Η χούντα και οι άλλοι φασισμοί

Η χούντα και οι άλλοι φασισμοί Οι φασισμοί όμως στην Ισπανία, στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήλθαν και έφυγαν. Η δημοκρατία εμπεδώθηκε. Οι αντιστάσεις ξεχάστηκαν. Και πριν απ'' όλα ξεχάστηκε η εποχή όπου δίπλα στους στρατιώτες, στους επαγγελματίες και στους μισθοφόρους πολεμούσαν και πέθαιναν οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές. Χάθηκε η εποχή όπου

Η χούντα και οι άλλοι φασισμοί


Οι φασισμοί όμως στην Ισπανία, στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήλθαν και έφυγαν. Η δημοκρατία εμπεδώθηκε. Οι αντιστάσεις ξεχάστηκαν. Και πριν απ’ όλα ξεχάστηκε η εποχή όπου δίπλα στους στρατιώτες, στους επαγγελματίες και στους μισθοφόρους πολεμούσαν και πέθαιναν οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές. Χάθηκε η εποχή όπου άνθρωποι που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και πίστευαν σε διαφορετικούς θεούς μπορούσαν να προσφέρουν τη ζωή τους πιστεύοντας ότι οι αλήθειες τους και οι αξίες τους ήταν ταυτόχρονα απαράλλακτες και οικουμενικές. Χάθηκε ένας κόσμος όπου όλοι, ή τουλάχιστον πολλοί, ήξεραν στο πετσί τους τι ήταν δίκιο και τι άδικο ­ έστω και αν έμελλε να σφαχτούν και μεταξύ τους γύρω από τον ορισμό και την επιβολή του «κοινά ορθού». Εκλεισε μια περίοδος που προσδιοριζόταν από τη δυνατότητα να πιστέψει η οικουμένη στο θεμιτό του όποιου «Εμείς», από το αίτημα να σκεπτόμαστε ο καθένας για όλους και όλοι για τον έναν, από τη βούληση της μη διαπραγματεύσιμης συλλογικής αντίστασης ενάντια στον παραλογισμό και στην άνωθεν επιβολή.


Τριάντα χρόνια λοιπόν από τη χούντα, εξήντα από την Γκέρνικα. Και εκ πρώτης όψεως, η λογική και η ελευθερία έχουν θριαμβεύσει. Και πράγματι δεν υπάρχουν πια φασισμοί, τουλάχιστον στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο. Μόνο ο ταχυδρόμος και ο γαλατάς χτυπούν τις πόρτες μας τα χαράματα. Και έτσι, μεταθανάτια, τα απορημένα μάτια, τα περιστέρια και τα αγριεμένα άλογα του Πικάσο μπόρεσαν να επιστρέψουν στο μουσείο της «βασίλισσας Σοφίας» στη Μαδρίτη. Και δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για να θυμούνται πια πολλοί ότι ο τέως εστεμμένος αδελφός της άνασσας, έχοντας κάποτε υπογράψει το διάταγμα για την κατάλυση του δικού μας καθεστώτος, προσυπογράφει ασμένως σήμερα τη χάρτα του ελεύθερου εμπορίου και των δημοκρατικών ιδεωδών. Τα υπόλοιπα ξεχάστηκαν, μέσα στη συναινετική ευφροσύνη της δημοκρατίας.


Ο φασισμός και ο ολοκληρωτισμός λοιπόν όχι μόνο δεν έπεισαν αλλά και σφράγισαν τον αιώνα μας με το πιο εκτρωματικό του πρόσωπο. Αλλά μήπως δεν χρειάζεται πια να πείσουν αφού ορισμένες από τις κρυφές δυνάμεις που τους κινούσαν είναι πάντα ενεργές και ζωντανές; Το δημοκρατικό κέλυφος μας προστατεύει βέβαια από τα χείριστα. Είμαστε και θα παραμείνουμε ελεύθεροι πολίτες. Αλλοι όμως παραλογισμοί στέκονται πάντα όρθιοι. Ο σοβινισμός, ο άκρατος πολιτικός κυνισμός, η εξουσιαστική βούληση, η διαφθορά είναι πάντα εδώ. Η εκμετάλλευση, η ανισότητα, η αδικία και τα προνόμια βασιλεύουν παντού. Η φρίκη είναι ενδημική και αυτοαναπαραγόμενη και οι φτωχοί και απόκληροι υπομένουν απλώς τη μοίρα τους. Οσο ανεκτίμητη και αν είναι, η δημοκρατία δεν επαρκεί.


Και όμως δεν κουνιέται φύλλο. Αυτάρεσκα επαναπαυόμαστε στους αυτοματισμούς των κεκανονισμένων νόμιμων διαδικασιών. Καμία διεθνής ταξιαρχία δεν συγκροτήθηκε για να σώσει την Κύπρο από τους εισβολείς. Κανένας ποιητής δεν πολέμησε ενάντια στους μισθοφόρους της Κατάνγκα και δεν όρθωσε τα στήθη του υπέρ των Παλαιστινίων. Κανένας καλλιτέχνης δεν πήγε να συμμερισθεί τη μοίρα των θυμάτων των βομβαρδισμών της Βαγδάτης. Ελάχιστοι συγκινούνται από τα οδωδότα και τυμπανιαία πτώματα που αποσυντίθενται στις ζούγκλες της Αφρικής. Και όποιες φωνές διαμαρτυρίας υψώνονται εν όψει της συνεχούς διόγκωσης των στρατιών των περιθωριακών, των ανέργων και των μη απασχολήσιμων πνίγονται στο τέλμα ενός φετιχοποιημένου υπαρκτού. Η κυριαρχία, η επιβολή και η αθλιότητα είναι τα άτεγκτα προϊόντα της «λογικής», της ευπρεπούς φιλελεύθερης και δημοκρατικής λογικής, και της αδήριτης ανάγκης.


Αλλά μήπως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Η μάχη ενάντια στον παραλογισμό εγκλωβίζεται στο παρελθόν. Οπως και ο πόλεμος του Κόλπου, έτσι και οι «άλλοι» πόλεμοι, οι σημερινοί και οι μελλοντικοί, οι εθνικοί, οι εμφύλιοι και οι ταξικοί, οι φανεροί και οι αφανείς, «δεν έγιναν» και «δεν θα γίνουν ποτέ» παρά μόνο στην τηλεόραση, όπου μας θρέφουν και μας συγκινούν επί τρία ολόκληρα λεπτά. Η αντίσταση του καναπέ και η κινητοποίηση του καναπέ δεν είναι παρά οι ειδικότερες εκφάνσεις της συνείδησης του καναπέ, για όσους βέβαια διαθέτουν καναπέ. Και για όλους αυτούς, ως δυνάμει τερπνό θέαμα και ακρόαμα, ο ισπανικός εμφύλιος όπως και η χούντα, το Αουσβιτς δεν φαίνεται να είναι δυνατόν να επαναληφθούν. Στις δημοκρατίες η βία είναι πάντα για τους άλλους. Ολοι προτιμούν να πείθονται ότι δεν χρειάζεται ποτέ να επιβάλει κανείς με τη βία εκείνο που μπορεί να έχει ήδη ξορκιστεί με το ελεύθερο θέαμα της βίας, με μια βία που είναι ήδη θέαμα προτού καν ξεσπάσει στη ράχη των διογκούμενων θυμάτων της.


Ο φρανκισμός, ο ναζισμός, οι γενοκτονίες και οι χούντες, αλλά και οι αντιστάσεις εναντίον τους, οι θυσίες και τα «όχι», δεν υπήρξαν λοιπόν ίσως παρά οι γραφικοί και αναχρονιστικοί πρόδρομοι μιας πολύ λυσιτελέστερης φίμωσης της ανθρώπινης ελευθερίας και συνείδησης. Οι αντιστάσεις και οι εξεγέρσεις είναι πια περιττές και ανώφελες. Η μεταορθολογική εποχή μας είναι ταυτόχρονα και μεταρομαντική. Το αδυσώπητο πραγματικό έχει υποκατασταθεί τόσο στον Λόγο όσο και στην αυτόνομη βούληση. Η ιστορία δεν μπορεί να μας διδάξει πια τίποτε γιατί την παρακολουθούμε ζωντανή προτού καν μας δοθεί χρόνος να σκεφθούμε το τι γίνεται και γιατί. Και αυτό ακριβώς είναι και το διατυμπανιζόμενο «τέλος» της. Ακόμη και ο Εγελος που έλεγε ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας διδάξει η ιστορία είναι ότι η ιστορία δεν μπορεί να μας διδάξει απολύτως τίποτε, θα είχε μείνει με το στόμα ανοικτό.


Απρίλιοι δεν χρειάζονται λοιπόν πια. Οι κοινωνίες δεν «θέλουν», δεν σκέφτονται και δεν αντιστέκονται. Και έτσι, ακόμη και οι επέτειοι συμβάλλουν στην απώλεια του οποιουδήποτε νοήματος ξεπερνάει τους πραγματιστικούς ορίζοντες της διάχυτης ιδιοτέλειας. Μετέχοντας στο απανταχού γίγνεσθαι μέσα από τη νοθευμένη και ωραιοποιημένη πληροφορία, η μνήμη του παρελθόντος μας μετουσιώνεται σε λήθη του παρόντος μας και σε μοίρα του μέλλοντός μας. Δεν μπορούμε πια να προσβλέψουμε στη μίμηση του δράματος και στην έξαρση της θυσίας. Τους κονσερβοποιημένους Απρίλιους τούς έχουμε, τους απολαμβάνουμε και τους αναπολούμε 365 μέρες τον χρόνο. Αδιάφορα και εναλλακτικά τους παρακολουθούμε με «ενδιαφέρον». Ο Ουναμούνο είχε άδικο. Το «βίβα λα μουέρτε» επικράτησε, αλλά αντεστραμμένο. Ο θάνατος δεν μας κινητοποιεί πια παρά στο μέτρο όπου μπορούμε να τον ξεπερνάμε μέσα από την οικειοποίηση. Και έτσι, το πραγματικό αναπαράγεται, από μόνο του. Και έχει τη δύναμη, και πείθει.


Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version