Θα επιχειρήσω να δω από μία άλλη οπτική τα αίτια της αναποτελεσματικότητας των κρατικών οργανισμών που μετά τα τραγικά συμβάντα της οδού Νιόβης ήρθε ξανά στο προσκήνιο. Πλημμύρες, σεισμοί, πυρκαϊές, πτώσεις στρατιωτικών αεροπλάνων, εγκληματικές αστυνομικές παραλείψεις και απερισκεψίες, όλα συνηγορούν υπέρ της απόψεως πως βρισκόμαστε ενώπιον μιας μεγάλης κρίσεως των κρατικών θεσμών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι ελληνικοί κρατικοί οργανισμοί αποδεικνύονται ανίκανοι να χειριστούν την αυξημένη πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.
Το ερώτημα είναι γιατί, και φαίνεται εύλογο αυτό το γιατί να απευθύνεται προς την κρατική εξουσία, καθ’ ότι υπεύθυνη για τη διοίκηση και την οργάνωση των θεσμών.
Είναι η δική της ολιγωρία και αδιαφορία για την οικοδόμηση ορθολογικών οργανισμών που συντηρεί την ευνοιοκρατία, τις χαρισματικές μεταθέσεις και αποσπάσεις, την αναξιοκρατία και διαφθορά, υποστηρίζουν οι περισσότεροι σχολιαστές.
Αν όμως είναι έτσι, τότε θα έπρεπε να απαντηθεί το γιατί στην Ελλάδα η πολιτική εξουσία ενδιαφέρεται μόνο για το βραχυπρόθεσμο ίδιον όφελος. Και αν αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά είναι γνώρισμα κάθε πολιτικής εξουσίας, τότε πώς στα κράτη της Δύσης οι θεσμοί λειτουργούν παρά την οποιαδήποτε βούληση της πολιτικής εξουσίας;
Αυτά τα ερωτήματα μας εξαναγκάζουν να απομακρυνθούμε από την ευθύνη της πολιτικής εξουσίας, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει αλλά δεν φθάνει στη ρίζα του κακού, και να εγκύψουμε στη μελέτη των ίδιων των θεσμών.
Χρειάζεται να καταλάβουμε τι είναι ο κρατικός θεσμός, τι τύπο ανθρώπου απαιτεί για τη λειτουργία του, τι ρόλους διαμορφώνει, βάσει ποιων διαδικασιών προωθεί τους σκοπούς του, πώς εξελίχθηκε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα κλπ. Αν αυτά δεν τα κατανοήσουμε, οι καταστροφές θα πληθαίνουν κι εμείς, όπως οι μοιραίοι του ποιήματος, θα προσμένουμε «ίσως κάποιο θάμα».
Ο τρόπος που οργανώθηκαν οι κρατικοί θεσμοί στην Ελλάδα έλαβε ως πρότυπο τη γραφειοκρατική οργάνωση των κρατικών θεσμών στη Δυτική Ευρώπη. Ας δούμε λοιπόν, πολύ συνοπτικά, τι θεσμοί διαμορφώθηκαν σε αυτή την περιοχή του κόσμου, όταν ο Μεσαίωνας τέλειωνε και τα εθνικά ευρωπαϊκά κράτη έρχονταν στο προσκήνιο της ιστορίας.
Η δυτική γραφειοκρατία
Οι θεσμοί, κατ’ αρχήν, αναδύονται μέσα στις κοινωνίες όταν η συλλογική δράση βρίσκεται ενώπιον κοινωνικών πρακτικών που επαναλαμβάνονται και γι’ αυτόν τον λόγο η κοινωνία θεσπίζει τυπικούς κανόνες και συμπεριφορές ώστε να επιλύει τα προβλήματα που συνεχώς συναντά η δράση. Η δυτική γραφειοκρατία (όπως γνωρίζουμε πολύ καλά από τα κείμενα του Βέμπερ) διαφέρει από τις ανατολικού τύπου γραφειοκρατίες σε δύο τουλάχιστον σημεία: το ένα έγκειται στην εφαρμογή όχι απλώς κανόνων, αλλά κανόνων που στηρίζονται στην ορθολογική σκέψη και στην τεχνική γνώση.
Το δεύτερο αναφέρεται στην εμπέδωση απρόσωπων σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της. Με λίγα λόγια, παρατηρούμε πως η δυτική γραφειοκρατία, προκειμένου να επιβάλει τον έλεγχο και την τάξη, απαιτούσε για τη στελέχωσή της άτομα εθισμένα στην ορθολογική σκέψη και αποκομμένα από οποιαδήποτε επιρροή θα ναρκοθετούσε το απρόσωπο των σχέσεων. Αρα άτομα ανεξάρτητα από παραδοσιακά κοινωνικά πλέγματα, στραμμένα προς μια εσωτερική ψυχική αυτονομία, και ταυτόχρονα εξοικειωμένα με την αφαιρετική λογική και την τεχνική αποτελεσματικότητα.
Αυτή τη δυτική γραφειοκρατία, για την ωρίμανση της οποίας απαιτήθηκαν αιώνες, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος επιχείρησε να μιμηθεί αμέσως μετά την ίδρυσή του, προτού οι αντίστοιχες κοινωνικές πρακτικές εδραιωθούν στο κοινωνικό σώμα. Ηταν φυσικό, συνεπώς, το κοινωνικό σώμα, το οποίο κλήθηκε να την ενσωματώσει, να τη μετατρέψει έτσι που να μη διακοπτόταν ο τρόπος με τον οποίο αυτό ως τότε αυτοπαραγόταν. Ποιο όμως ήταν αυτό το κοινωνικό σώμα;
Η ελληνική ευνοιοκρατία
Απ’ ό,τι τουλάχιστον υποστηρίζουν οι σοβαρότερες ανθρωπολογικές έρευνες στον ελληνικό χώρο1, επρόκειτο για ένα κοινωνικό σώμα προσδεμένο στενά στα συστήματα της οικογένειας και της εντοπιότητας. Το ελληνικό άτομο, που τον 19ο αιώνα συγκροτούσε αυτό το σώμα και επιχείρησε να εγκαταστήσει κρατικούς θεσμούς, δεν είχε καμία σχέση ούτε με τις κοινωνικές πρακτικές ούτε με τις κεντρικές αξίες του δυτικού ατόμου.
Προσκολλημένο στην ευρύτερη οικογένεια και στην περιορισμένη γεωγραφικά κοινότητά του, αφού αυτά τα δύο ήταν επί αιώνες τα μοναδικά κοινωνικά πλέγματα που του εξασφάλιζαν συναισθηματική προστασία, ασφάλεια και υλικά μέσα διαβίωσης, προσδιόριζε την ταυτότητά του σε σχέση με αυτά τα πλέγματα, και με αυτή την ταυτότητα εισήλθε στους κρατικούς οργανισμούς.
Η ευνοιοκρατία, ως προνομιακή συμπεριφορά στους ημετέρους, όταν αυτοί οι ημέτεροι είναι κατ’ αρχάς οι συγγενείς και κουμπάροι, μετά οι συμπατριώτες και τέλος οι δικοί μας, κομματικοί φίλοι ή οπαδοί, ήταν το επακόλουθο της συμπεριφοράς ατόμων τα οποία χρίσθηκαν διά νόμου πολίτες, χωρίς να αναπτύξουν τις προαπαιτούμενες ψυχικές διεργασίες που διέπλασαν τον δυτικό πολίτη. Ατόμων των οποίων η σκέψη δεν είχε λειανθεί από την τυποκρατούμενη λογική των δυτικών οργανισμών, η δε ευταξία ήταν έννοια άγνωστη. Αντίθετα, η αναγνώριση και ευγνωμοσύνη δικών και φίλων ενίσχυε το προσωπικό γόητρο και τροφοδοτούσε με ανάλογες ηθικές αξίες την ατομική συνείδηση.
Οι εισηγμένοι συνεπώς κρατικοί θεσμοί αλλοιώθηκαν στην ουσία τους και προσαρμόστηκαν στις ανάγκες μιας κλειστής παραδοσιακής κοινωνίας. Αυτό που προέκυψε δεν είναι η δυτική γραφειοκρατία, αλλά ένα υβρίδιο, ένα παρα-μόρφωμα κοινωνικό, το οποίο βεβαίως, καλώς – κακώς, εξυπηρέτησε τις ελληνικές ανάγκες επί μακρά σειρά ετών, αλλά σήμερα στέκεται ασυνταίριαστο και ασύμπτωτο με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ανοιχτής κοινωνίας.
Οι απρόσωποι μηχανισμοί
Παραμένοντας ενδεικτικά στα γεγονότα της οδού Νιόβης, θα έλεγα πως δεν είναι οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης που κατέστησαν ανενεργή μια αστυνομία που είχε επιδείξει στο παρελθόν αυξημένη ικανότητα στην παρακολούθηση των (συμ)πολιτών, αλλά η διαφοροποίηση των προβληματικών καταστάσεων και το ασύμβατο πια της παραδοσιακής ελληνικής γραφειοκρατίας μαζί τους. Το να παρακολουθείς ή και να βασανίζεις κάποιον, όπως έπραττε με επιτυχία η πριν από τη μεταπολίτευση αστυνομία, προϋποθέτει έντονο προσωπικό ενδιαφέρον, φόβο και μίσος για τον άλλο, συναισθήματα που χαρακτηρίζουν άτομα αναθρεμμένα σε παραδοσιακές κοινότητες.
Οταν όμως η κοινωνική πολυπλοκότητα αυξάνεται και σε υποχρεώνει να αντιμετωπίσεις το ξένο, ετερόμορφο, και σε πρώτη όψη ανεπικοινώνητο, τότε πρέπει να πειθαρχήσεις σε μηχανισμούς που δουλεύουν ορθολογικά αλλά απρόσωπα. Το γεγονός αυτό επιβάλλει τήρηση κανόνων που τιθασεύουν τις προσωπικές αντιδράσεις και τις διοχετεύουν σε ορθολογικές συμπεριφορές θεσπισμένες από το κοινωνικό σύνολο και σεβαστές γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Αρα ατομικές συνειδήσεις εθισμένες στην αυτενέργεια, αλλά μέσα σε ελεγχόμενα από την κοινή εμπειρία πλαίσια.
Μπροστά σε αυτή τη νέου τύπου συνείδηση που επιτάσσει η εποχή μας, ο παραδοσιακός Ελληνας υποχωρεί, χωρίς την ίδια στιγμή να είναι σε θέση, ορμώμενος από τη δική του κουλτούρα, να συστήσει αυθεντικό εαυτό και ταυτότητα σε αντιστοιχία με τις νέες συνθήκες. Εξακολουθεί να προωθεί τον συγγενή ή τον φίλο, να ενδιαφέρεται όπως και ο αστυνομικός της οδού Νιόβης να αναγνωριστεί από τους άλλους και όχι από τον εαυτό του, να θυσιάζεται όπως και ο αστυφύλακας – οδηγός Γιώργος Παλιούρας ή ο αεροπόρος του C130, αψηφώντας τους τυπικούς κανόνες του οργανισμού όπου ανήκει.
Αν οι συλλογισμοί που εκτέθηκαν συνιστούν βάσιμη ερμηνεία της πραγματικότητας, τότε, παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, ίσως θα έπρεπε να στρέψουμε την προσοχή μας στο ποιοι είμαστε εμείς που στελεχώνουμε αυτούς τους θεσμούς, τι είδους «εαυτό» έχουμε διαπλάσει. Πρόκειται για καίριο ζήτημα που δεν αφορά μόνο την επιστήμη της ψυχολογίας, αλλά τις κοινωνικές επιστήμες εν γένει, και ίσως αυτό να μας δίνει το δικαίωμα να επιχειρήσουμε στο εγγύς μέλλον μια καλύτερη προσέγγισή του.
1. Βλέπε σχετικά: J. Κ. Campbell, Honour, Family and Patronage, Oxford University Press, 1964, καθώς και τις αναφερόμενες στην Ελλάδα έρευνες που περιέχονται στον τόμο «Mediterranean Family Structures», επιμ. J. Peristiany, Cambridge University Press, 1976. Επίσης τους τόμους «Ελληνική Κοινωνία», Επετηρίς του Κέντρου Ερευνας της Ελληνικής Κοινωνίας, εκδόσεις 1987 και 1994, της Ακαδημίας Αθηνών.
Η κυρία Ιωάννα Τσιβάκου είναι κοινωνιολόγος, σύμβουλος οργανωσιακής συμπεριφοράς και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
