Με αφορμή το γύρισμα ενός ντοκυμανταίρ του Ανδρέα Πάντζη με θέμα τις φωτογραφίες που τράβηξε ο Σεφέρης από την Κύπρο (τώρα συγκεντρωμένες στο λεύκωμα Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Με τον φακό του Γιώργου Σεφέρη, Λευκωσία 1990) βρέθηκα στο νησί και επισκέφτηκα τα μέρη που φωτογράφισε ο ποιητής. Οδηγό μου σε αυτή την περιδιάβαση είχα το βιβλίο του Σάββα Παύλου Σεφέρης και Κύπρος (Λευκωσία 2000), που είναι το πληρέστερο αναφερόμενο στις σχέσεις του ποιητή με την Κύπρο. Επειδή το σημαντικό αυτό βιβλίο δεν έτυχε στον ελλαδικό χώρο της κριτικής προσοχής που του άξιζε, κρίνω σκόπιμο να το σχολιάσω δι’ ολίγων εδώ.
Η πληρότητα του βιβλίου του Παύλου οφείλεται στο γεγονός ότι πραγματεύεται τη σχέση Σεφέρη – Κύπρου αμφίδρομα: εξετάζει, από τη μια, την πρόσληψη της εικόνας της Κύπρου από τον Σεφέρη και την ποιητική αξιοποίηση αυτής της εικόνας στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ´, και, από την άλλη, την τύχη του έργου του Σεφέρη στην Κύπρο. Ολα αυτά μέσα στο πλαίσιο όχι μόνο των λογοτεχνικών σχέσεων της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά και των ευρύτερων – των ιστορικών – συμφραζομένων αυτών των σχέσεων. Βασισμένο στην ενδελεχή μελέτη των πηγών και της σχετικής βιβλιογραφίας το Σεφέρης και Κύπρος αποτελεί συμβολή και στη μελέτη του κυπριακού προβλήματος.
Αλλά το βιβλίο του Παύλου μας βοηθάει να εμβαθύνουμε και στη φύση της κυπριακής εμπειρίας του Σεφέρη· να καταλάβουμε καλύτερα τα ποιήματα της «κυπριακής» συλλογής και τη σχέση της εμπειρίας αυτών των ποιημάτων με τη συνολική ποιητική εμπειρία του Σεφέρη. Θέτω το επίθετο «κυπριακής» εντός εισαγωγικών, γιατί τα ποιήματα του Ημερολογίου Καταστρώματος, Γ´, που από ορισμένους «κοσμοπολίτες» διαβάζονται με ένα αίσθημα συγκαταβατικότητας, εκφράζουν κάτι πολύ περισσότερο από το ηθογραφικό ή πατριωτικό βίωμα που υποτίθεται ότι αναπαράγουν. Το οποίο, άλλωστε, δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το αίσθημα του Σεφέρη – που εικονογραφείται με αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής – ότι «η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».
Ομως ποιο είναι το νόημα της εμπειρίας των «κυπριακών» ποιημάτων; Με τα ποιήματα αυτά ο Σεφέρης βιώνει βέβαια την «ανάκτηση του χαμένου χρόνου»· όχι όμως διά της μνήμης, ως στιγμιαία «αποκαλυπτική» συναίρεση του παρελθόντος με το παρόν, αλλά ως επανεύρεση εν διαρκεία σε ένα παρελθόν που λειτουργεί με τους όρους του παρόντος. Ο κόσμος της Κύπρου των αρχών της δεκαετίας του 1950 δεν είναι για τον Σεφέρη ένα μνημονικό υποκατάστατο του κόσμου της Ιωνίας των παιδικών του χρόνων, με τον οποίο (όπως φαίνεται και από τη σύγκριση των κυπριακών φωτογραφιών του με τις παιδικές του φωτογραφίες) μοιάζει τόσο, παρά το χρονικό διάστημα που τους χωρίζει, και από τον οποίο ο ποιητής είχε «εξοριστεί» διά παντός με μια διπλή αποκοπή: εξαιτίας όχι μόνο της φυσικής τάξεως των πραγμάτων (το πέρασμα του χρόνου) αλλά και της ιστορικής αναγκαιότητας (η Μικρασιατική Καταστροφή). Ο κόσμος της Κύπρου είναι για τον Σεφέρη το Κομπραί της παιδικής του ηλικίας (που το βίωμά της έχει γίνει σύμβολο στην ποίησή του), στην οποία ο ποιητής ξαναβρέθηκε ως ώριμος άνθρωπος, όχι διά της μνήμης αλλά – σαν από θαύμα – διά της φυσικής παρουσίας του.
Με την κυπριακή εμπειρία του ο Σεφέρης ανακτά τον χαμένο χρόνο με την έννοια που έχει αυτή η φράση στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ (έργο με το οποίο είχε «συνομιλήσει» παλαιότερα στο ποίημά του «Piazza San Nicolo»), όμως με έναν τρόπο, όπως είδαμε, διαφορετικό, που επιφέρει και τη διεύρυνση αυτής της έννοιας. Διότι με την εμπειρία αυτή ο Σεφέρης ανακτά τον χαμένο χρόνο όχι μόνο στο ατομικό πεδίο, όπως συμβαίνει με τον Προυστ, αλλά και σε ένα συλλογικό επίπεδο· στο πεδίο της ανθρώπινης κοινότητας, που το ορίζει με την αίσθηση της «φωνής της πατρίδας», της εθνικής κοινότητας. Για τον Σεφέρη η ανθρώπινη εμπειρία χωρίς την αίσθηση του ανήκειν σε μια πατρίδα είναι εμπειρία χωρίς ρίζες, ανερμάτιστη. Η πατρίδα είναι ο οικείος χώρος του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα, όπως το σπίτι όπου ζει κάποιος είναι ο οικείος, ο προσωπικός του χώρος ως ατόμου.
Την αίσθηση της πατρίδας στον Σεφέρη δεν θα πρέπει να τη νοήσουμε μόνο με την τρέχουσα σημασία της. Γιατί η λέξη πατρίδα (όπως και η λέξη σπίτι, που είναι κεντρική στην Κίχλη, στο αμέσως προηγούμενο της «κυπριακής» συλλογής ποιητικό έργο του) έχει για τον Σεφέρη και μια μεταφορική σημασία – κυρίως μια μεταφορική σημασία. Συμβολίζει την επιθυμία του ανθρώπου να επιστρέψει στην «άλλη ζωή, πέρα απ’ τ’ αγάλματα», από την οποία έχει εκπέσει και η οποία είναι η βαθύτερη πατρίδα του· δηλαδή τον πόθο για μια ζωή ακέραιη, ακομμάτιαστη· για εκείνη την αίσθηση της αρμονίας, στην οποία φτάνει ο ενήλικος με την εμπειρία της ανάκτησης του χαμένου χρόνου, δηλαδή με τη στιγμιαία αίσθηση της υπέρβασης της φθοράς. Η εμπειρία μιας τέτοιας σύνθετης υπέρβασης είναι το θαύμα που ο Σεφέρης βρίσκει να λειτουργεί ακόμη στον (τότε) κόσμο της Κύπρου.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
