της ιστορίας, χώρος περιπάτου για τους πολίτες αλλά και ανοιχτό μουσείο – είσοδος σε μια πόλη που θα έπρεπε να επαναποκτήσει τον χαρακτήρα της παράδοσης, ώστε να μπορέσει να ανταγωνιστεί σε τουριστική συρροή τη Χερσόνησο, τα Μάλια, την κοντινή Αγία Πελαγία των ξενοδόχων. Τέτοιου είδους έργα έχουν βεβαίως ήδη κάνει την εμφάνισή τους στο τοπίο της πόλης. Είτε πρόκειται για επεμβάσεις σε ιδιωτικά κτίρια, διατηρητέα και μη, είτε σε τμήματα των τειχών, στις οποίες αποδίδεται μορφή νεοκλασικίζουσα ή βενετο-αναγεννησιακή, ανάλογα με την περίσταση. Φαίνεται ξαφνικά το Ηράκλειο σαν να ζει την περίοδο της δεκαετίας του ’30 στη Ρόδο, όπου τα μνημεία αναστυλώθηκαν, ώστε να αναφέρονται σε μία και μόνη, συγκεκριμένη χρονική περίοδο της εξέλιξής τους. Υπάρχει βεβαίως μια ειδοποιός διαφορά. Τα έργα σήμερα γίνονται με τη χρησιμοποίηση νέων τεχνολογιών, συχνά δεν υπάρχει συνέχεια μεταξύ εσωτερικού χώρου και εξωτερικού περιβλήματος, που είναι δυστυχώς εκείνο που ενδιαφέρει και δημιουργεί την αρχιτεκτονική της βιτρίνας.
Στη σχεδιαστική μας πρόταση η σχέση που κρατήσαμε απέναντι στην ιστορία του συγκεκριμένου χώρου έγκειται στην προσπέλαση, στη χρήση και στην εντύπωση που προκαλούσε στο παρελθόν. Η μελέτη λειτούργησε μέσα από μια κατασταλαγμένη άποψη για την πόλη και τις μορφές της, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ανησυχία για τη νέα ταυτότητα του χώρου, επειδή ήδη αυτό μπορεί να εμπεριέχεται στη διαδικασία και επειδή έχει να κάνει με τη διερεύνηση της ίδιας της θέσης της πλατείας σχετικά με την πόλη και τα τείχη της.
Μια νέα αίσθηση του συλλογικού
Η σπουδή των αρχιτεκτονικών μορφών που προϋπήρχαν στην πλατεία (πύλη του Αγίου Γεωργίου και οι τρεις καμάρες του υδραγωγείου Morosini) δεν αποδόθηκαν στη μελέτη ως απομιμήσεις. Αλλα στοιχεία στη θέση τους προσδιορίζουν κινήσεις, εξειδικεύουν τους χώρους και επιβοηθούν τους χρήστες τους να μετέχουν στις εκδηλώσεις του συλλογικού. Στην επεξεργασία της μελέτης, στη διερεύνηση των δυνατοτήτων του χώρου, δεν υπήρξε η παραμικρή ανησυχία για παρεμβολή ιστορικών μορφολογικών στοιχείων προς εύκολη αναγνώριση από το ευρύ κοινό. Η αντιμετώπιση της νέας επέμβασης εμπεριέχει εξαρχής την επιλογή των μελετητών να λάβουν μέρος σε μια κοινή πολιτιστική πρακτική που διέπει την τελευταία δεκαετία παρόμοιες επεμβάσεις στον δημόσιο χώρο, σε πόλεις όπως η Λυών, η Ρέμς, η Βαρκελώνη, το Ρότερνταμ, χωρίς να λείπουν οπωσδήποτε οι τρόποι σύνδεσης του έργου με το δεδομένο αστικό τοπίο του Ηρακλείου.
Πρόκειται βέβαια για τον σχεδιασμό μιας άλλης έκφρασης, μιας νέας αίσθησης του συλλογικού που όλοι περιμένουμε να μας εμφανιστεί και που ακόμη δεν μας είναι φανερή, που δεν θα αργήσει όμως να αποδοθεί και εδώ, στο Ηράκλειο, όπως στις άλλες ελληνικές και ευρωπαϊκές πόλεις.
Για τους μελετητές, η πιο έντονη αίσθηση που έδινε η εικόνα της πλατείας στο παρελθόν είναι εκείνη του τελείως ελεύθερου χώρου όπου γινόταν η εκπαίδευση των στρατιωτών στη Βενετοκρατία, με ένα μέρος φυτεμένο (χάρτης του Wertmuller) εκεί όπου αργότερα βλέπουμε να γίνονται οι παρελάσεις της Κρητικής Πολιτοφυλακής (φωτογραφίες των αρχών του αιώνα).
Αυτή η μνήμη του ανοίγματος της πόλης προς τα έξω γίνεται προσπάθεια να επανέλθει ζωντανή μέσω της μελέτης: μια μεγάλη ημικυκλική πλάκα αρχίζει από το υψόμετρο των 28,30 (σχετική στάθμη θαλάσσης) μπροστά από το κτίριο Ντορέ, για να φθάσει κεκλιμένη ως τα 30,20 μέτρα, στη γωνία μπροστά από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυτό το ελαφρώς κεκλιμένο επίπεδο «διαβάζει» και «περιγράφει» τον χώρο, ενοποιώντας το πλακόστρωτο μέρος του στα δυτικά με το δενδροφυτευμένο στα βορειοανατολικά.
Παράλληλα, η διαγώνιος που μοιράζει αυτή την έκταση μεταξύ της ανοικτής πλατείας και του χώρου με τις φυτεύσεις μάς επαναφέρει στην ιδέα της οριζόντιας και ορίζει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ του χώρου για συγκεντρώσεις πλήθους και εκείνου για μοναχικό περίπατο κάτω από τα δέντρα, στις χαμηλές κρήνες αραβο-οθωμανικής παράδοσης. Επίσης, η διαγώνιος οριοθετεί τη δόμηση της πόλης και οι φανοστάτες λόγω της κλίσης τους τονίζουν το αστικό τμήμα της πλατείας, εξειδικεύοντας κάθε μέρος της. Από τα βορειοδυτικά (πεζοδρομημένη οδός Δαιδάλου και Κοραή) οδηγεί οπτικά αλλά και ουσιαστικά σε όλους χώρους, ως τη Βίγλα και στη συνέχεια στα τείχη. Στην πλατία Δασκαλογιάννη μια άλλη πλάκα σε κεκλιμένο επίπεδο κοιτάζει προς την πλατεία Ελευθερίας.
Η διαγώνιος μας οδηγεί στον πράσινο όγκο της Βίγλας που εξισορροπείται από τον κτιριακό όγκο του Μουσείου στα βόρεια. Εκτός από την υπάρχουσα ράμπα, στην πίσω όψη των τριών κτιρίων επί της οδού Πεδιάδος τοποθετείται μια δεύτερη, ώστε να είναι ευκολότερη η ανάβαση από την πλατεία.
Ο πράσινος όγκος της Βίγλας συνεχίζεται στον χώρο γύρω από το νεομινωικό πρώην μνημείο πεσόντων με φοίνικες φυτεμένους σε κάναβο που συμπληρώνουν τους υφισταμένους. Αυτό το μικρό μονόχωρο κτίριο ανακαινίζεται για να φιλοξενήσει τις λειτουργίες Περιπτέρου της πόλης με δημοτικά WC στο ημιυπόγειό του.
Το υψηλό σκιάδιο στην κορυφή της Βίγλας, φωτισμένο το βράδυ, συνεχίζοντας τα φώτα των επικλινών στηλών θα μπορούσε να σηματοδοτεί το κέντρο της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις.
Σε συνέχεια, μπροστά σε αυτό τον χώρο βρίσκεται το άγαλμα του Ελευθέριου Βενιζέλου και ευθεία ακόμη πιο πέρα ο άλλος λοβός, του προμαχώνα Sabionara, ο οποίος διαλέχθηκε ως ο καταλληλότερος χώρος όπου θα στηθεί το νέο μνημείο των πεσόντων. Κάτω από αυτόν τον προμαχώνα, όπως επίσης και εκείνος του Αγίου Ανδρέα στα δυτικά της πόλης, διαδραματίστηκαν τα σπουδαιότερα γεγονότα της πολιορκίας του Ηρακλείου τον 17ο αιώνα. Ως τώρα μένει ως χώρος αποκλεισμένος λειτουργικά από την πλατεία, ως αποθήκη του Μουσείου.
Υπόθεση λίγων διανοουμένων
Το άνοιγμα του αστικού κέντρου προς το λιμάνι, με την κατασκευή του Ανατολικού Πολεοδομικού Κέντρου και την οργάνωση του πάρκου Νεότητας, καθιστούν αυτόν τον λοβό του προμαχώνα το σπουδαιότερο σημείο αναφοράς για την είσοδο στο ιστορικό κέντρο.
Από την όλη διαχείριση του έργου ως σήμερα (περικοπές στο έργο, ελλείψεις και κακοτεχνίες στην εκτέλεση της κατασκευής) είναι δυνατόν να συμπεράνει κανείς ότι η έκφραση και η μορφή του συλλογικού που είναι το ζητούμενο στη δημιουργία του δημόσιου χώρου καταλήγει να είναι υπόθεση λίγων ανήσυχων διανοουμένων που μόνο μέσα από τυχερές συμπτώσεις θα γίνεται δυνατόν να προωθούν την ορθώς νοούμενη εξέλιξη του δομημένου και τους ελεύθερου αστικού μας περιβάλλοντος;
Η αρχιτεκτονική θα πρέπει να αποκτήσει τον ρόλο της στη διαμόρφωση των πόλεών μας μέσα από ευρύτερα αποδεκτές και διαφανείς διαδικασίες, που να αποδίδουν στον μελετητή τον ολοκληρωμένο του ρόλο στο γίγνεσθαι του κοινωνικού μας συνόλου, γιατί «… Οι νόμοι της τέχνης είναι οι νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη από τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη του καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο…». (Οδυσσέας Ελύτης: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»: Εν Λευκώ, 1992).
Οι κκ. Νίκος Σκουτέλης και Φλάβιος Ζανόν είναι αρχιτέκτονες μηχανικοί και το 1993 πήραν το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό για τη νέα διαμόρφωση της πλατείας Ελευθερίας στο Ηράκλειο Κρήτης.
